Της Ελένης Παππά

 

Τοπική παράδοση αποδίδει τη διάδοση του Χριστιανισμού στη Σάμο στους Αποστόλους Παύλο (πρβλ. Πράξ. 20, 15) και Ιωάννη. Για τον πρώτο μάλιστα πιστεύεται ότι αποβιβάστηκε στο νησί σε παραλία κάτω από το Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, όπου και ιδρύθηκε τη δεκαετία του ’70 προσκυνητάρι ως ανάμνηση του γεγονότος. Παρά τις σποραδικές πληροφορίες μας για τη μετέπειτα εξέλιξη της Εκκλησίας της Σάμου, οι πιο ασφαλείς μαρτυρίες είναι τα ερείπια των χριστιανικών ναών και βαπτιστηρίων στο νησί έως τον 5ο μ.Χ. αιώνα, οπότε αναφέρεται ο «Μιχαήλ Επίσκοπος Σάμου». Ακολουθεί μια σειρά επισκόπων, με τελευταίο, πριν από την «ερήμωση» του νησιού, τον Αρσένιο, που υπογράφει το 1417/8 ως Επίσκοπος Σάμου και Ικαρίας.

Σχετικά στοιχεία επανεμφανίζονται γύρω στο 1578, οπότε η διαδοχή των επισκόπων χαρακτηρίζεται από κάποια κανονικότητα. Το 1623 η Σάμος ανακηρύχθηκε από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως Αρχιεπισκοπή, με βοηθό επίσκοπο στην Ικαρία. Από τότε η ισχύς της τοπικής Εκκλησίας αυξάνει σταδιακά. Το 1633 ο S. Stochove αναφέρει την ύπαρξη ενός ιερέα ως αντιπροσώπου των κατοίκων σε κάποιο χωριό της Σάμου, που δεν κατονομάζει. Το 1768 δύο ιερείς συμμετέχουν στο Συμβούλιο των Προεστών, ενώ τα έτη 1787 και 1801 τονίζεται η μεγάλη δύναμη του κλήρου στο νησί, καθώς και η έκταση της εξουσίας και τα δικαιώματα του επισκόπου.

Το 1864 η Αρχιεπισκοπή Σάμου προάγεται σε μητρόπολη, με τίτλο του εκάστοτε μητροπολίτη: «Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας, Υπέρτιμος και Έξαρχος Κυκλάδων Νήσων». Το 1841 ο Μητροπολίτης Σάμου τοποθετήθηκε τεσσαρακοστός ανάμεσα στους μητροπολίτες του Οικουμενικού Θρόνου. Την εξέλιξη της τοπικής εκκλησίας μπορεί να καταδείξει μια σύγκριση των στατιστικών στοιχείων που διαθέτουμε για την περίοδο 1875-1898. Τομή για την εξέλιξη αυτή υπήρξε ο Νόμος Ηγεμονίας Σάμου του 1888, που ρύθμιζε τα αναγκαία προσόντα για το ιερατικό αξίωμα και καθόριζε τον αριθμό των ενοριών σε 69 και των ιερέων σε 124, έναντι 75 ενοριών και 130 ιερέων που υπήρχαν παλαιότερα.

Μετά την ένωση της Σάμου με την Ελλάδα (11 Νοεμβρίου 1912) διατηρήθηκε στον μητροπολιτικό θρόνο ο Μητροπολίτης Κωνσταντίνος Βοντζαλίδης έως την κοίμησή του (1926), ενώ εντάχθηκε στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Ο διάδοχός του όμως, Ειρηναίος Παπαμιχαήλ, ανήκε στο κλίμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η εκλογή του αποτέλεσε ένα είδος μετάβασης προς το νέο καθεστώς της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, στην οποία ανήκε και η Μητρόπολη Σάμου μετά το 1912. Την περίοδο 1963-1965 διορίστηκε τοποτηρητής της Μητροπόλεως ο Μητροπολίτης Παροναξίας Επιφάνιος Καλαφάτης, μετά την κοίμηση του Ειρηναίου και έως την εκλογή του Παντελεήμονα Χρυσοφάκη, ο οποίος το 1974 εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης αφήνοντας τον θρόνο στον Μητροπολίτη Παντελεήμονα Μπαρδάκο. Μετά την κοίμησή του, το καλοκαίρι του 1995, εξελέγη, χειροτονήθηκε και ενθρονίστηκε Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας ο σημερινός ποιμενάρχης μας, Ευσέβιος, Σάμιος, από το Παλαιό Καρλόβασι.

Στην έδρα της μητροπόλεως λειτουργεί Μητροπολιτικό Συμβούλιο με επτά μέλη, από τα οποία τέσσερις κληρικοί και τρεις λαϊκοί. Στην εκκλησία της Σάμου επίσης ανήκουν ένα εκκλησιαστικό γηροκομείο (Καρλόβασι), εκκλησιαστικά συσσίτια (Σάμος), εκκλησιαστικές κατασκηνώσεις για μαθητές στην τοποθεσία Κότσικας, μια Επισκοπεία στο Καρλόβασι και στον Άγιο Κήρυκο της Ικαρίας, ένα Πνευματικό Κέντρο (Σάμος), ένα Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης (Σάμος), μια Μητροπολιτική Βιβλιοθήκη (Σάμος), το Κέντρο Εκκλησιαστικών, Ιστορικών και Πολιτισμικών Μελετών, το περιοδικό «Μεταμόρφωσις» και κέντρα νεότητος (Σάμος, Καρλόβασι, Πυθαγόρειο και Ικαρία).

Η Ικαρία κατά κανόνα υπαγόταν στη δικαιοδοσία του εκάστοτε Μητροπολίτη Σάμου και Ικαρίας, ιδιαίτερα δε μετά το 1346. Σε ορισμένες ιστορικές περιόδους αναφέρεται η ύπαρξη και επισκόπου Ικαρίας. Συγκεκριμένα, αναφέρονται οι Επίσκοποι Κωνσταντίνος (12ος αι.), Πέτρος (1481-1521), Μεθόδιος (περί το 1590). Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ανασυστάθηκε για λίγο η Επισκοπή Ικαρίας, με επισκόπους τους Ιωακείμ Καβίρη (1924-1926) και Νεόφυτο Κοτζαμανίδη, τον από Σουφλίου (1926-1931). Μετά την κοίμηση του τελευταίου, η Ικαρία επανήλθε στην Ιερά Μητρόπολη Σάμου και Ικαρίας, στην οποία ανήκει και το σύμπλεγμα των νησίδων των Κορσεών.

Μετά το 1970, την Ιερά Μητρόπολη Σάμου και Ικαρίας έχουν επισκεφθεί επισήμως ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Σεραφείμ, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Χριστόδουλος, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος Β’, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κυρός Διόδωρος, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο Αρχιεπίσκοπος Βαρσοβίας και Πάσης Πολωνίας κ. Σάββας και πολλοί μητροπολίτες και επίσκοποι της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

 

Τα μοναστήρια του νησιού

ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ (ΜΑΥΡΑΤΖΑΙΟΙ): Το επιβλητικό αυτό μοναστήρι χτίστηκε κοντά στο χωριό Μαυρατζαίοι το 1592, από τον Νήλιο, έναν μοναχό που ζούσε στο Μοναστήρι της Μεγάλης Παναγίας, ο οποίος έσκαψε και βρήκε εκεί την ιερή εικόνα του Τιμίου Σταυρού το 1582. Το μοναστήρι έχει τη μορφή κάστρου, για να προστατεύεται από τις επιδρομές των πειρατών.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ (ΚΟΥΜΑΡΑΔΑΙΟΙ): Χτίστηκε το 1586 από τους μοναχούς Νήλιο και Διονύσιο, που έφτασαν στη Σάμο από το όρος Λάτρος της Ασίας. Ο ναός είναι βασιλικού ρυθμού, με σπάνιες τοιχογραφίες, ένα από τα πιο φημισμένα μοναστήρια του νησιού.

ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ (ΒΛΑΜΑΡΗ): Χτίστηκε το 1695 από τον Μελέτιο στην περιοχή Βλαμαρή, μόλις 3 χλμ από την πόλη της Σάμου. Εκεί ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει τον υπέροχο ναό βασιλικού ρυθμού, καθώς και τις όμορφες τοιχογραφίες.

ΖΩΟΔΟΧΟΣ ΠΗΓΗ (ΒΛΑΜΑΡΗ): Χτίστηκε τον 17ο αιώνα από τον μοναχό Δωρόθεο. Βρίσκεται δυτικά της Βλαμαρής, στην κορυφή ενός λόφου, με υπέροχη θέα. Ο ναός είναι βυζαντινού ρυθμού.

ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ (ΜΑΡΑΘΟΚΑΜΠΟΣ, ΟΡΟΣ ΚΕΡΚΗ): Είναι χτισμένο πάνω από την παραλία, στην περιοχή Βοτσαλάκια, μέσα σε μια καταπράσινη, δασώδη περιοχή του Όρους Κέρκη. Είναι γυναικείο μοναστήρι, που ακολουθεί το Γρηγοριανό Ημερολόγιο.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ: Η μονή αυτή είναι υπό τη δικαιοδοσία του Πανάγιου Τάφου της Ιερουσαλήμ. Βρίσκεται λίγο πιο κάτω από το χωριό Παλαιοχώρι, στην περιοχή του Μαραθόκαμπου, κοντά σε μια ήσυχη παραλία.