Της Λίτσας Ι. Χατζηφώτη, αρχαιολόγου

 

Τόπος με απαράμιλλη ομορφιά, που ο χρόνος δεν έφθειρε και ο άνθρωπος δεν τόλμησε να θίξει, τουριστικός προορισμός για πολλούς και εκλεκτούς. Ο χαρακτηρισμός από το υπουργείο Πολιτισμού ολόκληρου του νησιού ως αρχαιολογικού χώρου το 1996 ασφαλώς αποθάρρυνε και εκείνους που μπορεί να σκέπτονταν κρυφίως πονηρά...

Ο λόγος για την Ύδρα. Μετά την πρώτη κατάπληξη από την ομορφιά του λιμανιού και του περιβάλλοντός της, η παρουσία στην πολύβουη παραλία τού συγκροτήματος του μοναστηριού της, το περήφανο καμπαναριό του οποίου το καθιστά πόλο έλξης για το βλέμμα, προκαλεί την προσοχή και την περιέργεια του επισκέπτη.

Πολλά και ενδιαφέροντα θα μπορούσαν να αναφερθούν για την εκκλησιαστική ιστορία της Ύδρας. Αξίζει να αναφερθεί η παρουσία για ένα διάστημα μεγάλων Κολλυβάδων αγίων πατέρων στο νησί, αλλά και η εγκατάσταση του γέροντος Ιεροθέου και της ακολουθίας του, γεγονός που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη θρησκευτική παράδοση του τόπου, και η παρουσία του Αγίου Μακαρίου Νοταρά το διάστημα 1774-1775.

Το 1643 εγκαταστάθηκε στον ερημικό τότε χώρο του σημερινού λιμανιού μια μοναχή μαζί με έναν ιερομόναχο και τις οικογένειες Νέγκα και Γκούμα, κοντά στον ναΐσκο του Αγίου Χαραλάμπου, μοναδικό τότε στο νησί. Έτσι, ιδρύθηκε εκεί γυναικείο μοναστήρι και ο ναός χρησίμευσε ως καθολικό του.

Με τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της μονής συνδέεται η διήγηση για την αρπαγή της εφέστιας εικόνας της Παναγίας. Κατά την παράδοση, κουρσάροι ή Τούρκοι ναυτικοί επιτέθηκαν το 1656 στην Ύδρα και, παίρνοντας δώρα των κατοίκων για να μην καταστρέψουν την πόλη, πήραν μαζί τους τρεις Υδραίους ομήρους και ένας Άραβας το εικόνισμα της Παναγίας. Κάποια στιγμή, το πλοίο βρέθηκε σε φοβερή τρικυμία στον Κάβο Μαλιά. Οι πειρατές έλυσαν τους ομήρους, μήπως η προσευχή τους στον Θεό των Χριστιανών τούς έσωζε όλους. Εκείνοι ζήτησαν το εικόνισμα. Ο Άραβας το έκοψε σε δύο κομμάτια και το πέταξε στη θάλασσα. Τα κομμάτια δεν χάθηκαν. Επέστρεψαν θαυματουργικά στο λιμάνι της Ύδρας και με μεγαλόπρεπη λιτανεία τοποθετήθηκαν ξανά μαζί στη θέση τους. Οι τρεις όμηροι κατέληξαν στην Κρήτη, όπου δούλευαν σε ναυπηγείο. Η Παναγία, με ένα ακόμη θαύμα της, τους ελευθέρωσε και τους έφερε σώους στην πατρίδα τους, όπου είδαν ξανά την εικόνα που είχε ριχτεί στη θάλασσα. Λέγεται ότι, έχοντας μάθει την ναυπηγική τέχνη, την δίδαξα στους συμπατριώτες τους και έγιναν οι θεμελιωτές του ναυτικού μεγαλείου της Ύδρας. Έκτοτε, η εικόνα αυτή της Κοίμησης της Θεοτόκου ονομάστηκε Παναγία η Φανερωμένη, γιατί παρουσιάστηκε ξανά, και το μοναστήρι Μονή της Φανερωμένης ή απλώς Φανερωμένη ή και Μοναστήρι της Ύδρας.

Με τον καιρό και την αύξηση των μελών της αδελφότητος, ανεγέρθηκε καινούργιο καθολικό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Μετά την κοίμηση της μοναχής και του ιερομονάχου, το μοναστήρι περιέπεσε σε ανέχεια και τελικά μετατράπηκε σε ανδρικό. Οι πληροφορίες είναι ανεπαρκείς για το διάστημα έως το 1740, όταν ήρθε από την Αθήνα ο Εμμανουήλ Λουκάς, που ανέλαβε την ανέγερση της Μονής Φανερωμένης. Η αίγλη και η φήμη της είχαν ως αποτέλεσμα να της χορηγηθεί το 1747 από τον πατριάρχη Παΐσιο Β’ σταυροπηγιακή αξία.

Το 1769 και το 1837 το νησί επλήγη από ισχυρούς σεισμούς. Τα σπίτια και το μοναστήρι υπέστησαν μεγάλες καταστροφές. Στις 16 Οκτωβρίου 1806 τυφώνας έπληξε το νησί επί τρεις συνεχόμενες ημέρες, με αποτέλεσμα να προκληθούν νέες ζημιές.

Η μονή λειτουργούσε στο κτιριακό της συγκρότημα σχολείο και ενίσχυε σχολεία τόσο στο ίδιο το νησί όσο και σε άλλους τόπους. Η οικονομική συμμετοχή της στην ενίσχυση του Αγώνα του 1821 είναι σπουδαία. Άλλωστε, η έναρξη της Επανάστασης στο νησί κηρύχθηκε μέσα στο καθολικό της. Εκεί ευλόγησε τα όπλα του Αγώνα ο μητροπολίτης Αιγίνης και Ύδρας Γρηγόριος και απευθύνθηκε στους συγκεντρωμένους ο Νεόφυτος Βάμβας.

Από υδραίικα πλοία που βρίσκονταν το 1822 στα νερά του Αγίου Όρους μεταφέρθηκαν πάρα πολλά από τα κειμήλια των μονών για να σωθούν από την αρπαγή από τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν εισβάλει τότε στο «Περιβόλι της Παναγίας». Μετά την Απελευθέρωση, φυλάχθηκαν και προστατεύθηκαν εκεί τα Αρχεία του Κράτους, για την αποφυγή εθνικών κινδύνων, ενώ εκεί συνεδρίαζαν και οι πρόκριτοι της Ύδρας και κατέφευγαν προσωπικότητες όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Νεόφυτος Βάμβας κ.ά. Το μοναστήρι έπαψε να λειτουργεί με το διάταγμα της αντιβασιλείας του 1833. Έγινε κατόπιν, έως και σήμερα, ενοριακός ναός, ο καθεδρικός του νησιού.

Ως οικοδόμημα, έχει τη χαρακτηριστική διάταξη των μεταβυζαντινών μοναστηριών, με το καθολικό στο κέντρο και τα κελιά και τους άλλους βοηθητικούς χώρους περιμετρικά. Η σημερινή μορφή του καθολικού, που είναι τρίκλιτη βασιλική μετά τρούλου, προέρχεται από επισκευές του 1870. Το βόρειο παρεκκλήσιό του είναι αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο και το νότιο στον Άγιο Χαράλαμπο. Το τέμπλο κατασκευάστηκε από παριανό μάρμαρο και οι εικόνες του φέρουν ασημένιες επενδύσεις. Μαρμάρινος είναι και ο άμβων. Το νεότερο κωδωνοστάσιο κατασκευάστηκε το 1874 και, αν και υπολείπεται αισθητικά του παλαιοτέρου, έχει συνδεθεί απόλυτα με τον χώρο.

Στο συγκρότημά της μονής στεγάζονται τα Γραφεία της Ι.Μ. Ύδρας, το Δημαρχείο και το Εκκλησιαστικό Μουσείο, που ιδρύθηκε σχετικά πρόσφατα και όπου εκτίθενται οι κειμηλιακοί θησαυροί της μονής, αλλά και άλλοι, που διασώζουν τη θρησκευτική παράδοση των Υδραίων.

Με το μοναστήρι και την Ύδρα συνδέεται η οικογένεια Νοταρά, από την οποία προέρχονται, εκτός από τον Άγιο Μακάριο, αρχιεπίσκοπο Κορίνθου (1731-1805), ο Άγιος Γεράσιμος Κεφαλληνίας, οι πατριάρχες Ιεροσολύμων Δοσίθεος και Χρύσανθος και ο τραγικός Λουκάς Νοταράς, ήρωας της Αλώσεως. Στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Ύδρας έχει δοθεί το όνομα «Άγιος Μακάριος ο Νοταράς». Άρχισε να λειτουργεί το 1999, με απόφαση του αείμνηστου Μητροπολίτη Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κυρού Ιεροθέου.

Περιλαμβάνει συνολικά 183 εικόνες, ιερατικά άμφια, εκκλησιαστικά σκεύη, χειρόγραφα και παλαίτυπα, πορτρέτα των τοπικών επισκόπων από τα τέλη του 17ου αι. έως σήμερα. Όλα αυτά προέρχονται από αφιερώματα στη μονή, καθώς και από άλλους ναούς και μονές του νησιού, αλλά και από προσφορές των κατοίκων της Ύδρας. Να σημειώσουμε τα μικρών διαστάσεων κεντήματα από την αρχιερατική στολή του Μητροπολίτη Αγχιάλου Καλλινίκου, έργα της περίφημης κεντήστρας της Κωνσταντινούπολης Ευσεβείας, τον Επιτάφιο της επίσης Κωνσταντινουπολίτισσας κεντήστρας Κοκώνας, η πολύτιμη για πολλούς λόγους εικόνα του πρώτου πολιούχου του νησιού Αγίου Θεοφυλάκτου, η ρωσική εικόνα των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττας, τα μουσικά χειρόγραφα, οι έντυποι κώδικες τυπωμένοι στη Βενετία κ.ά.