Του Λουκά Δ. Παπαδάκη

 

Η Εκκλησία δένει το σημερινό έθνος των Ελλήνων με το αυτοκρατορικό παρελθόν του. Η σχέση αυτή διατηρήθηκε στους ναούς κατά τους χρόνους της σκλαβιάς: «...Χριστιανός Ορθόδοξος ων ο Κύριος της δουλείας ήτο συγχρόνως και Έλλην, ήρκει δε να θρησκεύη όπως ζη ταυτοχρόνως και ζωήν εθνικήν...».

Αυτή ακριβώς η σχέση με το πολυεθνικό Βυζάντιο μας υποχρεώνει να αποδεχθούμε ότι δεν είναι το αίμα που ενώνει μεταξύ τους τους νεοέλληνες, ούτε και η κοινή Ιστορία, αλλά η κοινή περί Ιστορίας αντίληψη: «…Μήπως δυνάμεθα να αρνηθώμεν ότι ο Άγιος Φρουμέντιος προήρχετο εκ Συρίας; Αλλά τον απέστειλεν η Ελληνοχριστιανική Αλεξάνδρεια, ελληνικόν κρατούντα εις χείρας του Ευαγγέλιον, και αυτή είναι η αναφαίρετος δόξα του ελληνικού πνεύματος, ότι δηλαδή ελάμβανε πανταχόθεν τας αξίας, τας ελληνοποίει και τας προσέθετεν εις το ενεργητικόν του. Του πνεύματος τούτου καρποί είναι πλείστοι μεγάλοι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και πλείστοι πατέρες της Εκκλησίας αποδεδειγμένοι υπέροχοι στυλοβάται του Ελληνισμού, μολονότι άλλην έχοντες την προέλευσιν. Διότι είχεν ήδη γνωματεύσει ο Ισοκράτης ότι Έλληνες είναι ουχί οι εξ Ελλήνων καταγόμενοι, αλλ’ οι ελληνικώς σκεπτόμενοι τε και αισθανόμενοι…».

Το νεοελληνικό κράτος ως διάδοχο του Βυζαντινού έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν τη σχέση. Οφείλουμε όμως να έχουμε τις θέσεις που διασφαλίζουν το συμφέρον μας, που υποστηρίζουν τις ηθικές αρχές, επί των οποίων θεμελιώθηκε η ύπαρξή μας. «...Ευρισκόμεθα λοιπόν προ αλματικής προόδου του κακού εν τω κόσμω, άνευ ελπίδος εξημερώσεως της ανθρωπίνης καρδίας; Και είνε λοιπόν χίμαιρα η ελπίς και ο πόθος επικρατήσεως εις τας σχέσεις των λαών και των κρατών άλλου δικαίου αντί του δικαίου του ισχυροτέρου υλικώς; Όχι, δεν είνε χριστιανικός πολιτισμός η λατρεία της Δυνάμεως και της Ύλης. Δεν είνε χριστιανικός ο πολιτισμός ο δεχόμενος άλλην βάσιν ηθικής διά το άτομον και άλλην διά το σύνολον των ατόμων, το κράτος…».

Η Ελλάδα, ανεξάρτητα από την υλική δύναμή της, οφείλει να αντιστρατεύεται τις δυνάμεις του Κακού, παραβλέποντας τους κινδύνους, προσβλέποντας στον Θεό. «Εάν η δικαιοσύνη δεν εκπροσωπήται από τινα υπερτελείαν ύπαρξιν, εάν τας σχέσεις των ανθρώπων δεν διέπη ανωτέρα της ύλης αρχή, τότε και του καθήκοντος η υπεκφυγή και της υποχρεώσεως η άρνησις και αυτός ο δόλος και αυτή η απάτη είνε πράγματα χρήσιμα και αναγκαία, αφού και δι’ αυτών εξυπηρετείται το συμφέρον. Τότε πιστός και άπιστος δεν υπάρχει, ούτε τίμιος και μη τίμιος, ουδέ δίκαιος και μη δίκαιος. Υπάρχει μόνον δυνατός και αδύνατος, έξυπνος και ηλίθιος, νικών και ηττώμενος…».

Έρχεται, βέβαια, κάποτε και η ώρα της ήττας. Υπάρχει και στη συντριβή το μεγαλείο, στην ήττα το έπος: «Είπωμεν πάντες εκ μέσης ψυχής: “Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν”. Η θλίψις η μεγάλη, ην διερχόμεθα κατειργάσατο εν ημίν την υπομονήν, η δε υπομονή την δοκιμήν, η δε δοκιμή την ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει. Διά των παθημάτων επήλθεν η κάθαρσις…».

Ασφαλώς την Ελλάδα δεν την κάνουν μεγάλη οι πόλεμοι, οι νίκες και οι ήττες της, αλλά η ειρήνη: «…Μεγάλη πράγματι θα γείνη και θα μείνη η Ελλάς, όταν τα πολεμικά τρόπαια του Μπιζανίου, της Κρέσνας και των Δαρδανελλίων διαδεχθή περίοδος επιστήμης και τέχνης, αίτινες παγιούσι τα αποτελέσματα των πολεμικών κατορθωμάτων και απεργάζονται το εν ειρήνη μεγαλείον. Έκαστος ημών εν τη ψυχή του φέρει ήδη τον πόθον Ελλάδος τόσον μεγαλητέρας της διά των πολεμικών τροπαίων δημιουργηθείσης, όσον μεγαλειτέρα είνε εν τη συνειδήσει του κόσμου η Ελλάς του Αισχύλου και του Σοφοκλέους, του Φειδίου και του Πραξιτέλους, του Πλάτωνος και του Δημοσθένους από την Ελλάδα των Μαραθωνομάχων, των Θερμοπυλομάχων και των Σαλαμινομάχων…».

Ο Μελέτιος, ως ποιμένας, καθοδηγεί το ποίμνιό του με ηθικά κριτήρια μέσα από τις συμπληγάδες του εθνικισμού. Στα κείμενα αυτά υποδεικνύεται το χρέος της παρούσας και των μελλοντικών γενεών, χρέος που συνεπάγεται τη θυσία, ατομική και συλλογική, όποτε οι περιστάσεις το απαιτούν.

Όντες οι νεοέλληνες υπήκοοι έθνους-κράτους, δυσκολευόμαστε να αποδεχθούμε μεικτές φυλετικά και θρησκευτικά κοινωνίες. Ταυτίζουμε την πατρίδα με το έθνος, αλλά έθνος και πατρίδα, ως έννοιες, υπερβαίνουν η μία την άλλη. Ένα έθνος απλώνεται σε πολλές πατρίδες, μια πατρίδα τη μοιράζονται πολλά έθνη.

Ο Μελέτιος δεν επενδύει στην ανοχή, αλλά στη χριστιανική αγάπη, αυτή πάντοτε είναι το μέτρο για τις ανθρώπινες σχέσεις. Σεβόμαστε τη διαφορετικότητα, μοιραζόμαστε με τους συνανθρώπους μας την ίδια πατρίδα και, ελληνικά σκεπτόμενοι και φερόμενοι, τους καλούμε να κοινωνήσουν μαζί μας πανανθρώπινες αξίες, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη.

Ο φυλετισμός απασχολεί τον Μελέτιο από πολύ νωρίς. Γράφει σε επιστολή του το 1898: «…Η συμπεριφορά ημών των Ελλήνων εν Συρία και Παλαιστίνη απέναντι των εγχωρίων Χριστιανών είνε ήκιστα χριστιανική. Ερχόμεθα ενταύθα εκ διαφόρων ελληνικών χωρών και καταλαμβάνομεν επί ξένης γης τα ανώτατα αξιώματα του Κλήρου, εις α έχομεν αποκλείσει διά νόμων την είσοδον των ιθαγενών Χριστιανών, ους εννοούμεν να κρατώμεν υπό την δεσποτείαν μας. Ο δυστυχής αραβικός λαός αδικείται…».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του συμπίπτουν με την άνοδο του ναζισμού. Την αγωνία του εξέφρασε προς τον Χρυσόστομο Μπάουερ, λίγο πριν από τις γερμανικές προεδρικές εκλογές του 1932, με υποψηφίους Χίντεμπουργκ και Χίτλερ, ρωτώντας «εάν εις την Γερμανίαν εις όλας τας Εκκλησίας και τα Μοναστήρια εύχωνται υπέρ της επανεκλογής του Χίντεμπουργκ…».

Ο Μελέτιος κίνησε διαδικασίες για την υποδοχή στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία τριών χιλιάδων ιθαγενών της Ουγκάντα.

Το 1898 ουδείς φαντάζεται μια Κρήτη εθνολογικά αμιγή, κατά το παράδειγμα και το κατάντημα της Μητέρας Πατρίδας: «…Οφείλουν οι και Τούρκοι και Χριστιανοί να αποφασίσωσι να ζώσιν εις το εξής αδελφικώς. Ό,τι και αν έγεινε πρέπει να παραδοθή εις την λήθην. Οι Χριστιανοί πρώτοι οφείλουσι να τείνωσι την δεξιάν…».

Η Ελλάδα, ως κράτος και ως ιδέα, μεγεθύνεται μόνο όταν παρέχει ελευθερία και δικαιοσύνη σε όλους τους πολίτες της, όταν αναγνωρίζει τους μεν Έλληνες το γένος ως τέκνα της γνήσια, τους δε αλλόφυλους και αλλόθρησκους ως τέκνα της εξ υιοθεσίας. Αυτά λέγει ο Μελέτιος στην άρτι απελευθερωθείσα Θεσσαλονίκη: «…Πάντες οι πολίται της Νέας Ελλάδος είναι αδελφοί προς αλλήλους, καλούμενοι πάντες να ζήσωσιν εν ισότητι δικαιωμάτων και καθηκόντων ως ελεύθεροι πολίται ελευθέρου κράτους, αδιακρίτως φυλής ή θρησκεύματος. Η δόξα τής και νυν δεδοξασμένης Ελλάδος θα είναι τόσον μεγαλητέρα όσον αδελφικωτέρα και συμπαθεστέρα θα είναι η συμπεριφορά των φυσικών αυτής τέκνων προς τα υιοθετηθέντα, τους Τούρκους, τους Ισραηλίτας, τους Βουλγάρους, τους Σέρβους και οίτινας άλλους, μη Έλληνας μεν το γένος, υπηκόους όμως του Βασιλέως των Ελλήνων…».

Τις μέρες εκείνες ο Μελέτιος, συντροφιά με τον υπέροχο Κύπριο Χριστόδουλο Σώζο, επισκέπτεται στρατόπεδο Τούρκων αιχμαλώτων. Ρωτά μια ομάδα από αυτούς: «Από πού είσθε, πατριώται;». Πόση με την αγάπη του παρηγοριά δεν στάλαξε στην καρδιά των αιχμαλώτων αυτή και μόνη η ερώτηση: Από πού είσθε, πατριώται; Σε αυτό το πνεύμα επικρίνει την κεμαλική πολιτική της εθνοκάθαρσης, και της ελληνικής κυβέρνησης τον βολικό ενδοτισμό, όταν παρατηρεί να διατυπώνονται και να κατατίθενται «προτάσεις αμοιβαίαι Ελλάδος και Τουρκίας περί ανταλλαγής πληθυσμών». Η ανταλλαγή πληθυσμών είναι ολέθρια «από ανθρωπίνης και χριστιανικής απόψεως», θα διαμαρτυρηθούν τα δύο Σώματα του Πατριαρχείου.

Μία από τις συγκλονιστικότερες αποδείξεις της αγάπης του Μελετίου δίδεται το 1922, με αφορμή την ατίμωση Ελληνίδων από Τούρκους, ορισμένες μάλιστα από τις οποίες κυοφορούσαν ήδη τον καρπό της βδελυρότατης αυτής πράξης. Προτείνει να αναλάβει την ανατροφή και την εκπαίδευση των παιδιών αυτών το έθνος, για να γίνουν χρήσιμα μέλη της Κοινωνίας και της Πολιτείας.

Χαλκευμένα δημοσιεύματα κατηγορούν τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης ότι επιθυμούν να παραμείνουν υπό οθωμανικό καθεστώς. Ο Μελέτιος εξήρε σε Εβραίο δημοσιογράφο «τον πατριωτισμόν των εν Ελλάδι Ισραηλιτών». Με συνοδική απόφαση απαγόρευσε στο ποίμνιό του να τραγουδά άσματα που προσβάλλουν τους Εβραίους και να καίει ομοιώματα του Ιούδα: «…Τα αντιχριστιανικά ταύτα έθιμα συντελούσι τα μέγιστα και εις την δημιουργίαν ψυχρότητος μεταξύ τού ορθοδόξου πληρώματος και των συμπολιτών ημών Ισραηλιτών, οι οποίοι κοινήν σήμερον μεθ’ ημών έχουσι την πατρίδα και τα αυτά προς αυτήν δικαιώματα και καθήκοντα, επ’ ουδενί δε λόγω επιτρέπεται να θίγηται η φιλοτιμία αυτών διά πράξεων και φράσεων, αίτινες δύνανται να εκληφθώσιν ως προσβλητικαί διά το έθνος των Ισραηλιτών…».

Τέλος, διαβάζουμε στο «Υπόμνημά του προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος περί της εκκλησιαστικής καταστάσεως και των δεόντων γενέσθαι» («Η Καινή Διδαχή», τόμος Α΄, Εν Αθήναις 1919) ότι προτείνει την κατάργηση των Θρησκευτικών στα σχολεία, αφού έτσι όπως αυτά διδάσκονται συμβάλλουν στην καλλιέργεια της αντιθρησκευτικότητας, δηλώνει δε ότι την κατήχηση προτίθεται να την αναλάβει η ίδια η Εκκλησία. Γράφει επίσης: «…Ως προς τον θρησκευτικόν φόρον, θα ηυχόμεθα να γείνη γενικός δι’ όλους τους πολίτας ανεξαρτήτως θρησκεύματος, εισπραττόμενος δε υπό του Δημοσίου να παραδίδεται κατ’ αναλογίαν εις τας αρχάς των διαφόρων ανεγνωρισμένων θρησκευμάτων. Θα ήτο τούτο δείγμα ισότητος μεν προς τους πολίτας, ευνοίας δε προς την θρησκείαν εκάστης πολιτών ομάδος».