Της Λίτσας Ι. Χατζηφώτη, αρχαιολόγου

 

Η πρωτεύουσα της Αιγύπτου και της Μ. Ανατολής, το Κάιρο, είναι από τις ομορφότερες πόλεις του κόσμου, με τρομακτικές αντιφάσεις, τόσο στη μορφή όσο και στην καθημερινή ζωή των κατοίκων του. Ο Νείλος δίνει ζωή στην Αίγυπτο. Προσφέρει παράλληλα δυνατότητα για την ύπαρξη θαυμάσιων χώρων με πράσινο και λουλούδια. Η έρημος που περιβάλλει την πόλη, αλλά διαρκώς και περισσότερο πρασινίζει και γεμίζει σε ορισμένα σημεία με κτίρια τεράστιου όγκου, δημιουργεί άλλη εντύπωση.

Το Κάιρο διαθέτει πολλά έξοχης κατασκευής κτίρια. Ανάμεσά τους και το υπερσύγχρονο Κοπτικό Μουσείο, στην πολύβουη, πολυάνθρωπη περιοχή του Παλαιού Καΐρου, που συνδέεται και με το ελληνικό στοιχείο. Στην ίδια περιοχή βρίσκεται ο Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου, στον χώρο όπου φυλακίστηκε και μαρτύρησε ο Αγιος, οι κρύπτες των πατριαρχών Αλεξανδρείας και το ελληνικό νεκροταφείο του Καΐρου. Επίσης, εκεί βρισκόταν η Βαβυλών της Αιγύπτου, όπου κατέφυγε η Αγία Οικογένεια, για να σώσει το Θείο Βρέφος από τη σφαγή του Ηρώδη.

Το όνομα «Κόπτης» προέρχεται από την αρχαία αιγυπτιακή λέξη Qibt και αυτή από την αρχαία ελληνική Αιγύπτιος, που δηλώνει τον κατευθείαν απόγονο των αρχαίων Αιγυπτίων. Αρχικά ήταν εθνικός προσδιορισμός. Οταν η Αίγυπτος κατελήφθη από τους Αραβες, κατ’ επέκταση έγινε και θρησκευτικός. Η γλώσσα των Κοπτών ήταν η ίδια η αρχαία αιγυπτιακή στην τελευταία της φάση, ύστερα από εξελικτική πορεία 4.000 ετών. Η Κοπτική Εκκλησία υφίσταται ουσιαστικά μετά τη Σύνοδο της Χαλκηδόνος το 451, που καταδίκασε τον μονοφυσιτισμό.

Ο πρώτος που έδειξε πραγματικό ενδιαφέρον για τη διατήρηση των καταλοίπων των κοπτικών μνημείων ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα ο Gaston Maspero (1846-1916), σπουδαίος Γάλλος αιγυπτιολόγος, στον οποίο πολλά οφείλουν οι αιγυπτιολογικές σπουδές γενικά.

Το αρχικό Κοπτικό Μουσείο ιδρύθηκε στη θέση όπου βρίσκεται και σήμερα, στο Παλαιό Κάιρο, στα «τείχη της Βαβυλώνας», το 1910 από τον Marcus Simaika Pasha. Σημαντικός σταθμός στην ιστορία του ήταν το 1931, οπότε πέρασε στη δικαιοδοσία του αιγυπτιακού κράτους. Το γεγονός σηματοδοτεί την αναγνώριση της θέσης της κοπτικής τέχνης στη συνολική εξέλιξη της Αιγυπτιακής Τέχνης, αφού πρόκειται για κρίκο της, με ρίζες του στην αρχαία περίοδο εκείνης. Με τα χρόνια οι ανασκαφές έφεραν στο φως νέα ευρήματα και τα εκθέματα αυξήθηκαν σημαντικά. Οι σεισμοί του 1992 έβλαψαν το κτίριο του μουσείου, που έκλεισε για χρόνια. Το συντηρημένο και ανακαινισμένο κτίριο άνοιξε για το κοινό τον Ιούνιο του 2006, παρουσιάζοντας τη μεγαλύτερη και πληρέστερη συλλογή έργων κοπτικής τέχνης στον κόσμο.

Είναι επιβλητικό κτίριο παραδοσιακής αιγυπτιακής αρχιτεκτονικής, με θαυμάσια σκαλιστά ξύλινα ταβάνια, περιλαμβάνει πολύτιμη συλλογή αντιπροσωπευτικών αντικειμένων κάθε τομέα της τέχνης της Αιγύπτου των πρώτων χριστιανικών χρόνων και συνιστά μοναδικό κέντρο κοπτικών σπουδών. Τα εκθέματα προέρχονται από τις νεκροπόλεις και διάφορες παλιές εκκλησίες.

Κοπτική τέχνη ονομάζεται εκείνη της Χριστιανικής Αιγύπτου από τον 5ο αι. έως την αραβική κατάκτηση, και ιδιαίτερα η τέχνη που αναπτύχθηκε τότε στα μοναστήρια της κοιλάδας του Νείλου. Γλυπτά σε πέτρα ή ξύλο, εικόνες, σπαράγματα τοιχογραφιών, κιονόκρανα και διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη, επιτύμβιες στήλες με ενδιαφέρουσες επιγραφές, πήλινα, ξύλινα, μεταλλικά και γυάλινα αντικείμενα, ιερατικά και καθημερινής χρήσης, λειτουργικά βιβλία και άμφια, χειρόγραφα και προ πάντων τεράστια σειρά υφασμάτων των πρώτων χριστιανικών αιώνων, διατηρημένα σε άριστη κατάσταση, με θαυμάσια χρώματα και σχέδια, χάρη στο πολύ ξερό έδαφος της περιοχής όπου βρίσκονταν οι νεκροπόλεις.

Τα υφάσματα αυτά είναι δείγματα υψηλής τέχνης με ωραία σχέδια και λεπτή και πολυτελή ύφανση. Φυτά, πουλιά, ζώα και ανθρώπινες μορφές σχεδιασμένα πάνω σε ενδύματα, κουρτίνες και μαξιλαροθήκες αναμειγνύονται σε πολυτελή ασυναγώνιστα διακοσμητικά σχέδια. Τα περισσότερα προέρχονται από την Πανόπολη και την Αντινόη. Ορισμένα παρουσιάζουν αρχαία αιγυπτιακή επίδραση, άλλα ελληνική και άλλα σασσανιδική. Υπάρχουν και καθαρά χριστιανικού χαρακτήρα, με παραστάσεις από τη ζωή του Χριστού, των Αποστόλων, των Αγίων ή συμβολικές παραστάσεις, όπως ψάρια, περιστέρια, σταυρούς κ.ά. Τα εξοχότερα δείγματα χρονολογούνται τον 4ο και τον 5ο αι.

Από τα σημαντικότερα δείγματα τοιχογραφίας, η κόγχη με παράσταση του Χριστού «εν δόξη» επάνω και σειρά ιεραρχών με κέντρο την Θεοτόκο Βρεφοκρατούσα κάτω, από τη Μονή Αγίου Απολλώ στο Μπαουΐτ του 6ου-7ου αι. Επίσης, της Γέννησης από τον ναό του Abdallah Nirgi στη Νουβία, που αποτοιχίσθηκε το 1960 από τους επιστήμονες της Ουνέσκο, πριν καλυφθεί από τα νερά του φράγματος του Ασουάν. Η παράσταση αναπτύσσεται σε δύο επεισόδια, στην προσκύνηση των ποιμένων κατά το κατά Λουκά Ευαγγέλιο και στην προσκύνηση των μάγων κατά το κατά Μάρκον. Ο καλλιτέχνης εστιάζει την προσοχή του στην Παναγία, που εικονίζεται σε μεγαλύτερη κλίμακα από τα άλλα πρόσωπα της παράστασης. Ο Ιησούς αναπαύεται σε πλίνθινο βωμό πίσω από τη Θεοτόκο, προοιωνίζοντας τη σταυρική του θυσία.

Μεγάλη σειρά κοπτικών εικόνων, από τις οποίες οι παλαιότερες χρονολογούνται μεταξύ του 8ου και του 9ου αι. και αρκετές από τον 13ο έως τον 14ο αι., από διάφορα μοναστήρια, εκτίθεται επίσης εδώ. Οι παλαιότερες είναι επηρεασμένες από την τέχνη του Φαγιούμ. Με τέχνη λαϊκότροπη, παρουσιάζουν ήρεμες μορφές αγίων, που τίποτε δεν αφήνει να φανεί το μαρτύριο που υπέστησαν. Μεταδίδουν την εσωτερική γαλήνη και την αιώνια μακαριότητα που κερδίζει ο Χριστιανός με τη βιωτή του. Σε κάποιες εικόνες υπάρχουν μικρές ελληνικές επιγραφές, χωρίς ονόματα καλλιτεχνών, διότι, όπως και οι πρόγονοί τους, δεν υπογράφουν τα έργα τους. Μόνο πολύ αργά, στη διάρκεια του 18ου αιώνα θα βρούμε ελάχιστα ονόματα.

Μια από αυτές, του 1777, από το μοναστήρι του Μερκουρίου (Abu Sayfayn), απεικονίζει την επίσκεψη του Αγίου Αντωνίου στον Αγιο Παύλο τον Θηβαίο και περιγράφει την παράδοση ότι ο Αγιος Παύλος τρεφόταν με μισή φέτα ψωμιού που του έφερνε ένα κοράκι. Την ημέρα της επίσκεψης θαυματουργικά έφερε ολόκληρη φέτα. Κοντά στα πόδια του Αγίου Παύλου δύο λέοντες θυμίζουν την παράδοση ότι, όταν ο Αγιος Αντώνιος τοποθέτησε τον νεκρό Παύλο στο μνήμα, παρουσιάστηκαν δύο λιοντάρια. Πολύ ωραία παράσταση, με θαυμάσια χρώματα.

Σπάνιο απόκτημα του μουσείου, η «Βιβλιοθήκη Nag Hammadi», ομάδα κωδίκων που ανακάλυψε τυχαία, το 1945, σε μεγάλο πιθάρι καμηλιέρης κοντά στην πόλη Nag Hammadi, από όπου η ονομασία. Υπό την επιστασία της Ουνέσκο, εκδόθηκαν στο διάστημα 1972-1984, με συνεργασία ειδικών επιστημόνων διαφόρων ευρωπαϊκών και αμερικανικών πανεπιστημίων. Τα χειρόγραφα αυτά, μεταξύ των οποίων και το «Ευαγγέλιο του Ιούδα», για το οποίο προκλήθηκε πριν από χρόνια πολύς θόρυβος, αντιπροσωπεύουν τις πρώιμες πηγές του γνωστικισμού, κίνησης των πρώτων χριστιανικών αιώνων, που ταλαιπώρησε τότε την Εκκλησία. Ανήκουν στο β’ μισό του 4ου αι. Δεν είναι γνωστός ο ιδιοκτήτης τους, ούτε πώς βρέθηκαν θαμμένα εκεί.

Υπογραμμίζεται, τέλος, εκείνο που αγγίζει τον Eλληνα επισκέπτη, οι ελληνικές επιρροές που διαπιστώνονται στη ζωή ενός άλλου λαού, στο άπλωμα της φυλής, που όμως τώρα πια όλο και πιο πολύ περιορίζεται στο παρελθόν.