Απόδοση στη Νεοελληνική: Αρχιμ. Χερουβείμ Βελέτζα, Ιεροκήρυκος Ι. Μ. Κερκύρας και Παξών, Διευθυντού Προσωπικού Ιεράς Συνόδου

 

Με τι, λοιπόν, να παρομοιώσουμε την παρούσα κατάσταση; Η οποία είναι όμοια με κάποιον ναυτικό πόλεμο, τον οποίο από παλαιές συγκρούσεις, αφού εξέθρεψαν πολύ θυμό ενάντια ο ένας στον άλλο, συνέστησαν κάποιοι άνδρες ναυμάχοι και πολεμόχαροι. Κοίτα, λοιπόν, στην εικόνα αυτή τον στόλο και από τις δύο μεριές να αντεπιτίθεται με σφοδρότητα κι έπειτα, αφού η οργή εκραγεί σε αθεράπευτο βαθμό, να διαγωνίζονται πέφτοντας και οι δύο. Βάλε με τον νου σου, αν θέλεις, και βίαια θύελλα να συγκλονίζει το ναυτικό και καταχνιά πέφτοντας συνέχεια από τα νέφη να αμαυρώνει την όραση, ώστε να μην υπάρχει πλέον καμία διάκριση ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς, αφού, εξαιτίας της σύγχυσης, δεν διακρίνονται τα σύμβολά τους. Ας προσθέσουμε, ακόμα, για την παραστατικότητα της εικόνας και τη θάλασσα φουσκωμένη και στρεφόμενη από τον βυθό προς τα άνω και καταρρακτώδη βροχή να κατακρημνίζεται από τα νέφη και τα κύματα να ορθώνονται φοβερά από την τρικυμία. Έπειτα τους ανέμους από όλες τις μεριές να συμπίπτουν στο ίδιο σημείο, όλο τον στόλο να συνταράσσεται και σε κάθε παράταξη άλλους μεν να γίνονται προδότες και να αυτομολούν, εξαιτίας της αγωνίας, και τους υπολοίπους να βρίσκονται σε ανάγκη, ταυτόχρονα να ευθυγραμμίζουν τα σκάφη, τα οποία παρασύρονται από τον άνεμο, και να αποκρούουν όσους εφορμούν και να σκοτώνουν ο ένας τον άλλο, εξαιτίας της στάσεως την οποία δημιούργησε ο φθόνος προς εκείνο που υπερέχει και η επιθυμία του καθενός να επιβληθεί.

Μην ξεχάσεις σε όλα αυτά τον συμμιγή και άναρθρο ήχο που έχει η εκεί θάλασσα, από τους ανέμους που συρίζουν και από τον πάταγο των πλοίων και από το κύμα που αναβράζει και από τη βοή των πολεμούντων, οι οποίοι από τα χτυπήματα αφήνουν κάθε είδους φωνές, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εισακουστεί μήτε του ναυάρχου μήτε του κυβερνήτου η φωνή, αλλά να υπάρχει φοβερή αταξία και σύγχυση, επειδή η υπερβολή των κακών, εξαιτίας της απόγνωσης για ζωή, δίνει κάθε άδεια σε αυτούς να αμαρτάνουν. Πρόσθεσε σε αυτά και κάποια άκαμπτη νόσο δοξομανίας, με αποτέλεσμα, ενώ το πλοίο ήδη αγγίζει τον βυθό, οι επιβάτες να μην παραιτούνται της μεταξύ τους έριδας για τα πρωτεία.

Έλα μου τώρα από την εικόνα σε αυτό το αρχέτυπο του κακού. Δεν φαινόταν πρώτα μεν το Αρειανικό σχίσμα που αποκρίθηκε σε αντίπαλη μοίρα από την Εκκλησία του Θεού, αυτό καθεαυτό μόνο του να αντικάθηται στην τάξη των πολεμίων; Όταν, δε, εξαιτίας της μακράς και σκληρής έριδας, μας κατέστησαν αντιπάλους σε ολοφάνερο αγώνα εναντίον μας, τότε ο πόλεμος κατακερματίστηκε σε πολλά μέρη και κατά μύριους τρόπους, με αποτέλεσμα, και εξαιτίας της κοινής έχθρας και εξαιτίας της επιμέρους καχυποψίας, να υπάρχει σε όλους αδιάλλακτο το μίσος. Και αυτός ο σάλος των εκκλησιών ποιας τρικυμίας θαλάσσιας δεν είναι αγριότερος; Κατά τον οποίο (σάλο), κάθε μεν όριο των Πατέρων έχει μετακινηθεί, κάθε δε θεμέλιος λίθος και εάν (υπήρχε), κάποιο οχύρωμα δογμάτων, έχουν διασαλευθεί. Τραντάζονται, δε, τα πάντα και κατασείονται, αιωρούμενα επάνω στη σαθρή βάση. Και εάν δεν προλάβει να χτυπήσει ο εχθρός, ο διπλανός πλήγωσε. Κι εάν πέσει από χτύπημα, ο σύντροφος έπεσε επάνω του.

 

Τόσο κοινωνούμε μεταξύ μας, όσο από κοινού μισούμε τους εχθρούς. Και όταν παρέλθουν οι εχθροί, βλέπουμε ήδη ο ένας τον άλλο ως εχθροί. Επιπροσθέτως, ποιος θα μπορούσε να απαριθμήσει το πλήθος των ναυαγίων; Τα μεν καταποντισμένα από το πλήγμα των εχθρών, άλλα δε από την κρυφή επιβουλή των συμπολεμιστών, άλλα από την απειρία εκείνων που δίνουν κατευθύνσεις και αλλού μεν διεφθάρησαν αύτανδρες εκκλησίες, αφού προσάραξαν σαν σε υφάλους σε κάποιους αιρετικούς δόλους, άλλοι δε από τους εχθρούς του σωτηρίου Πάθους, αφού παρέλαβαν τους οίακες, ναυάγησαν αναφορικά με την πίστη.

 

Και οι συνεπακόλουθες ταραχές των αρχόντων του κόσμου τούτου, χειρότερα από ποια θύελλα και καταιγίδα δεν ανατρέπουν τους λαούς; Διότι κάποια όντως σκυθρωπή και στυγνή σκοτοδίνη διακατέχει τις εκκλησίες, αφού εκτοπίστηκαν οι λαμπτήρες του κόσμου, τους οποίους ο Θεός όρισε να φωτίζουν τους λαούς. Και η υπερβολική μεταξύ τους φιλονικία, καθώς επικρέμαται ήδη ο φόβος της διαλύσεως των πάντων, παραλύει κάθε αίσθηση. Και τούτος ο ιδιάζων πόλεμος είναι δυσμενέστερος του κοινού και δημοσίου και αποτελεσματικός, επειδή η πίστη να επιβληθούν στους αντιπάλους προτάσσεται κοινή σε όλους, οι οποίοι προτιμούν την άμεση ευχαρίστηση της φιλοτιμίας από τους μετέπειτα ευρισκόμενους μισθούς. Γι’ αυτό, λοιπόν, όλοι ομοίως, με όποιον τρόπο ο καθένας μπορεί, σηκώνει τα φονικά χέρια ο ένας ενάντια στον άλλον.