Του Γιώργου Θεοχάρη

 

H δόξα και οι τιμές δεν ήταν αρκετά για να τον κρατήσουν στον κόσμο. Άφησε πίσω του φίλους, οικογένεια και έναν δρόμο ορθάνοιχτο για να ανέβει ίσως και στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου στον πρωταθλητισμό και κατέφυγε στην «έρημο» του Αγίου Όρους. Στο απόκρημνο ησυχαστήριο της Γεννήσεως του Χριστού, στα ξακουστά «Κατουνάκια», εγκαταβιοί τα τελευταία είκοσι χρόνια ο πατέρας Βασίλειος. Ήταν παιδί όταν εγκατέλειψε την έντονη κοσμική ζωή που είχε στις Αχαρνές, όπου ζούσε με τα δύο αδέλφια του και την αγαπημένη του μητέρα. Σήμερα, στο πατρικό του σπίτι ζει μόνο η μητέρα του, καθώς τον δρόμο του πατέρα Βασίλειου, πέντε χρόνια αργότερα, ακολούθησε και ο κατά σάρκα αδελφός του, πατέρας Δωρόθεος. Ο τρίτος αδελφός έχει δημιουργήσει οικογένεια.

 

«Τα μετάλλια δεν μου έδωσαν την ευτυχία που αναζητούσα»

Πρωταθλητής πάλης στην κοσμική του ζωή, ο πατέρας Βασίλειος, με ένα χρυσό μετάλλιο το 1990. Διακρίθηκε στην ελευθέρα πάλη παίδων, εφήβων και νέων. Έντεκα μετάλλια σε πανελλαδικό επίπεδο. Έξι χρυσά, τρία ασημένια και δύο χάλκινα. Μετά και τη συμμετοχή του σε πανευρωπαϊκό αγώνα πάλης στην Τουρκία, «...όλα άλλαξαν. Κάτι μίλησε μέσα μου και η ψυχή μου αναζητούσε κάτι πιο ουσιαστικό και διαχρονικό. Δεν με έκαναν ευτυχισμένο οι διακρίσεις. Τελικά ο Θεός μού χτύπησε το καμπανάκι για να τον υπηρετήσω. Πήρα τον δρόμο της τελειότητας, αφιερώθηκα σώματι και ψυχή στον Θεό. Είπα “τέρμα πια η κοσμική ζωή, η ύλη, η σάρκα”. Αυτά χάνονται και φθείρονται στον χρόνο. Αυτό που μένει είναι μόνο η πνευματική άσκηση και η σωτηρία της ψυχής. Φυσικά, ποτέ δεν μετάνιωσα για αυτή την απόφαση. Εδώ που ζω βλέπει μόνο ο Θεός. Εμείς προσευχόμαστε τόσο για τη σωτηρία της ψυχής μας όσο και για τον κόσμο, όπου σήμερα ο καθένας ανεβαίνει έναν γολγοθά», εξηγεί σήμερα μιλώντας αποκλειστικά στην «Αγιορείτικη Κιβωτό».

«Το δακτυλίδι των αρραβώνων μου το χάρισα στη Θεοτόκο»

Μοναδικά του εφόδια η ταπεινοφροσύνη, η αγάπη, η υπακοή αλλά και η πνευματική καθοδήγηση από τον γέροντά του, πατέρα Βλάσιο, ο οποίος ζει στην αθωνική πολιτεία πενήντα ολόκληρα χρόνια και έχει να του δώσει σημαντικά πνευματικά εφόδια για να αντιμετωπίσει τη σκληρή άσκηση που καλείται να κάνει ως Αγιορείτης ασκητής.

Η πρόσβαση στο ησυχαστήριο είναι δυνατή από ένα αυτοσχέδιο μονοπάτι ανάμεσα σε βράχους, αλλά και πυκνή βλάστηση.

Μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές του πατέρα Βασίλειου ήταν όταν η νονά του, χωρίς να γνωρίζει ότι επρόκειτο να μονάσει, του χάρισε το δαχτυλίδι των αρραβώνων του. Και εκείνος αυτό το δαχτυλίδι το αφιέρωσε στη Θεοτόκο. «Αντί για μια κοσμική γυναίκα, το δαχτυλίδι το αφιέρωσα στην Παναγία όταν ήρθα στο Άγιο Όρος και έγινα μοναχός», λέει. Μια διαρκής δοκιμασία η ζωή του ασκητή, ωστόσο ο ίδιος δείχνει τόσο ήρεμος και γαλήνιος, σαν να βιώνει κάτι ξεχωριστό. Ζει προσευχόμενος και σαν εργόχειρο έχει το αγιορείτικο κομπολόι, το «δάκρυ της Παναγίας». Πρόκειται για φυτό που η παράδοση αναφέρει πως φύτρωσε από τα δάκρυα της Παναγίας που έπεφταν στη γη.

Κάποτε ένας μοναχός καθόταν περίλυπος επειδή δεν μπορούσε να μάθει να πλέκει κομποσχοίνι. Τότε του παρουσιάστηκε η Παναγία και τον ρώτησε: «Γιατί είσαι περίλυπος;». Της απεκρίθη: «Δεν μπορώ να μάθω να πλέκω κομποσχοίνι». Τότε η Παναγία τού έδωσε αυτούς τους σπόρους και του είπε: «Πάρε τα δάκρυά μου, καλλιέργησέ τα και κάνε κομπολόγια προσευχής και λέγε: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Ο Γεράσιμος Σμυρνάκης, στο βιβλίο του «Το Άγιον Όρος» (1903), δίνει την παρακάτω περιγραφή:

«Ενταύθα καλλιεργείται και το καλαμώδες φυτόν, εκ των ασταχύων του οποίου εξάγονται από του μηνός Ιουλίου μέχρις Οκτωβρίου κόκκοι σκληροί και φαιόχροοι, καλούμενοι εν τω Αγίω Όρει “Δάκρυα της Παναγίας”, και του οποίου η καλλιέργεια, αναπτυσσομένου και μέχρι μέτρου, απαιτεί μάλλον τελματώδη μέρη, ήτοι αφθονούντα υδάτων.

Εκάστης δε οκάδος των ανωτέρω κόκκων η αξία ανέρχεται εις γρόσια 10-25. Τούτους οι διάφοροι μοναχοί αγοράζοντες, κατασκευάζουσι κομβολόγια, συνδέοντες διά σύρματος, όπερ διαπερώσι διά των φύσει υπαρχουσών διατρήσεων αυτών. .. Απεκλήθησαν δε Δάκρυα της Παναγίας, ως λέγεται, υπό των ησυχαστών, διότι αύτη, εμφανισθείσα εις τον εν τη καλύβη του Αγίου Παντελεήμονος διαμένοντα Γέροντα, υπέδειξεν αυτώ την καλλιέργειαν του φυτού τούτου προς πόρον ζωής, καθ' ον χρόνον ηδημόνει δακρύων, μη δυνάμενος ένεκα του γήρως να προσπορίζηται τα προς ζωάρκειαν αυτού ... Εν τη βοτανική καλείται το ρηθέν φυτόν Coix Lacryma L.».

ΕΡ. Μήπως κάποιο γεγονός που σας απαγοήτευσε στην κοσμική ζωή σάς έφερε εδώ;

Όχι, δεν έπαιξε ρόλο κάποιο συγκεκριμένο γεγονός. Μόνο ο πόθος μου για τον Χριστό και την Παναγία. Ο ασκητικός βίος με προσήλκυε σαν μαγνήτης και με ενθουσίαζε. Άλλωστε από μικρό παιδί ήμουν στην εκκλησία. Συγκεκριμένα, από οκτώ χρόνων βοηθούσα τον ιερέα στην ενορία μου. Ταυτόχρονα, με τραβούσε και ο αθλητισμός, με τον οποίο ασχολήθηκα περίπου έξι χρόνια. Η ελευθέρα πάλη στην οποία δραστηριοποιήθηκα με γέμιζε. Δεν άφησα όμως ποτέ και τα πνευματικά μου. Σε ηλικία 19 ετών και εφόσον είχα βιώσει έντονες κοσμικές καταστάσεις έγινε η αρχή της γνωριμίας μου με τον μοναχισμό. Επισκέφθηκα κάποια ησυχαστήρια της αγιορείτικης ερήμου και τότε άρχισα να εντυπωσιάζομαι βλέποντας ότι υπάρχει ένας διαφορετικός τρόπος ζωής. Μπορεί να είχα τους φίλους μου, τα αδέλφια μου και τη μάνα που με υπεραγαπάει, αλλά ένα τεράστιο ψυχικό κενό με έκανεδυστυχισμένο. Έτσι, μου δημιουργήθηκε ένας έρωτας για τον ασκητισμό και τον Θεό. Που στη συνέχεια έγινε πράξη.

ΕΡ. Είχατε κάποιες διακρίσεις στον πρωταθλητισμό πάλης;

Ναι, είχα αρκετές στην ελευθέρα πάλη παίδων, εφήβων και νέων. Έντεκα μετάλλια σε πανελλαδικό επίπεδο, έξι χρυσά, τρία ασημένια και δύο χάλκινα. Μετά και τη συμμετοχή μου σε πανευρωπαϊκό αγώνα πάλης στην Τουρκία, ο Θεός μού χτύπησε το καμπανάκι για να Τον υπηρετήσω. Πήρα τον δρόμο της τελειότητας, αφιερώθηκα σώματι και ψυχή στον Θεό. Είπα «τέρμα πια η κοσμική ζωή, η ύλη, η σάρκα. Αυτά χάνονται και φθείρονται στον χρόνο. Αυτό που μένει είναι μόνο η πνευματική άσκηση και η σωτηρία της ψυχής».

 

ΕΡ. Είχατε σκεφθεί κάποια στιγμή να δημιουργήσετε οικογένεια;

Μου το έλεγαν αυτό συνεχώς οι δικοί μου και ιδιαίτερα η γιαγιά μου, αλλά εγώ καταλάβαινα ότι δεν αντισταθμίζεται η οικογενειακή με την πνευματική ζωή. Ποτέ δεν είχα ιδιαίτερη κλίση στην απόκτηση οικογένειας. Άλλωστε, στην εφηβεία μου, όταν άρχισα να σκέπτομαι και αυτό το θέμα, με πρόλαβε ο ασκητισμός.

ΕΡ. Μετά από εσάς, στο Άγιον Όρος ήρθε και ο κατά σάρκα αδερφός σας;

Ναι, εγώ ήρθα το 1992 και μετά από ενάμιση χρόνο ήρθε και εκείνος.

 

ΕΡ. Τον παρακινήσατε εσείς ή από μόνος του πήρε την απόφαση;

Ο μοναχισμός δεν είναι βία. Ο Χριστός είπε: «Όποιος θέλει οπίσω μου ελθείν». Αν δεν γινόταν έτσι, αργότερα, εάν το μετάνιωνε, θα είχα μεγάλη ευθύνη. Απλά, ήρθε κάποιες φορές στο Άγιον Όρος, κάτι τον προσήλκυσε, και μετά από κάποιο διάστημα μας γνωστοποίησε ότι αποφάσισε να μονάσει. Επίσης, η κατήχηση των πατέρων του ησυχαστηρίου μας έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση του αδερφού μου. Εκείνος ήταν έτοιμος να παντρευτεί. Είχε ήδη βρει και τη γυναίκα που θα νυμφευόταν. Στην αρχή, τα πράγματα για τον αδελφό μου ήταν πολύ δύσκολα, δεδομένης της σχέσης του με την κοπέλα του.

ΕΡ. Η οικογένειά σας πώς το αντιμετώπισε; Ο πατέρας σας, η μητέρα σας;

Ο πατέρας μου δεν ήταν στη ζωή. Η μητέρα μου το δέχτηκε, αλλά στεναχωρήθηκε πολύ με τη φυγή του αδελφού μου. Εκεί λοιπόν πόνεσε, λυπήθηκε και πικράθηκε πάρα πολύ. Της στοίχισε πολύ ακριβά ο χαμός δύο παιδιών που εγκατέλειψαν το σπίτι για πάντα. Έκλαψε πολύ η μητέρα μου. Εμείς όμως το σκεφτήκαμε διαφορετικά. Είπαμε ότι ο Θεός μεριμνά για την ψυχή της, το σώμα της, καθώς δύο παιδιά αφιέρωσε για την αγάπη του Θεού. Έφτασε σε κατάσταση πολύ δύσκολη. Λίγο έλειψε να φύγει από τη ζωή λόγω της έντονης στεναχώριας της. Αλλά δόξα τω Θεώ, σήμερα τα πράγματα είναι σαφώς καλύτερα. Το έχει πλέον αποδεχτεί απόλυτα. Εν τω μεταξύ, στην Αθήνα ζει και ο μεγαλύτερός μου αδελφός, ο οποίος έχει αποκτήσει οικογένεια και έχει τρία παιδάκια. Όπως καταλαβαίνετε, είναι ένα σημαντικό στήριγμα για τη μητέρα μου.

 

ΕΡ. Τώρα τι αισθάνεστε για τη μητέρα σας; Εάν ήταν μαζί μας, τι θα της λέγατε; Ποια είναι τα συναισθήματά σας;

Τα συναισθήματά μου είναι πλέον διαφορετικά. Δεν είμαι παιδί της, ήμουν κάποτε παιδί της. Μητέρα μου πλέον είναι η Παναγία. Τη σαρκική μου μητέρα την έχω ως αδελφή. Η πραγματική μητέρα μου είναι η Παναγία. Αυτή πρέπει να αγαπήσω, γι' αυτήν ήρθα και αυτή πιστεύω θα με σώσει κάποια στιγμή. Θα με βοηθήσει να σώσω την ψυχή μου. Μιας και αναφερόμαστε στην οικογένειά μου, να σας διηγηθώ ένα ενδιαφέρον περιστατικό, που συνέβη λίγο πριν φύγω για να μονάσω. Κάποια στιγμή λοιπόν σε ανύποπτο χρόνο η νονά μου μού δώρισε ένα δακτυλίδι και μου είπε: «Αυτό σ’ το χαρίζω για τους αρραβώνες σου, όποτε και εάν γίνουν». Εγώ όμως αντί για μια κοσμική γυναίκα το δαχτυλίδι το αφιέρωσα στην Παναγία, όταν ήρθα στο Άγιον Όρος. Αυτή θα υπηρετώ, πρώτα ο Θεός, μέχρι τον σαρκικό θάνατό μου. Νυμφεύθηκα πνευματικώς τον Κύριο Ιησού Χριστό και τη μητέρα Του, τη Θεοτόκο, παρά μια σαρκική γυναίκα.

 

ΕΡ. Η νονά σας είχε καταλάβει ότι ίσως κάποια στιγμή θα μονάσετε;

Eίχα λειτουργήσει έτσι ώστε σε κανέναν δεν περνούσε από το μυαλό ότι θα μπορούσα να μονάσω. Είχα φίλους και παρέες, αλλά δεν παραμελούσα καθόλου τα πνευματικά μου καθήκοντα. Εκκλησιαζόμουν κάθε Κυριακή, προσευχόμουν τακτικά, νήστευα κάθε Τετάρτη και Παρασκευή και φυσικά κάθε Σαρακοστή. Βοηθούσα όπου μπορούσα τους αδελφούς μου - και δεν εννοώ μόνο τους κατά σάρκα, αλλά κάθε συνάνθρωπό μου. Το καταλάβανε μόνο την ημέρα που έφυγα για το Άγιον Όρος. Εκεί τους το γνωστοποίησα και έμειναν έκπληκτοι. Ήμασταν δεμένη οικογένεια και με τους συγγενείς είχαμε μια αρκετά στενή και αληθινή σχέση.

 

ΕΡ. Μετά από τόσα χρόνια μοναχός, δεν σας έχουν λείψει η μητέρα σας και ο κατά σάρκα αδερφός σας που ζουν στην Αθήνα, αλλά και συγγενείς και παιδικοί φίλοι;

Δεν μου έχουν λείψει ιδιαίτερα. Εφόσον με προσήλκυσαν η αγάπη και ο πόθος της Παναγίας και δεδομένου ότι πήρα μια οριστική απόφαση να μείνω μοναχός, αυτομάτως η αγάπη προς τους δικούς μου απομακρύνθηκε. Πλέον δεν συγκινούμαι, ούτε νιώθω ιδιαίτερο δεσμό. Τους βλέπω όλους σαν αδέλφια μου, όχι κάτι ιδιαίτερο. Αυτά είναι τα συναισθήματά μου...

 

ΕΡ. Κάποια στιγμή μετανιώσατε για την απόφασή σας να μονάσετε;

Τους διαφόρους λογισμούς περί αυτού τους πολεμάω με την προσευχή. Και έτσι, μένουν μόνο λογισμοί. Για να το αποφασίσω, θα έπρεπε να συγκαταθέσει και η καρδιά μου σε αυτό. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Οπότε κατηγορηματικά σας λέγω ότι ουδέποτε μετάνιωσα για την απόφαση που πήρα να ασκητέψω. Η γαλήνη της πνευματικής ζωής δεν αντικαθίσταται με όλους τους θησαυρούς του κόσμου. Είναι μια μοναδική εμπειρία.

 

ΕΡ. Πόσοι μοναχοί εγκαταβιοίτε στο ησυχαστήριό σας;

 

Είμαστε 10 μοναχοί - σχετικά μεγάλη αδελφότητα για την ασκητική περιοχή. Ζούμε κοινόβια και όλοι συνεισφέρουμε με το εργόχειρό μας στην αδελφότητα.

 

ΕΡ. Πώς μπορεί κάποιος να επισκεφθεί τα ησυχαστήρια στα Κατουνάκια και στις γύρω περιοχές του Αγίου Όρους;

Πρώτα από όλα να πούμε ότι η πρόσβαση στα ησυχαστήρια της αγιορείτικης ερήμου, όπως λέγεται, γίνεται μόνο από αυτοσχέδια μονοπάτια, με πεζοπορία ή με μουλάρια. Και εδώ να πούμε ότι μόνο με πίστη μπορεί κάποιος να αντέξει αυτές τις συνθήκες. Ο ιερός σκοπός σε κάνει να υπομένεις κάθε δυσκολία και δοκιμασία. Άλλωστε για αυτό ήρθα εδώ, για να ταπεινωθώ και να πονέσω. Η βασιλεία του Θεού δεν κερδίζεται με ανέσεις και πολυτέλεια, αλλά μόνο εξασκώντας την αρετή, καταργώντας τα πάθη της σάρκας και ζώντας από λιτά μέχρι την απόλυτη σκληραγωγία.

 

ΕΡ. Πώς είναι το 24ωρό σας;

Ξεκινάει στις 4 το πρωί με την κοσμική ώρα. Είναι η ώρα του όρθρου στο εκκλησάκι που έχουμε στο απόκρημνο ησυχαστήριό μας. Ακολουθεί Θεία Λειτουργία, όταν υπάρχει ιερέας. Αυτό μέχρι τις 8 το πρωί σε καθημερινή βάση. Η τράπεζα, δηλαδή το φαγητό, είναι το επόμενο βήμα στο πρόγραμμά μας. Έπειτα, ο κάθε μοναχός κάνει το διακόνημά του, δηλαδή την εργασία του. Από τα μαγειρεία μέχρι τον μικρό κήπο όπου καλλιεργούμε ζαρζαβατικά. Δύο με τέσσερις είναι η ανάπαυση και ακολουθούν ο εσπερινός και η τράπεζα. Στη συνέχεια, και πάλι στα διακονήματά μας μέχρι τη βραδινή ανάπαυση.

 

ΕΡ. Βαριά η καλογερική, πατέρα Βασίλειε;

Ανάλογα τι θέλεις από τη ζωή σου. Η άνεση και η καλοπέραση που σου προσφέρουν απλόχερα τα εγκόσμια σαφώς δεν σημαίνουν ότι κερδίζεις και την ευτυχία. Αυτή η αρετή... αποκτάται μόνο με την εσωτερική εξάσκηση. Όσο βαριά κι αν είναι η καλογερική... αξίζει που αφοσιώθηκα. Άλλωστε, αυτή είναι το μέσο για την επίτευξη του ουράνιου πόθου μου, της βασιλείας των ουρανών.