Του Γεωργίου Αθ. Τσούτσου

 

 

Ο ευφήμως γνωστός συγγραφέας, καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ και συγγραφέας 17 βιβλίων και άνω των 180 επιστημονικών δημοσιευμάτων ειδικεύεται μεταξύ άλλων στην ιστορία του 19ου και του 20ού αιώνα, στην ιστορία των θεσμών, στις ιστορικές πηγές, σε θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα της ιστορικής επιστήμης κ.ά.

Στο παρουσιαζόμενο εδώ έργο του (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαζήση), ο Χαράλαμπος Μπαμπούνης φέρνει στο προσκήνιο πολύτιμο αρχειακό υλικό από το «Κατάστιχον των Μοναστηρίων» του 1829, που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Το έργο χωρίζεται στα εξής μέρη: Εισαγωγή, Εκκλησιαστική κατάσταση κατά τη διάρκεια του Αγώνα και (Προς την και) καποδιστριακή διακυβέρνηση, που αποτελούν το πρώτο και το δεύτερο κεφάλαιο, αντίστοιχα, Μετακαποδιστριακά-Οθωνικά, που αποτελούν το αντικείμενο του τρίτου κεφαλαίου, και, τέλος, το τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο, που πραγματεύεται: α. το μοναστηριακό κατάστιχο του 1829, β. Μονές στην Πελοπόννησο και γ. Μονές στο Αιγαίο. Ακολουθούν πηγές και βιβλιογραφία. Στην εισαγωγή επισημαίνεται ότι το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας, το οποίο επανήλθε με οξύτητα από τη δεκαετία του ’80 και εντεύθεν, ετέθη κατά πρώτον «σχεδόν αμέσως με την έναρξη του Αγώνα του 1821…».

Στο πρώτο κεφάλαιο περιγράφεται η ρευστή εκκλησιαστική κατάσταση κατά τη διάρκεια του Αγώνα, καθώς οι 21 επιχώριες Μητροπόλεις, οι τρεις Αρχιεπισκοπές και οι 13 Επισκοπές της νοτίου Ελλάδος αποκόπηκαν από πλευράς επικοινωνίας και διοικητικού συνδέσμου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Παρουσιάζονται οι προσπάθειες επίλυσης σε θεσμικό επίπεδο των εκκλησιαστικών πραγμάτων από τα τοπικά πολιτεύματα και τις Συνελεύσεις του Αγώνα.

Όπως παρατηρεί ο συγγραφέας: «Από την εκτίμηση της γεωγραφίας και της μορφικής συγκρότησης των τοπικών ελληνικών διοικήσεων προκύπτει ότι τα θεσμικά αυτά μορφώματα -τα οποία λειτούργησαν (όσο και όσα λειτούργησαν) με ατελή τοπικά πολιτεύματα- συνέβαλαν γενικά, παρά τις αδυναμίες και τις ιδιαιτερότητές τους, στην “κοινή υπόθεση”, αλλά και στην εγκαθίδρυση συνταγματικοπολιτικών θεσμών» (σ. 14). Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζεται η -από την Γ’ Εθνοσυνέλευση και μετά- ρύθμιση των εκκλησιαστικών πραγμάτων και η Καποδιστριακή διακυβέρνηση. Διαπιστώνεται ότι «η άφιξη του Καποδίστρια ορίζει τη μετάβαση από το κεφάλαιο της Επανάστασης σε εκείνο της συγκροτούμενης Ελληνικής Πολιτείας» (σ. 26).

Ο Καποδίστριας συνέστησε «Εκκλησιαστική Επιτροπή» η οποία αργότερα μετονομάστηκε «Εκκλησιαστικό Συμβούλιον» με γνωμοδοτικό χαρακτήρα για την επίλυση των εκκλησιαστικών ζητημάτων και αντιμετώπισε τις πιέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου αρχικά εναντίον της Ελληνικής Επανάστασης, τον Μάιο του 1827, και κατόπιν υπέρ ενός συμβιβασμού με τους Οθωμανούς. Επί των ημερών του Καποδίστρια έγινε μια πρώτη γενική καταγραφή της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μονών και υποβλήθηκε έκθεση με πληροφορίες για τους ιερούς ναούς, το χριστεπώνυμο πλήρωμα και τις ενορίες.

Στο τρίτο κεφάλαιο ο συγγραφέας παρουσιάζει τις εκκλησιαστικές εξελίξεις μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και τα μέτρα που έλαβε η Αντιβασιλεία επί Όθωνος. Η διορισμένη Ιερά Σύνοδος πρότεινε να κλείσουν τα μοναστήρια που είχαν έως δύο μοναχούς και να δημευθεί η περιουσία τους υπέρ της μισθοδοσίας των κληρικών και για εκπαιδευτικές ανάγκες. Εντούτοις «... τα διατάγματα εφαρμογής του κλεισίματος των μονών ήταν ακόμη πιο αυστηρά, αφού επέβαλαν την παύση λειτουργίας μοναστηριών με λιγότερους των έξι μοναχών, τη δήμευση της εγγείου περιουσίας τους, των πολύτιμων και λατρευτικών σκευών, των εικόνων, των αμφίων, των βιβλίων και όλων των κινητών τους μερών, καθώς και την αμετάκλητη απομάκρυνση από αυτά των μοναχών και των δοκίμων» (σ. 45). Η βιαιότητα και οι καταχρήσεις που συνόδευσαν την εφαρμογή αυτών των μέτρων απέδωσαν εντέλει στο δημόσιο ταμείο ποσόν κατά πολύ μικρότερο του προσδωκομένου.

Στο επόμενο κεφάλαιο παρουσιάζεται το Μοναστηριακό Κατάστιχο του 1829. Περιέχει «... την καταγραφή (όπως και τιτλοφορείται) των μοναστηρίων της Πελοποννήσου, αλλά και λεπτομερή έκθεση «εκ των Πρακτικών της κατά το Αιγαίον Πέλαγος Εκκλησιαστικής Επιτροπής, περί των κατά τόπους Εκκλησιών και μοναστηρίων» και επιπλέον σημειώνονται ορισμένες πληροφορίες για τη μονή Προυσσού στη Στερεά Ελλάδα, η οποία, τη στιγμή εκείνη ήταν εκτός των ορίων καταγραφής των μονών. Περιέχει ακόμη δεκατέσσερις προσφορές βιβλίων σε σχολεία της ελληνικής επικράτειας, προσφορές προς την Εκκλησιαστική Σχολή στον Πόρο, ορισμένες κληροδοσίες, καθώς και μερικά χρηματικά και άλλα «υλικά» βοηθήματα (σ.σ. 47-48). Ο συγγραφέας αναλύει το ευρεθέν υλικό και προβαίνει σε χρήσιμες παρατηρήσεις επ’ αυτού. Αρκετά επιπλέον στοιχεία αποκαλύπτονται μέσω της καταγραφής των μοναστηριακών, όπως τα μετόχια της παρουσιαζόμενης μονής, η κατάσταση των μοναστηριακών εγκατοικημάτων, ο αριθμός των προσώπων που εγκαταβιούν σε αυτά, τα ιερά σκεύη, ποικίλα «κτήματα» (μύλοι, εργαστήρια, αγροτικές εκμεταλλεύσεις, στοιχεία σχετικά με τα εκτρεφόμενα ζώα και μελίσσια, εισοδήματα, αλλά και χρέη μονών κ.ά.).

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα έργο που συμβάλλει ουσιαστικά στην κατανόηση της υπό εξέταση περιόδου μέσω της δημοσίευσης αρχειακού υλικού, ενώ διακρίνεται από σαφήνεια στη διατύπωση των εννοιών και συνθετική-περιεκτική χρήση των δευτερευουσών πηγών.