Του Παναγιώτη Μπούμη, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πέρα από τη δημιουργία ορισμένων προσωρινών δυσμενών εντυπώσεων για την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με τη σύγκληση της Πανορθοδόξου Συνόδου, έχουμε και θετικά αποτελέσματα για την καθόλου Εκκλησία.

 

Α.

Κατόπιν όσων συνέβησαν, προκύπτει το μεγάλο ερώτημα αν μπορούμε οι Ορθόδοξοι να συγκαλέσουμε και να συγκροτήσουμε Σύνοδο με απαιτήσεις Οικουμενικής Συνόδου ή θα είναι απλώς μια τοπική (έστω γενική) Σύνοδος, που δεν θα έχει το κύρος και την αυθεντία της Οικουμενικής Συνόδου. Οι ενδείξεις με τη μη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου καθ’ όλη τη β’ χιλιετία ένεκα διαφόρων εμποδίων από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες μάλλον προς αρνητική απάντηση οδηγούν.

Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί ασφαλώς και το πρόσφατο γεγονός της αιφνίδιας απουσίας από την Πανορθόδοξο Σύνοδο Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, παρά τη μεγάλη προετοιμασία που προηγήθηκε και ενισχύονται από το γεγονός ότι στις αρχές των προετοιμασιών, αλλά και αργότερα μέχρι σήμερα, γινόταν λόγος για τη Σύνοδο αυτή ως Οικουμενική. Το συμπέρασμα είναι ότι δεν είναι Οικουμενική, άρα δεν αντιπροσωπεύει όλη την Εκκλησία.

 

Β.

Άλλο θετικό αποτέλεσμα-βήμα αποδεικνύεται και το γεγονός ότι η Σύνοδος αυτή «αγνόησε» ένα πολύ μεγάλο ιστορικό γεγονός, που συνέβη μεταξύ των δύο μεγάλων Εκκλησιών, Ανατολής και Δύσεως, στις 7 Δεκεμβρίου του 1965, δηλαδή την αμοιβαία άρση των αναθεμάτων του 1054 μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως. Παρατηρήθηκε το φαινόμενο ότι, ενώ διεξοδικώς ασχολήθηκαν και με εκκλησιολογικά-εκκλησιαστικά θέματα, ούτε επεκύρωσαν, ούτε ακύρωσαν, ούτε επεξέτειναν, ούτε ολοκλήρωσαν, ούτε έστω διασαφήνισαν την ιστορική αυτή Πράξη.

Το γεγονός ότι η Πανορθόδοξος Σύνοδος δεν το ακύρωσε το 2016, δεν βρέθηκε παρούσα ή απούσα Ορθόδοξη Εκκλησία, ούτε μερικοί λίαν συντηρητικοί Χριστιανοί να θίξουν τη γενόμενη άρση, σημαίνει ότι εμμέσως η εξ αντιθέτου (a contrario) γενόμενη Πράξη της άρσεως σιωπηλώς αναγνωρίστηκε και από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η Πράξη αυτή είχε εγκριθεί και αναγνωριστεί από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με τη Β’ Βατικάνειο Σύνοδο.

Επέτρεψε ο Θεός, ώστε να ασχοληθούν τα μέλη της Συνόδου ακόμη και με θέματα πρωτοκαθεδρίας και το ζήτημα αυτό, που συνεπήρε τον Χριστιανικό κόσμο το 1965-1966, να μη θιγεί, επομένως και να μην τρωθεί. Αντιθέτως, να ισχυροποιηθεί.

 

Γ.

Ενώ η Σύνοδος ασχολήθηκε με εκκλησιαστικά θέματα, εν τούτοις έμεινε ο προβληματισμός περί της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας μία χιλιετία και περί της Διαμαρτυρήσεως (των Προτεσταντών) μισή χιλιετία. Αυτή η εξέλιξη σημαίνει ίσως ότι κάτι οφείλουν να κάνουν οι δύο Εκκλησίες και οι προτεστάντες, να φωτισθούν από Θεού οι εκκλησιαστικοί ηγήτορες, να προχωρήσουν στην κανονική και πλήρη ενότητά τους; Γιατί η Ανατολική και η Δυτική Εκκλησία μπορεί να είναι αδελφές και κατά τον Απόστολο Ιωάννη, αλλά περιμένει να γνωριστούν και να αναγνωριστούν περισσότερο και πληρέστερα (Β και Γ Επιστολές), ώστε η ενότητά τους να είναι ολοκληρωμένη; Μήπως, για να ολοκληρωθούν οι καλές μεταξύ τους σχέσεις, πρέπει να ληφθούν υπόψη ορισμένα γεγονότα και πράξεις και να αντιμετωπιστούν αναλόγως; Οι αφορισμοί και τα αναθέματα, τα συλλογικά ή ατομικά, που επέβαλαν ήσαν παιχνίδια;

Τέτοια σοβαρά γεγονότα και όχι «παιχνίδια» ήταν, π.χ., οι τοπικοί ή γενικότεροι ή και μεμονωμένοι αφορισμοί Ρωμαιοκαθολικών Χριστιανών από Ορθοδόξους (και το αντίθετο). Μεταξύ των τοιουτοτρόπως αναθεματισθέντων πρέπει να θεωρούνται και (οι) προτεστάντες, αφού αποτελούσαν μέρος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πριν απομακρυνθούν από αυτή, όταν εκφωνήθηκαν οι εν λόγω αφορισμοί. Επίσης, οι προτεστάντες έχουν τους αναθεματισμούς των Ρωμαιοκαθολικών, όταν αποστάτησαν από αυτούς. Μήπως έτσι τέθηκαν εκτός της Εκκλησίας, όχι μόνο της Ρωμαιοκαθολικής, αλλά και της καθόλου, της Καθολικής Εκκλησίας; Και πώς θα τους ονομάσουμε Εκκλησία, εφόσον δεν αίρονται πρώτα οι αναθεματισμοί; Σχετικά πρέπει να έχουμε υπόψη τον 6ο κανόνα της Β’ Οικουμενικής Συνόδου που ορίζει: «Αιρετικούς λέγομεν τους τε πάλαι της Εκκλησίας αποκηρυχθέντας και τους μετά ταύτα υφ’ ημών αναθεματισθέντας».

 

Δ.

Αν δεν διευθετηθούν τα ζητήματα των αναθεμάτων και της ισχύος τους ή άρσεώς τους, πώς θα λυθούν ικανοποιητικώς και επιτυχώς τα συναφή προβλήματα της εκκλησιαστικότητας των ρωμαιοκαθολικών και των διαφόρων προτεσταντών;

Σε αυτά τα περί της άρσεως των αναθεμάτων, επικυρώσεως αυτών, επεκτάσεως και ολοκληρώσεως, καθώς και της κανονικής και αμοιβαίας υποχρεώσεως πραγματοποιήσεώς τους υπάρχει και η συμφωνία γενικότερα του θεολογικού κόσμου. Πάντως, οι προτάσεις και οι θέσεις αυτές τέθηκαν υπόψη και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών προ ετών με εκτενή μελέτη («Τα αναθέματα Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως και κανονικότης της άρσεως αυτών», 1980), την οποία υπέβαλα ως διατριβή επί υφηγεσία και βάσει της οποίας μου απονεμήθηκε ομοφώνως ο σχετικός τίτλος.

Προς αυτή την κατεύθυνση οδηγούν και τα κατωτέρω:

1) Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνωρίζει και αναλαμβάνει την ευθύνη για το έργο αυτό. Τούτο αποδεικνύεται και από τους λόγους του Πατριάρχη Αθηναγόρα, ο οποίος σε δήλωσή του της 7ης.12.1966, στην πρώτη επέτειο της άρσεως των αναθεμάτων, έλεγε: «Δι’ ο και το πανορθόδοξον φρόνημα αγάπης, ειρήνης και υπακοής εις το θέλημα του Κυρίου ημών διά την ενότητα της Αγίας Αυτού Εκκλησίας διατρανούντες, δηλούμεν ότι εν ταπεινώσει θα διακονήσωμεν περαιτέρω την Αληθεία της Αδιαιρέτου Εκκλησίας, ετοίμως έχοντες, ίνα διά σειράς νέων εκκλησιαστικών πράξεων αγάπης συνεχίσωμεν το έργον της Πράξεως της 7ης Δεκεμβρίου 1965, τόπον διδόντες τη δυνάμει και ενεργεία του Παναγίου Πνεύματος».

2) Το ίδιο επιβεβαιώνουν οι λόγοι του Οικουμενικού Πατριάρχη Δημητρίου του Α’. Σε μήνυμά του (της 3ης.12.1977) προς τον Πάπα της Ρώμης, με την ευκαιρία της δωδεκάτης επετείου της γενόμενης άρσεως των αναθεμάτων, διαβεβαίωνε: «Έτοιμοί εσμεν ίνα καταρρίψωμεν πάντα τα ανά μέσον υμών και ημών από των αιώνων υψωθέντα μεσότοιχα, ίνα ομού κοινωνήσωμεν του σώματος και του αίματος του Κυρίου εν τη κοινή θεία Ευχαριστία». Προς αυτήν την κατεύθυνση οδηγούν και οι λόγοι του ιερού Χρυσοστόμου από το έργο του «Περί του μη δειν αναθεματίζειν ζώντας ή τεθνηκότας»: «Τα γαρ αιρετικά δόγματα, τα παρ’ ων παρελάβομεν, αναθεματίζειν χρη, και τα ασεβή δόγματα ελέγχειν, πάσαν δε φειδώ ανθρώπων ποιείσθαι, και εύχεσθαι υπέρ της αυτών σωτηρίας. Γένοιτο δε πάντας ημάς ... απαντήσαι εν ημέρα της (μελλούσης) αναστάσεως αυτώ τω επουρανίω νυμφίω, προσφέροντας αυτώ πλείστους εν δόξη ωφεληθέντας εκ της ημών συμπαθείας, χάριτι και φιλανθρωπία αυτού».

 

Ε.

Κατόπιν των ανωτέρω, νομίζουμε ότι πρέπει να συνεχιστούν και να ολοκληρωθούν η αναζήτηση και ο διάλογος μεταξύ των Χριστιανών στα σχετικά με τα αναθέματα θέματα και προβλήματα για μια κανονική άρση και λύση αυτών:

1) Περί του filioque: Η αναζήτηση και η συζήτηση αυτή άνοιξαν σχετικώς πρόσφατα με την προτροπή του Πάπα της Ρώμης, όταν στις 29 Ιουνίου 1995 στη Βασιλική του Αγίου Πέτρου, ενώπιον του Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου, ζήτησε να αποσαφηνιστεί «η περί του filioque πατροπαράδοτος διδασκαλία, η περιεχομένη στη λειτουργική διατύπωση του λατινικού Πιστεύω».

Η τελική συμφωνία επ’ αυτού είναι ευχερής και δυνατή εφόσον ως επιστήμονες: α) ακολουθήσουμε τους κανόνες της γραμματικής των δύο βασικών γλωσσών, ελληνικής και λατινικής, και β) διορθώσουμε τα μεταφραστικά λάθη στα σχετικά κείμενα της Αγίας Γραφής και του λατινικού Συμβόλου της Πίστεως, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τη διάκριση των προθέσεων εκ (ex) και από (a), που προσδιορίζουν τη σημασία των ρημάτων εκπορεύεσθαι και procedere. Ή ακολουθούμε τους κανόνες των γλωσσών αυτών ή όχι και σφάλλουμε ασφαλώς και οφθαλμοφανώς. Τα ρήματα αυτά με τις προθέσεις εκ (ex) και την αντίστοιχη παρά στην ελληνική γλώσσα σημαίνουν την άμεση προέλευση και καταγωγή, εκ μέρους, εκ των κόλπων του Πατρός εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, ενώ τα ίδια ρήματα με τις προθέσεις από (a) σημαίνουν την έμμεση προέλευση και καταγωγή, τον ερχομό, την αποστολή από τον Υιό του Αγίου Πνεύματος.

2) Κάτι ανάλογο πρέπει να γίνει με το πρωτείο του Πάπα, τον ρόλο και τις υποχρεώσεις του στο συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας. Αυτό διευκρινίζεται άριστα βάσει της Αγίας Γραφής και των ιστορικοκανονικών δεδομένων της Εκκλησίας, των Οικουμενικών Συνόδων. Σημειωτέον ότι η λύση και στο πρόβλημα αυτό συνοψίζεται στο πρωτείο-αλάθητο όχι με το ex Cathedra, αλλά με το a Cathedra. Εφόσον, δηλαδή, αντικατασταθεί το ex Cathedra με το a Cathedra, λύνεται και το μεγάλο διαιρετικό πρόβλημα της σχέσεως συνοδικότητας της Εκκλησίας και πρωτείου εξουσίας και αλαθήτου του Πάπα, η μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και λοιπού Χριστιανικού κόσμου. Εφόσον γίνει δεκτό ότι δεν έχει ο Πάπας αλάθητο ex (= εκ μέρους του, αφ’ εαυτού, αμέσως) εκ της καθ’ έδρας του, αλλά έχει έμμεσο αλάθητο a (ab), εξαγγέλλοντας ως εκπρόσωπος της Συνόδου τι η Σύνοδος αποφάσισε, δεν θα έχει αιτιολογία η διαίρεση της Χριστιανοσύνης. Αδιαμφισβητήτως, το άμεσο (ex) αλάθητο το έχει η Εκκλησία και η εκπροσωπούσα αυτήν Οικουμενική Σύνοδος και όχι ο Πάπας, που μπορεί να έχει το έμμεσο (a).

Εφόσον διευθετηθούν συνεπώς και ακριβώς προς τα γραμματικά, γλωσσικά και λεκτικά κριτήρια τα σχετικά (δι)αιρετικά προβλήματα, πρέπει και είναι δυνατόν να αρθούν και τα διάφορα αναθέματα. Τότε μπορούμε να μιλάμε ελεύθερα, κανονικά και επιτυχημένα για εκκλησιαστικότητα και για Εκκλησίες.