Απόδοση στη Νέα Ελληνική: Αρχιμ. Χερουβείμ Βελέτζα, διευθυντή Προσωπικού της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Ιεροκήρυκα της Ι.Μ. Κερκύρας

 

Τι είναι ο άνθρωπος, συγκρινόμενος με τη θεία φύση; Τίνος αγίου λόγια να επικαλεστώ, με τα οποία ευτελίζεται το ανθρώπινο γένος; Κατά τον Αβραάμ, γη και σποδός είναι, κατά τον Ησαΐα, χορτάρι, κατά δε τον Δαβίδ ούτε καν χορτάρι, αλλά σαν χορτάρι, γιατί ο μεν ένας λέει «Πάσα σαρξ χόρτος» (Ησ. 40, 6), αυτός δε πάλι «Άνθρωπος ωσεί χόρτος» (Ψαλμ. 102, 15), κατά τον Εκκλησιαστή ματαιότης, κατά τον Παύλο ταλαιπωρία, γιατί με αυτά που ο Απόστολος κατονόμασε τον εαυτό του κατοικίζεται η ανθρωπότητα όλη. Αυτό είναι ο άνθρωπος, ο δε Θεός τι είναι; Και πώς να απαντήσω στο τι, το οποίο δεν είναι δυνατόν ούτε να δει κανείς, ούτε να ακούσει, ούτε να χωρέσει στην καρδιά του; Με ποιες λέξεις να περιγράψω τη (θεία) φύση; Τι παράδειγμα να βρω για τούτο το αγαθό μέσα από όλα τα γραπτά; Ποιες λέξεις να εφεύρω για την περιγραφή του αρρήτου;

Άκουσα τη θεόπνευστο Γραφή να λέει μεγάλα για τη θεία φύση, αλλά τι σχέση έχουν αυτά με αυτή την ίδια τη (θεία) φύση; Διότι στο μέτρο που χωρούσα εγώ να δεχθώ, τόσο είπε ο λόγος, κι όχι όσο πραγματικά είναι το δηλούμενο. Όπως δηλαδή όταν αναπνέουμε, ο καθένας σύμφωνα με την ευρυχωρία των πνευμόνων του, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο αέρα προσλαμβάνει, και πάλι εκείνος που λαμβάνει μέσα του πολύ αέρα δεν προσλαμβάνει όλο το στοιχείο, αλλά όσο δύναται, και ο αέρας στο σύνολό του δεν ελαττώνεται, έτσι και οι θεολογίες της Αγίας Γραφής που διατυπώθηκαν προς εμάς από τους εν Αγίω Πνεύματι θεοφόρους (Προφήτες και Αποστόλους), κατά μεν το μέτρο της δικής μας διανοίας, είναι υψηλές και μεγάλες και πάνω από κάθε μέγεθος, όμως δεν αγγίζουν καν το αληθινό μέγεθος. «Τις εμέτρησε»͵ λέει͵ «τον ουρανὸν σπιθαμή͵ και τη χειρί το ύδωρ͵ και πάσαν την γην δρακί;» (Ιερεμ. 40, 12).

Βλέπεις τη μεγαλοφυΐα εκείνου που περιγράφει την άφατο δύναμη; Αλλά τι σχέση έχουν αυτά προς την απόλυτη αλήθεια; Μέρος λοιπόν της θείας ενεργείας φανέρωσε ο προφητικός λόγος με τούτες τις μεγάλες και αλληγορικές ρήσεις, αυτή δε την δύναμη από την οποία προέρχεται η ενέργεια, για να μη πω τη (θεία) φύση από την οποία προέρχεται η δύναμη, ούτε είπε ούτε ασχολήθηκε, αλλά και δηλώνει ακροθιγώς με τον λόγο κάποιων στοχασμών που απεικονίζουν το Θείον, σαν να προέρχονται από το ίδιο το πρόσωπο του Θεού: «Τίνι με ομοιώσατε;» λέγει Κύριος (Ησ. 40, 18). Την ίδια συμβουλή δίνει και ο Εκκλησιαστής με τα δικά του λόγια: «Μη σπεύσῃς εξενεγκείν ρήμα προ προσώπου του Θεού· ότι ο Θεός εν τω ουρανώ άνω͵ και συ επὶ της γης κάτω» (Εκκλ. 5, 1), δείχνοντας, κατά τη γνώμη μου, με την αντιδιαστολή των στοιχείων, πόσο υπερέχει η θεία φύση από τους γήινους διαλογισμούς.

Αυτό λοιπόν το τόσο σπουδαίο και τόσο μεγάλο πράγμα, το οποίο δεν είναι δυνατόν ούτε να δει κανείς, ούτε να ακούσει, ούτε να διανοηθεί, το κάνει δικό του ο μόνος μεταξύ των όντων λογικός άνθρωπος -η στάχτη, το χορτάρι, η ματαιότης- προσλαμβανόμενος από τον Θεό των όλων στην τάξη του υιού. Τι μπορεί να βρει κανείς επάξιο ευχαριστίας για τούτη τη χάρη; Με ποια φωνή, ποιον στοχασμό, ποια ενθύμηση να ανυμνήσει το μεγαλείο της χάριτος; Υπερβαίνει την ίδια του τη φύση ο άνθρωπος, καθότι γίνεται από θνητός αθάνατος και από φθαρτός άσπιλος και από εφήμερος αιώνιος και από άνθρωπος θεός σε όλα. Διότι εκείνος που έχει αξιωθεί να γίνει υιός του Θεού θα έχει πάντα επάνω του το αξίωμα του πατρός και γίνεται κληρονόμος όλων των πατρικών αγαθών. Ω, πόσο μεγάλη είναι η δωρεά του πλουσίου Δεσπότου, πόσο πλατιά η παλάμη, πόσο ανοιχτό το χέρι, πόσο μεγάλα τα χαρίσματα των απόρρητων θησαυρών. Από φιλανθρωπία οδηγεί σχεδόν στο ομότιμό Του την ατιμασμένη από την αμαρτία φύση. Γιατί εάν χαρίζει στους ανθρώπους να κάνουν δικό τους αυτό που αυτός είναι από τη φύση Του, τι άλλο επαγγέλλεται με τη συγγένεια εκτός από κάποια ομοτιμία;

Επομένως, το μεν έπαθλο είναι αυτό, ο δε άθλος ποιος είναι; Αν κάνεις ειρήνη, λέει, θα στεφανωθείς με τη χάρη της υιοθεσίας. Εμένα μου φαίνεται ότι και το έργο, για το οποίο τόσο μεγάλο μισθό υπόσχεται, είναι άλλο ένα δώρο. Διότι ποιο είναι γλυκύτερο από την ειρηνική ζωή ανάμεσα σε όσα οι άνθρωποι φροντίζουν στον βίο τους να απολαμβάνουν; Ό,τι κι αν σκεφτείς από τα γλυκά πράγματα της ζωής, έχει ανάγκη την ειρήνη για να είναι γλυκό. Γιατί αν υπάρχουν τα πάντα, όσα είναι τιμημένα στον βίο, πλούτος, υγεία, γυναίκα, παιδιά, σπίτι, γονείς, υπηρέτες, φίλοι, γη και θάλασσα που πλουτίζουν αυτούς που τις κατέχουν, κήποι, κυνήγι, λουτρά, παλαίστρες, αθλήματα, εστιατόρια και συμπόσια, και όλα όσα υπάρχουν, επινοήματα της ευχαρίστησης, κι ας προστεθούν σε αυτά τα όμορφα θεάματα και οι μουσικές παραστάσεις και ό,τι άλλο με το οποίο γίνεται ηδύς ο βίος όσων τα μεταχειρίζονται. Αν όλα αυτά υπάρχουν, αλλά απουσιάζει το αγαθό της ειρήνης, ποιο το κέρδος από αυτά όταν ο πόλεμος διακόπτει την απόλαυση των αγαθών; Επομένως η ειρήνη από μόνη της είναι γλυκιά σε όσους μετέχουν σε αυτή και γλυκαίνει πιο πολύ όλα τα τιμώμενα στον βίο.

(PG 44. 1277, 39-1281, 20)