Της Σοφίας Χρήστου

 

Ένα μουσείο με εκθέματα ανεκτίμητης αξίας, διαφορετικό απ’ όλα τα άλλα, υπάρχει εδώ και περίπου μισόν αιώνα στη Νέα Χιλή Αλεξανδρούπολης. Το «Μουσείο Λαογραφίας και Φυσικής Ιστορίας», το παλαιότερο απ’ όλα τα μουσεία της περιοχής, είναι καρπός καθαρά προσωπικού μόχθου. Ιδρυτής του είναι ο 83χρονος σήμερα συνταξιούχος ιεροδάσκαλος Γεώργιος Κομνίδης, ο οποίος, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, επιμελείται προσωπικώς τη συλλογή και τη συντηρεί σε ιδιόκτητο χώρο με έξοδα που καλύπτονται αποκλειστικά από τη σύνταξή του!

Υπηρετώντας ως δάσκαλος και ιερέας σε χωριά του Έβρου, αισθανόταν επιτακτική την ανάγκη να καλύψει τις μαθησιακές ανάγκες των μαθητών του σχετικά με τη χλωρίδα, την πανίδα, αλλά και την παράδοση του παρελθόντος. Έτσι, από το 1962, με πολύ μεράκι, προσπάθειες και κόπο, άρχισε να αναζητά σχετικό υλικό, που αρχικά το συγκέντρωσε στο χωριό Νέοι Ψαθάδες, στον Βόρειο Έβρο, και το ολοκλήρωσε έπειτα από τρία χρόνια.

«Ήθελα να ικανοποιήσω τις μαθησιακές ανάγκες των μαθητών μου, διότι αγνοούσαν την παράδοση και την πανίδα του τόπου τους. Τα παραδοσιακά αντικείμενα και τα εργαλεία τα αγόραζα από ιδιώτες, ενώ τα διάφορα ζώα, πτηνά και ερπετά της περιοχής τα ταρίχευα μόνος μου τις νύχτες», λέει στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» ο π. Γεώργιος και προσθέτει: «Δεν ήταν εύκολο, συνάντησα πολλά εμπόδια, αλλά τα ξεπέρασα!».

Με τον καιρό η συλλογή μεγάλωσε, o χώρος αλλά και οι πόροι δεν έφταναν και οι αγωνίες για τη συνέχιση του μουσείου μεγάλωναν. Έτσι, από το 2003 η συλλογή του παπα-Γιώργη μεταφέρθηκε σε ιδιόκτητο χώρο.

«Το μουσείο στεγάζεται στο ισόγειο της διπλοκατοικίας μου στην οδό Θερμοπυλών 8, σ’ έναν χώρο 140 τ.μ. στην όμορφη Χιλή της Αλεξανδρούπολης. Κάτω, δηλαδή, είναι το μουσείο και ακριβώς από πάνω το σπίτι όπου κατοικώ. Όλες τις εργασίες τις έκανα και συνεχίζω να τις κάνω, παρ' όλα τα προβλήματα υγείας μου, μόνος μου. Από σκούπισμα, σφουγγάρισμα μέχρι ξενάγηση! Πάντα ξεναγός είμαι εγώ, 24ώρες το 24ωρο και για όσο αντέξω. Ό,τι ώρα και όποτε μου ζητηθεί. Τα έξοδα καλύπτονται από τη σύνταξή μου. Δεν έχω καμία βοήθεια. Όλοι θέλουν χρήματα, μακάρι να βρισκόταν ένας εθελοντής ξεναγός», τονίζει ο ηλικιωμένος ιερέας.

Η συλλογή του μουσείου περιλαμβάνει πλούσιο λαογραφικό υλικό, όπως τοπικές φορεσιές, σκεύη οικιακής χρήσης, αγροτικά εργαλεία, όπως το μουχάνι του σιδερά, αργαλειούς, τσικρίκια και ανέμες για το μάζεμα της κλωστής, ντουκάνες, σουφράδες, γάστρα για το ψήσιμο της πίτας, άροτρα και άλλα. Ένα σύνολο από εργαλεία και αντικείμενα καθημερινής χρήσης από τη ζωή στο σπίτι αλλά και στον αγρό του 19ου και 20ού αιώνα.

Η εικόνα αυτή, του καθημερινού βίου του παρελθόντος, συμπληρώνεται με ταριχευμένα ζώα. Συλλογές εντόμων, αγριογούρουνα, λύκοι, ασβοί, ερωδιοί πτηνά, ερπετά του θρακικού χώρου, αλλά και της ευρύτερης περιοχής, φυλάσσονται σε τριώροφη μεγάλη βιτρίνα και παραμένουν αλώβητα από τη φθορά του χρόνου. Ουσιαστικά, μεταφέρθηκε αυτούσιο το αποτύπωμα του ζωικού και φυτικού βασιλείου της θρακικής γης. Επίσης, το μουσείο διαθέτει εξαιρετική συλλογή νομισμάτων, μεταλλευμάτων, απολιθωμάτων κ.λπ.

Παρά τα 83 του χρόνια, ο ιεροδιδάσκαλος Γιώργος Κομνίδης δεν τα παρατά και συνεχίζει την προσπάθειά του για την ανάδειξη του πολιτισμού της περιοχής. Όπως αναφέρει: «Από τις αίθουσες του χειροποίητου μουσείου μου έχουν περάσει γενιές μαθητών, εκπαιδευτικών, διανοουμένων, αναγνωρισμένες προσωπικότητες της δημόσιας ζωής, όπως ο αείμνηστος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος και η σύζυγός του, Ιωάννα, ο αείμνηστος αρχηγός της Ν.Δ. Ευάγγελος Αβέρωφ, η Μελίνα Μερκούρη, καλλιτέχνες, ακαδημαϊκοί, αρχιερείς, ανώτατοι αξιωματικοί και πλήθος κόσμου».

«Είμαι χαρούμενος για όλο αυτό που έχω φτιάξει. Με γεμίζει, με ικανοποιεί. Έχω, μάλιστα, βιβλίο εντυπώσεων και το τι αγάπη και ευχές μου γράφουν δεν λέγεται», λέει με χαμόγελο και ικανοποίηση.

Ο π. Γεώργιος Κομνίδης έχει τιμηθεί το 1980 από την Ακαδημία Αθηνών, τα υπουργεία Πολιτισμού και Παιδείας, από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Θρακικών Σωματίων, από την Ένωση Πολιτιστικών Φορέων Έβρου κ.ά.

Ο ίδιος, όμως, εκφράζει το παράπονό του που δεν του έχει δοθεί ποτέ καμία επιχορήγηση και δεν τον έχει αναγνωρίσει η περιοχή. «Από τον Έβρο δεν έχω αναγνώριση! Και με απασχολεί ιδιαίτερα, γιατί αυτό είναι έργο ζωής! Είπα στον δεσπότη να βρεθεί ένας χώρος δωρεάν για να παραμείνει. Ή να μεταφερθεί σε κάποιο μοναστήρι ή στο Γηροκομείο του Αγίου Κυπριανού, που θα ναι εύκολη η πρόσβαση, θα 'ναι καλό!»

Ο π. Γεώργιος έχει αποκτήσει δύο κόρες, αλλά, όπως λέει, δεν βλέπει να υπάρχει από μεριά τους κάποιο ενδιαφέρον για να συνεχίσουν το έργο του.

Τον ρωτάμε ποιο είναι τ’ όνειρό του για το μουσείο και λέει πως «θέλει να συνεχίσει να υπάρχει και να πορεύεται στον χρόνο. Αν αλλάξει τοποθεσία, ίσως να μπορέσει να αναδειχθεί καλύτερα». Αλλιώς, «αν κλείσω τα μάτια μου, πολύ φοβάμαι ότι θα υπάρξει λεηλασία, θα μου τα “φάνε”!».

Ο μικρός «θησαυρός» του μουσείου παραμένει ανοιχτός προς επίσκεψη κατόπιν συνεννόησης με τον ιερέα και προσφέρεται δωρεάν είσοδος και ξενάγηση. Να σημειωθεί, επίσης, πως υπάρχει πρόσβαση σε άτομα με αναπηρία.

Αυτό που λείπει, ωστόσο, είναι το αληθινό ενδιαφέρον για τη διάσωση και την αξιοποίηση ενός υλικού που αποτέλεσε το έργο ζωής ενός ιεροδασκάλου που αναλώθηκε στην προσφορά υπέρ των μαθητών και του ποιμνίου του. Κάτι πρέπει να γίνει έστω και τώρα, πριν να είναι αργά...

 

Βιογραφικό σημείωμα του π. Γεώργιου Κομνίδη

Ο Γεώργιος Κομνίδης γεννήθηκε στο Σοφικό Διδυμοτείχου στις 10 Ιανουαρίου 1934. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο στο χωριό του και φοίτησε στο γυμνάσιο Διδυμοτείχου για ένα έτος και στη συνέχεια -ως παιδί της Παιδούπολης, λόγω του εμφύλιου πολέμου- στο Γυμνάσιο Ρόδου, Κηφισιάς, στην επτατάξιο εκκλησιαστική Ξάνθης και τέλος άλλα τρία χρόνια στην Εκκλησιαστική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. Το 1962 χειροτονήθηκε ιερέας, ενώ το 1963 τοποθετήθηκε ως ιερέας και δάσκαλος στο χωριό Γιατράδες Διδυμοτείχου, κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Εκεί άρχισε τη δημιουργία του μουσείου, για να ικανοποιήσει καλύτερα τις μαθησιακές ανάγκες των μαθητών του.

Το 1975 μετατέθηκε από τους Γιατράδες στο χωριό Νέοι Ψαθάδες Διδυμοτείχου, όπου υπηρέτησε 27 χρόνια μέχρι τη συνταξιοδότησή του και από την ενεργό θέση του ιερέως, το 2002, διότι ως δάσκαλος είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί το 1989. Το 2002 μετέφερε το μουσείο στη Νέα Χιλή Αλεξανδρουπόλεως, Θερμοπυλών 8, όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Το μουσείο αποτελεί επί περίπου μισόν αιώνα τον αρχαιότερο, αλλά και πλέον παραμελημένο πολιτιστικό φάρο στον Νομό Έβρου. Εκτός της στατικής του προσφοράς στα πολιτιστικά δρώμενα, σε πολλές δεκάδες ανέρχονται οι εκθέσεις του μουσείου που πραγματοποιήθηκαν δωρεάν σε όλες τις πόλεις και τα κεφαλοχώρια του νομού.

Το μουσείο δεν είχε ποτέ εισιτήριο εισόδου, ούτε επιχορηγήθηκε από κάποιον φορέα.