Της Σοφίας Χρήστου

 

Ο 74 ετών σήμερα Ιωάννης Χαζάκης, ο οποίος διατηρεί εργαστήριο ραπτικής στη Θεσσαλονίκη και υποκατάστημα στο Γκάζι Αθηνών, μιλάει αποκλειστικά στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» για το πώς αποφάσισε να ασχοληθεί με τη ραπτική εκκλησιαστικών αμφίων και για την ιδιαιτερότητα του επαγγέλματός του.

«Ο θείος μου έραβε ιερατικά άμφια. Από μικρός τον παρακολουθούσα, μου άρεσε πολύ και έτσι το 1970 ξεκίνησα να μαθαίνω την τέχνη και τα μυστικά της», λέει και συμπληρώνει: «Είναι δύσκολο να το κάνεις, αν δεν το αγαπάς!».

Σήμερα, είναι ο πιο παλιός και ξακουστός ιεροράπτης στην Ελλάδα. Βέβαια, όπως χαρακτηριστικά λέει, «η οικονομική κρίση, η μείωση των μισθών των ιερέων κ.λπ. έχουν τις συνέπειές τους και στη δική μου δουλειά».

«Δεν είναι όπως παλιά… Οι άνθρωποι πεινούν. Κοιτούν να γεμίσει το ψυγείο τους πρώτα. Αν τους περισσέψει κάτι, τότε θα προβούν σε κάποια παραγγελία στολής», τονίζει ο κ. Χαζάκης και προσθέτει: «Μάλιστα, υπάρχουν και περιπτώσεις που κάποιοι δίνουν τα παλιά τους ράσα για επιδιορθώσεις».

Όσον αφορά τη διαδικασία της ραφής, είναι πολύπλοκη. «Εξαρτάται από το αν θα είναι απλή, ρωσική, αρχιερατική κ.λπ. Συνολικά, για να ράψω μια στολή χρειάζομαι δύο ημέρες εργασίας», εξηγεί ο ίδιος.

Σύμφωνα με τον ιεροράπτη, το κόστος μιας στολής είναι ανάλογο με τα υλικά που θα χρησιμοποιήσει για τη δημιουργία της. Εκτός από την ποιότητα των υφασμάτων, η τιμή ανεβαίνει όσον αφορά τα αξεσουάρ που θα διακοσμούν τα άμφια. «Τα υλικά μπορεί να είναι από τα πιο απλά έως τα πιο πολυτελή… Μπορεί, δηλαδή, κάποιος ιερέας να παραγγείλει μια στολή που το κόστος της να ξεκινά από τα 300 ευρώ ή να αγγίζει τα 1.000 ευρώ».

Από τι αποτελείται, όμως, η ιερατική στολή; «Αποτελείται από το στιχάριο, το πετραχήλι, τα επιμάνικα, το περιζώνιο και το φελώνιο», λέει.

«Χρειάζεται πίστη!»

Ο κ. Χαζάκης, αναφερόμενος στη σχέση του με τον Θεό και τα βασικά στοιχεία που θα πρέπει να διέπουν τη δουλειά του ράπτη ιερατικών αμφίων, τονίζει: «Όποιος κάνει αυτή τη δουλειά θα πρέπει να έχει πίστη στον Θεό, αλλιώς θα κουραστεί!».

«Όταν είναι να προσλάβω κάποιο άτομο στη δουλειά, πάντα το πρώτο που ρωτώ είναι αν έχει καλή σχέση με την Εκκλησία. Αλλιώς, δεν πρόκειται να κάνει σωστά τη δουλειά! Εγώ πάντα όταν ράβω προσεύχομαι με ευλάβεια», αναφέρει.

 

«Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος δεν ασχολείται με την εμφάνισή του»

Πολλά από τα άμφια του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου έχει επιμεληθεί με σεβασμό και πίστη ο Ιωάννης Χαζάκης. «Τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο τον γνωρίζω από όταν ήταν Μητροπολίτης Θηβών. Είναι ένας λιτός και πνευματικός άνθρωπος. Δεν ασχολείται με την εμφάνισή του. Προτιμά τα λειτουργικά αρχιερατικά».

 

«Ο Μακαριστός Χριστόδουλος δεν έδινε σημασία στα άμφια»

«Ο Μακαριστός Χριστόδουλος πατούσε γερά στα πόδια του. Δεν ήταν κουραστικός. Δεν έδινε σημασία στα άμφια που φορούσε. Δεν τον ενδιέφερε αν ήταν κοντά ή μακριά. Ήταν πολύ απλός άνθρωπος και πάντα χρειαζόταν να φροντίζουμε εμείς για την εμφάνισή του, έτσι ώστε να τον “συμμαζεύουμε” και να τον περιποιούμαστε», τονίζει ο κ. Χαζάκης.

Παράλληλα, ο ιεροράπτης συμπληρώνει: «Εγώ τον γνώριζα από το 1974, από τον Βόλο, που ήταν Μητροπολίτης Δημητριάδος. Όταν έγινε Αρχιεπίσκοπος, κάποιοι πιστοί τού έκαναν δώρο άμφια, εγκόλπια και άλλα. Τα χείλη του δεν είπαν ποτέ αν επιθυμούσε τα υφάσματα που θα χρησιμοποιούσαμε για να ράψουμε τα άμφια να έχουν συγκεκριμένους χρωματισμούς, σχέδια ή κάτι το ιδιαίτερο. Ήταν χαρισματικός άνθρωπος και τον ενδιέφερε μόνο το πνεύμα. Το τελευταίο που σκεφτόταν ήταν τα ράσα που φορούσε, κάτι βέβαια που μεγάλωνε την ευθύνη μου ως ράφτη του».

 

«Ο Αυγουστίνος Καντιώτης ποτέ δεν φόρεσε καινούργιο άμφιο!»

Ιδιαίτερη περίπτωση, όσον αφορά τις ενδυματολογικές προτιμήσεις του, αποτελούσε, σύμφωνα με τον κ. Χαζάκη, ο πρώην Μητροπολίτης Φλώρινας Αυγουστίνος Καντιώτης. «Ήταν κάτι το ξεχωριστό. Πολύ λιτός, πολύ κουρελιασμένος. Ήταν ιδιαίτερος άνθρωπος, αφού ποτέ δεν φόρεσε καινούργιο άμφιο», αποκαλύπτει.

Όπως εξηγεί ο ιεροράπτης, «δεν ήταν της πολυτέλειας… Όταν ήθελα να του ράψω καινούργιο, έπαιρνα τις διαστάσεις ενός αρχιμανδρίτη με τον οποίο είχε παρόμοιο σωματότυπο. Έραβα τα άμφια και για έξι μήνες τα φορούσε ο αρχιμανδρίτης, προκειμένου να φθαρούν. Κατόπιν, χωρίς ο ίδιος να το ξέρει, ιερείς έπαιρναν από το δωμάτιό του το παλιό άμφιο και έβαζαν στη θέση του το πιο καινούργιο. Κάποια στιγμή κατάλαβε τι συνέβαινε και με ρώτησε εάν συμμετέχω σε αυτή τη “σκευωρία”. Ο Αυγουστίνος Καντιώτης ήταν πραγματικά μεγάλη προσωπικότητα».

 

«Θα ράβω μέχρι την τελευταία μου αναπνοή»

Ο Ιωάννης Χαζάκης παραδίδει και μεταφέρει την τέχνη της υψηλής ραπτικής αμφίων στους διάδοχούς του, τους δύο γιους του. Μάλιστα, παρά τα 74 χρόνια του, δηλώνει ότι θα συνεχίσει να ράβει άμφια όσο στέκεται όρθιος. «Μέχρι την τελευταία μου αναπνοή!», λέει χαρακτηριστικά. Γιατί για αυτόν δεν είναι απλώς μια δουλειά, αλλά η ζωή του ολόκληρη.