Του Μ.Γ. Βαρβούνη καθηγητή Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

 

Η Μεγάλη Παρασκευή είναι ημέρα αργίας απόλυτης, θρησκευτικής κατάνυξης και γενικού εκκλησιασμού για τον ελληνικό λαό. Σε πολλές περιοχές της Πελοποννήσου τα παιδιά πραγματοποιούσαν αγερμό στα σπίτια του χωριού, τραγουδώντας τα Πάθη του Χριστού και παίρνοντας ως δώρα αυγά, κουλούρια ή χρήματα. Στη Λέσβο συνήθιζαν να επισκέπτονται εννέα ή δεκατρία ξωκκλήσια, να ανάβουν τα καντήλια των εικονισμάτων και να θυμιάζουν.

Γενικώς η Μεγάλη Παρασκευή θεωρείται ημέρα αφιερωμένη στους νεκρούς, γι’ αυτό και επισκέπτονται τα κοιμητήρια, στολίζουν με λουλούδια και στέφανα τους τάφους των νεκρών και πραγματοποιούν τρισάγια σε αυτούς. Κύρια λατρευτικά γεγονότα η Αποκαθήλωση της πρωινής Ακολουθίας και η περιφορά του Επιταφίου κατά τον όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου, που συνήθως τελείται το βράδυ της ημέρας αυτής.

Ο Επιτάφιος, το ανθοστολισμένο κουβούκλιο μέσα στο οποίο τοποθετείται και διά του οποίου λιτανεύεται η χρυσοκέντητη παράσταση του Επιταφίου Θρήνου του Ιησού Χριστού, στις εκκλησιαστικές ακολουθίες της Μεγάλης Παρασκευής, είναι ιδιαιτέρως αγαπητός στον λαό, ως ο εικονικός τάφος του Κυρίου. Η τετράπλευρη και ενίοτε σκαλισμένη κατασκευή στολίζεται με λουλούδια από τα κορίτσια και τις γυναίκες της ενορίας το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης και το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, μετά και πριν από την Ακολουθία αντιστοίχως, και τοποθετείται στο κέντρο του ναού, όπου εκτίθεται όλη την ημέρα σε προσκύνηση. Τα παιδιά περνούν τρεις φορές από κάτω του, ενώ το βράδυ λιτανεύεται, συχνά κατόπιν εθιμικού εκκλησιαστικού πλειστηριασμού για να αποκτηθεί το δικαίωμα του κρατήματός του.

Σε πολλές περιοχές ο Επιτάφιος οδηγείται στο νεκροταφείο, όπου ψάλλεται τρισάγιο για τους νεκρούς, ή περνά πάνω από τους τάφους των νεκρών της ενορίας και για τον καθένα αναπέμπεται η αντίστοιχη δέηση. Επίσης, κατά την περιφορά, στα τρίστρατα ή μπροστά στα παρεκκλήσια του χωριού η πομπή σταματά και ψάλλεται δέηση.

Σε χωριά και πόλεις όπου υπάρχουν περισσότερες ενορίες συνηθίζεται να συναντιούνται οι Επιτάφιοι στην πλατεία και να αναπέμπεται κοινή δέηση, ενώ στον γυρισμό στον ναό τον κρατούν ψηλά πάνω από την πόρτα, για να περάσουν από κάτω όλοι οι ενήλικοι ενορίτες.

Σε ορισμένες περιοχές, όπως στη Ζάκυνθο, πραγματοποιείται και περιφορά του Εσταυρωμένου το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής. Συνηθίζουν τα παιδιά να περνούν τρεις φορές κάτω από τον Επιτάφιο, ενώ κατά την επιστροφή από τη νυχτερινή λιτάνευση συνήθως τον κρατούν ψηλά πάνω από την είσοδο του ναού, για να περάσουν από κάτω όλοι οι πιστοί και να λάβουν ευλογία.

Σε πολλές περιοχές το δικαίωμα κρατήματος του Σταυρού, του Επιταφίου κ.λπ. κατά την περιφορά κατοχυρωνόταν μετά από σχετικό εθιμικό εκκλησιαστικό πλειστηριασμό.

Σε χωριά των Σερρών έβγαζαν στα παράθυρα των σπιτιών, μαζί με τα κεριά και το θυμίαμα, και πιάτα με χλωρό κριθάρι ή φακή, όταν περνούσε από κάτω ο Επιτάφιος, ενώ αλλού η κυκλική περιφορά, πέρα από τα όρια του χωριού ή της ενορίας, περιλάμβανε και το κοιμητήριο, όπου περνούσαν τον Επιτάφιο πάνω από τους τάφους, διαβάζοντας τρισάγια. Σε ναυτικές περιοχές συνήθιζαν όσοι τον κρατούσαν να μπαίνουν και στη θάλασσα, για να ευλογηθεί και το θαλασσινό νερό, που αποτελούσε τον κύριο επαγγελματικό πόρο για την εξασφάλιση των προς το ζην.

Αλλού, ανάβουν έξω από τις πόρτες εθιμικές πυρές και καίνε λιβάνι. Στις Μέτρες της Θράκης, δε, καίνε κατά την περιφορά και ομοίωμα του Ιούδα, μαζεύοντας τη στάχτη για να τη ρίξουν την επομένη στα μνήματα των νεκρών τους ή στα χωράφια τους. Τα κεριά και τα λουλούδια του Επιταφίου θεωρούνται αγιασμένα και ισχυρά για τη θεραπεία νόσων και την αποτροπή του κακού. Ακόμη και χώμα παίρνουν από τα μέρη όπου σταματά ο Επιτάφιος για να αναπεμφθεί δέηση, συνήθως στα τρίστρατα, με την πίστη ότι αυτό αποδιώχνει θαυματουργικά τα βλαπτικά έντομα.

 

 

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ

Η ημέρα αυτή έχει μεγάλη εθιμική και θρησκευτική σημασία για τον ελληνικό λαό, καθώς θεωρείται και εορτάζεται ως προάγγελος της Ανάστασης. Κατά τον εσπερινό που τελείται το πρωί, μαζί με τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, ο ιερέας σκορπίζει στο «Ανάστα ο Θεός» δαφνόφυλλα, τα οποία φυλάνε στα εικονοστάσια των σπιτιών ως «μύρα». Πρόκειται για ψαλμικό στίχο (Ψαλμός 81, 8), που ψάλλεται μετά το αποστολικό ανάγνωσμα και πριν από την ανάγνωση του Ευαγγελίου στη μετά εσπερινού Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, που τελείται το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, τη γνωστή στον λαό ως «Πρώτη Ανάσταση».

Την ώρα που ψάλλεται, ο ιερέας βγαίνει πανηγυρικά από την Ωραία Πύλη, σκορπώντας στον ναό δαφνόφυλλα και νερατζόφυλλα, που οι πιστοί κρατούν, μεταφέρουν στα σπίτια τους για ευλογία και τα καίνε στο θυμιατό όλο τον χρόνο, σε περιπτώσεις ασθενειών, καταιγίδων ή κρίσιμων οικογενειακών περιστάσεων.

Ταυτοχρόνως, σε πολλές ελληνικές περιοχές οι πιστοί προκαλούν στον ναό έντονο θόρυβο, με πυροβολισμούς και κρότους, χτυπούν τα στασίδια ή ακόμη και τενεκέδες ή λαμαρίνες, ενώ οι καμπάνες του ναού χτυπούν πανηγυρικά.

Στα Επτάνησα, ιδιαίτερα δε στην Κέρκυρα, οι νοικοκυρές ρίχνουν από τα παράθυρα τα άχρηστα και παλιά πήλινα σκεύη τους, «για την πομπή των Εβραίων», όπως λένε. Στη Ζάκυνθο σώρευαν τις δάφνες μπροστά στην Ωραία Πύλη, κρύβοντας στον σωρό και πουλάκια, ώστε ο ιερέας κλωτσώντας τις δάφνες για να τις σκορπίσει στον ναό να ελευθερώσει και τα πουλιά, σε έναν προφανή συμβολισμό της Ανάστασης του Χριστού.

Σε ορισμένες περιοχές, τότε σφάζουν τα αρνιά του Πάσχα. Στα ενετοκρατούμενα Επτάνησα μάλιστα συνήθιζαν οι κρεοπώλες να πηγαίνουν ως δώρο στον Ενετό προβλεπτή το πρώτο κομμάτι του κρέατος που έκοβαν, γι’ αυτό και σε πολλά από τα Ιόνια νησιά όλο τον πασχαλινό αυτό θόρυβο ο λαός τον αποκαλεί «κομμάτι». Όπως γράφει ο Δ.Σ. Λουκάτος, λόγω των εθίμων αυτών η φράση «Ανάστα ο Θεός» έφτασε να σημαίνει τη μεγάλη αναστάτωση και την έντονη φασαρία, σε όλων των ειδών τις προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις.

Tην ίδια ώρα, σπάνε πήλινα αγγεία και παράγουν τελετουργικά θορύβους, με τους οποίους δηλώνουν τη χαρά της Αναστάσεως, κυρίως όμως αποτρέπουν το κακό, κατά την κρίσιμη, διαβατήρια και οριακή εκείνη στιγμή, όπως ο λαός την αντιλαμβάνεται, περάσματος από τον θάνατο στην ανάσταση, από τη φθορά στην αιωνιότητα, από τη νέκρωση του χειμώνα στη βλάστηση της άνοιξης και στην παραγωγή του καλοκαιριού. Στη Μάδυτο άναβαν εθιμική πυρά στο προαύλιο του ναού, ενώ στην Κέρκυρα πετούν μεγάλα πήλινα δοχεία γεμάτα με νερό από τα παράθυρα στον δρόμο, παράγοντας μεγάλο κρότο. Στο Λασίθι συνήθιζαν να παρασκευάζουν νέα ζύμη και προζύμι με τα λουλούδια από τον Επιτάφιο, ενώ σε άλλα μέρη ζύμωναν τις κουλούρες της Λαμπρής. Μία κουλούρα με πέντε κόκκινα αβγά μάλιστα την κρεμούσαν στα εικονίσματα και την άφηναν εκεί μέχρι την Πρωτομαγιά, οπότε και την έτρωγαν.

Το Μεγάλο Σάββατο συνήθως έσφαζαν το αρνί του πασχαλινού εορταστικού τραπεζιού, τον «λαμπριώτη» ή «πασκάτη» αμνό, με τις παλαιοδιαθηκικές καταβολές και τη θυσιαστική τελετουργική πρακτική της σφαγής. Έστελναν επίσης δώρα πασχαλινά, όπως αυγά, γλυκίσματα και κουλούρες, στους αρραβωνιαστικούς, τους γονείς και τα πεθερικά τους, κατά περίπτωση. Σε πολλές περιοχές επισκέπτονταν τους τάφους των νεκρών, τελούσαν τρισάγια και μοίραζαν κουλούρια και γλυκίσματα στη μνήμη τους, ενώ στην Κορώνη έβραζαν σιτάρι και το μοίραζαν με μια φέτα ψωμί για την ανάπαυση των ψυχών των πεθαμένων τους.

Το Μεγάλο Σάββατο επίσης τηρείται αυστηρή νηστεία στο λάδι και ξηροφαγία, καθώς είναι το μοναδικό Σάββατο του χρόνου που η Εκκλησία επιβάλλει τη νηστεία του λαδιού «διά την θεόσωμον ταφήν του Κυρίου». Θεωρούν γενικά ότι ο θάνατος εκείνη την ημέρα είναι καλό σημάδι για τη μεταθανάτια τύχη της ψυχής του νεκρού, ενώ στις Κυδωνιές πριν από την Ανάσταση σήκωναν ακόμη και τις κλώσσες από τα αυγά, για να μην «εργάζονται» ούτε αυτές κατά την ιερή, κρίσιμη και οριακά διαβατήρια εκείνη στιγμή.