Του Χρήστου Γ. Κτενά

 

Η διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μιας σειράς χωρών, ανάμεσά τους η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν, με το Κατάρ έδειξε για ακόμα μία φορά το πόσο δυναμικό είναι πλέον το τοπίο στον αραβικό κόσμο, όπου μάλλον έχει λήξει οριστικά η εποχή του σχετικά συμπαγούς αραβικού εθνικισμού που είδαμε να ανθεί τις δεκαετίες του 1950-1970. Αντίθετα, σήμερα όλη η ζώνη της Μ. Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής βρίσκεται σε έναν κυκεώνα πολιτικών, θρησκευτικών και κοινωνικών αντιθέσεων, με άνοδο του ισλαμικού εξτρεμισμού, με αντιδημοκρατικές πρακτικές και, δυστυχώς, με αιματηρές εμφύλιες διαμάχες. Και όλα αυτά παρά (αλλά και εξαιτίας) την «Αραβική Άνοιξη» των προηγούμενων ετών, δηλαδή το κύμα κατάρρευσης αυταρχικών καθεστώτων, που έδωσε -για ελάχιστες στιγμές- ελπίδες για μια συνολική μεταμόρφωση προς το καλύτερο.

Τυπικά, οι αραβικές χώρες διέκοψαν τις διπλωματικές τους σχέσεις με το Κατάρ, κατηγορώντας το για υποστήριξη της ισλαμικής τρομοκρατίας, κυρίως της οργάνωσης των «Αδελφών Μουσουλμάνων», αλλά και του ISIS. Στην πράξη, οι σουνιτικές αραβικές χώρες, με πρωτοκαθεδρία της Σαουδικής Αραβίας, πιέζουν το Κατάρ να διακόψει τις καλές σχέσεις με το σιιτικό Ιράν (είναι η μόνη χώρα της περιοχής που διατηρεί στενές επαφές με τη θεοκρατία της Τεχεράνης, καθώς συνεκμεταλλεύονται τεράστια κοιτάσματα φυσικού αερίου στον Αραβικό Κόλπο). Αυτό που διαπιστώνεται, δηλαδή, είναι μια αναζωπύρωση των αντιθέσεων εντός του ισλαμικού κόσμου, με έντονο όμως το θρησκευτικό στοιχείο, όπου ο υπερσυντηρητικός ουαχαμπισμός της Σ. Αραβίας (ένα ισλαμικό κίνημα «Καθαρών») επιδιώκει την ηγεμονία, αρχικά, στους σουνίτες και, στη συνέχεια, στους σιίτες, σε μια ίσως φαντασίωση νέας ενοποίησης του Ισλάμ, αλλά αυτή τη φορά με θρησκευτικό πρόσημο, το οποίο θα επιτρέψει και τον ευκρινή αυτοκαθορισμό σε σχέση με την τόσο ποθητή, αλλά και απωθητική (για αυτές τις αντιλήψεις) «Δύση».

 

Χριστιανοί από «έξω»

Η κρίση στο Κατάρ, πάντως, είναι μια ενδιαφέρουσα ευκαιρία να δούμε και τη σημερινή κατάσταση του χριστιανικού στοιχείου που ζει στις χώρες του Αραβικού Κόλπου, δηλαδή στα μικρά, αλλά πάμπλουτα κράτη που έχουν εμφανίσει μια απίστευτη οικονομική ανάπτυξη την τελευταία 30ετία, επενδύοντας δισεκατομμύρια δολάρια στο έδαφός τους, προσβλέποντας σε ένα μέλλον που τα έσοδα δεν θα προέρχονται αποκλειστικά από την πώληση πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Εκεί, λοιπόν, το χριστιανικό στοιχείο συνυπάρχει με το μουσουλμανικό, σε ένα καθεστώς ανοχής και πραγματισμού. Ο λόγος είναι απλός: αυτές οι μικρές σε πληθυσμό χώρες φιλοξενούν σήμερα έναν τεράστιο αριθμό αλλοδαπών, που εργάζονται σε κάθε τομέα της οικονομίας. Έτσι, οι ηγεσίες των εμιράτων έχουν κατανοήσει πως δεν τους συμφέρει να παρεμποδίσουν την άσκηση των θρησκευτικών τους πιστεύω, οπότε επιτρέπουν -με φειδώ- την ανέγερση ιερών ναών, όπως και τις σχετικές θρησκευτικές εκδηλώσεις.

Πρέπει, βέβαια, να τονίσουμε πως το ντόπιο χριστιανικό στοιχείο είναι ελάχιστο. Έτσι, καταγράφονται μόλις 300 Χριστιανοί στο Κουβέιτ και περίπου 1.000 στο Μπαχρέιν, με καταγωγή κυρίως από το Κουρδιστάν, το Ιράκ και την Παλαιστίνη. Αντίθετα, οι αλλοδαποί Χριστιανοί είναι εκατοντάδες χιλιάδες. Για παράδειγμα, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υπάρχουν περίπου 900.000, κυρίως Καθολικοί και Αγγλικανοί, ενώ λειτουργούν πάνω από 40 ιεροί ναοί διαφόρων ομολογιών, σημειώνοντας αύξηση την τελευταία δεκαετία. Μάλιστα, στο εμιράτο Sharjah υπάρχει και η μεγαλύτερη χριστιανική εκκλησία του Κόλπου, ένας ρωσικής παράδοσης ναός του Αποστόλου Φιλίππου. Επίσης, στο Abu Dhabi λειτουργεί ο Ορθόδοξος Ναός του Αγίου Νικολάου και στο Dubai o Ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.

Στο Κατάρ, τώρα, για πολλά χρόνια οι ποιμαντικές ανάγκες των Ορθοδόξων εξυπηρετούνταν από επισκέψεις κληρικών. Από το 1997 είχε σταλεί εκεί ο Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος (ο νυν Πατριάρχης Ιεροσολύμων). Η κατάσταση άλλαξε σταδιακά όταν ο μακαριστός Πατριάρχης Ιεροσολύμων Διόδωρος επισκέφτηκε το 1999 τη χώρα και συναντήθηκε με τον εμίρη Hamad bin Khalifa Al Thani. Τελικά, πριν από λίγα χρόνια χτίσθηκε και ελληνορθόδοξος Ιερός Ναός αφιερωμένος στον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο και τον Άγιο Γεώργιο, μετά από παραχώρηση έκτασης από τον εμίρη. Στη χώρα ζουν 4.000-5.000 Έλληνες, ενώ άλλοι Ορθόδοξοι προέρχονται από την Παλαιστίνη, την Ιορδανία, τη Συρία, τον Λίβανο, την Κύπρο, τη Ρωσία, τη Σερβία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, όπως και από αφρικανικές χώρες, σε ένα σύνολο περίπου 10.000. Πρέπει να σημειώσουμε πως στο Κατάρ οι χριστιανικές ομολογίες συνεργάζονται σε διοικητικά θέματα, πετυχαίνοντας την ανέγερση ιερών ναών σε μια έκταση στα περίχωρα της πρωτεύουσας Ντόχα. Η μεγαλύτερη κοινότητα είναι εκείνη των Καθολικών, με περίπου 200.000 πιστούς, και ακολουθούν οι Κόπτες και τα διάφορα προτεσταντικά δόγματα.

Και στο Μπαχρέιν υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός αλλοδαπών Χριστιανών, που φθάνουν το 14,5% του συνόλου των κατοίκων, ξεπερνώντας τις 200.000, με πολλούς από τις Φιλιππίνες, αλλά και τον Λίβανο και την Ινδία. Στη χώρα λειτουργούν δύο ιεροί ναοί των Καθολικών, που είναι και η πλειονότητα, ενώ υπάρχει και ένας μικρός ορθόδοξος ναός.

Τέλος, στο Κουβέιτ ζουν πάνω από 300.000 Χριστιανοί, κυρίως Καθολικοί, Προτεστάντες και Κόπτες και περίπου 3.000-4.000 Ορθόδοξοι, ενώ λειτουργούν ιεροί ναοί.

Η συνύπαρξη, βέβαια, του χριστιανικού στοιχείου με το μουσουλμανικό στις χώρες του Κόλπου ακολουθεί και μια σειρά από γραπτούς, αλλά και άγραφους κανόνες, καθώς σίγουρα δεν υπάρχει καθεστώς θρησκευτικής ισότητας. Έτσι, απαγορεύονται αυστηρά ο προσηλυτισμός και η ιεραποστολική δράση, οι Χριστιανοί, όπως και όλοι οι ξένοι οφείλουν να σέβονται ιδιαίτερα τις τοπικές παραδόσεις και θρησκευτικές ευαισθησίες (σε θέματα ενδυμασίας, κατανάλωσης αλκοόλ κ.ά.), ενώ οι χριστιανικοί ιεροί ναοί συνήθως δεν φέρουν στο εξωτερικό τους έντονα διακριτικά στοιχεία. Επίσης, δεν επιτρέπεται η απόκτηση ιθαγένειας από Χριστιανούς.

Η γενικότερη αίσθηση που αποκομίζουν οι ξένοι που ζουν στις χώρες αυτές είναι πως πρέπει να κρατούν σχετικά χαμηλούς τόνους, καθώς το μουσουλμανικό στοιχείο και οι κρατικές Αρχές είναι ιδιαίτερα συντηρητικές, σε έναν παράξενο συνδυασμό βέβαια με τον μοντερνισμό που εμφανίζεται στον χώρο των επιχειρήσεων και των επενδύσεων. Την πρακτική αυτή των χαμηλών τόνων ακολουθούν και οι κληρικοί όλων των ομολογιών, που προσπαθούν να βρουν διαύλους επικοινωνίας με τις τοπικές ηγεσίες, σε συνδυασμό με την όποια διακριτική διπλωματική πίεση μπορούν να ασκήσουν οι δυτικές χώρες. Οι τελευταίες, αν και διαπιστώνουν την ανισορροπία σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας, δεν επιθυμούν και να διαρρήξουν τις σχέσεις τους με τα πάμπλουτα εμιράτα, τον πακτωλό των επενδύσεών τους και τη ροή των ενεργειακών τους αποθεμάτων.

 

Η σημερινή κρίση

Η απότομη ένταση που σημειώθηκε στις σχέσεις του Κατάρ με τις γειτονικές του χώρες θορύβησε, όπως ήταν φυσικό, και το ελληνικό στοιχείο που ζει εκεί. Πάντως, ο Αρχιεπίσκοπος Καττάρων κ. Μακάριος εμφανίστηκε καθησυχαστικός και σε δηλώσεις του σε ελληνικά ΜΜΕ είπε πως είναι αισιόδοξος για την έκβαση της κρίσης, λέγοντας πως επικρατεί ψυχραιμία στο Κατάρ και πως υπάρχει σχέδιο από την ελληνική πρεσβεία για απομάκρυνση των Ελλήνων, αν βέβαια αυτό χρειαστεί. Όπως είπε ο ίδιος, «… ο Θεός μας προστατεύει και πάντοτε ευχόμαστε και προσευχόμαστε υπέρ ειρήνης σε όλο τον κόσμο. Επικοινώνησα με τους δικούς μου, που ανησυχούσαν, και τους είπα ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος. Πάντως, κάτι είχαμε καταλάβει ότι θα γινόταν από διαρροές που υπήρχαν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης στην αραβική γλώσσα. Δεν ξέραμε, όμως, τι θα συμβεί…». Επίσης, τόνισε πως τα τελευταία χρόνια υπάρχουν αυξημένα μέτρα ασφαλείας από τις τοπικές Αρχές γύρω από τους χριστιανικούς ναούς, κάτι που δείχνει πως υπήρχε ανησυχία για κάποιο χτύπημα φανατικών, γεγονός που δυστυχώς ισχύει για όλη τη Μέση Ανατολή.

Αν και τις τελευταίες μέρες υπήρξαν κάποιες ενδείξεις για εκτόνωση της κρίσης, η υπόθεση σίγουρα έχει μέλλον. Ένα μέλλον το οποίο, εφόσον εξελιχθεί υπέρ της Σαουδικής Αραβίας, θα αλλάξει προς το χειρότερο και το καθεστώς διαβίωσης του χριστιανικού στοιχείου στις χώρες του Κόλπου. Κι αυτό καθώς, αν και, όπως περιγράψαμε, επικρατεί σήμερα ένα κλίμα ανοχής, η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική στη Σ. Αραβία, όπου το περίπου 1,5-2 εκατομμύριο αλλοδαποί Χριστιανοί που εργάζονται εκεί δεν διαθέτουν ούτε έναν ιερό ναό για να προσευχηθούν, ενώ υπάρχουν αυστηροί περιορισμοί έκφρασης, χωρίς κανένα σημάδι υποχώρησης.