Του Γεωργίου Αθ. Τσούτσου

 

Προ 15ετίας περίπου, τη δημοσιότητα απασχολούσε το ερώτημα εάν θα έπρεπε κατά τον εορτασμό των σχολικών επετείων της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου να ορίζονται σημαιοφόροι  αλλοδαποί που είχαν αριστεύσει, όπως όριζε η τότε νομοθεσία.  Το ζήτημα είναι σύνθετο. Το γεγονός ότι ένας αλλοδαπός σηκώνει  την ελληνική σημαία συνιστά μια τιμητική πράξη για την Ελλάδα.  Είναι ευτύχημα  το γεγονός ότι πολλοί αλλοδαποί αριστούχοι μαθητές και μαθήτριες κατά το παρελθόν εξεδήλωσαν την επιθυμία να σηκώσουν την ελληνική σημαία.

Εικάζει κανείς ότι βλέπουν με συμπάθεια τη χώρα που τους φιλοξενεί και εν πάση περιπτώσει επιθυμούν να νομιμοποιήσουν δι’ αυτού του τρόπου  ακόμη περισσότερο την παρουσία τους στην Ελλάδα και να ενισχύσουν τη διαδικασία  ένταξής τους στην ελληνική κοινωνία. Αναμφίβολα δεν μπορούμε να ομιλούμε για αισθήματα πατριωτισμού των παιδιών των μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς, χωρίς να αποκλείουμε και αυτή την περίπτωση για ορισμένους εξ αυτών.

Από την άλλη πλευρά, η απόκτηση ελληνικής παιδείας δεν εξαντλείται  στην απόκτηση των τυπικών προσόντων που απαιτεί η σχολική παιδεία και πιστοποιείται από το απολυτήριο ακόμη και εάν σε αυτό αναγράφεται «άριστα». Εάν όμως εγείρονται ερωτήματα για τον βαθμό πατριωτισμού ενός αλλοδαπού ο οποίος έχει αριστεύσει στα μαθήματα βάσει του σκεπτικού ότι το ζήτημα του πατριωτισμού δεν συναρτάται με τη σχολική επίδοση, γιατί να μην εγείρονται ανάλογα ερωτήματα και για έναν μαθητή ελληνικής καταγωγής.

Ο πατριωτισμός αποτελεί ψυχικό αίσθημα, δεν επιβάλλεται και δεν ταυτίζεται με την απόκτηση γνώσεων ή με την επίδοση στα σχολικά μαθήματα. Παλαιότερα, βέβαια, υπήρχε υγιής άμιλλα μεταξύ των μαθητών  για το ποιος θα σηκώσει τη σημαία, δεδομένου ότι και η παιδεία που παρεχόταν στους Ελληνόπαιδες είχε περισσότερο έντονο το στοιχείο του πατριωτισμού, η δε κοινωνία εμφορούνταν από παραδοσιακές αρχές.

Σήμερα όμως, και ιδιαίτερα κατά την τελευταία 50ετία, τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Η σημαία για κάποιους συμπατριώτες μας δεν συμβολίζει τίποτε το ιδιαίτερο και κατά καιρούς έχει χαρακτηριστεί σαν απλό πανί, έχει λοιδορηθεί και πυρποληθεί κατά τη διάρκεια δημόσιων εκδηλώσεων. Για άλλους, αντίθετα, που αποτελούν και τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων, η σημαία συμβολίζει τις έννοιες της πατρίδας, της ελευθερίας, της αυτοθυσίας, του αλτρουισμού, της γενναιότητας.  Ως μαθητής είχα διαπιστώσει ότι συχνά οι καλοί βαθμοί οφείλονταν στην επιμέλεια και άλλοτε στην ισχυρή μνήμη και δεν συνδέονταν απαραιτήτως με ισχυρό αίσθημα πατριωτισμού. Λόγω του γεγονότος ότι οι νέοι αναπτύσσονται μέχρις μιας ορισμένης ηλικίας, ορισμένοι μέτριοι μαθητές αναδείχθηκαν ως ενήλικες και κάποιοι άριστοι μαθητές αποδείχθηκαν αργότερα κατώτεροι της υψηλής βαθμολογίας που είχαν συγκεντρώσει στα μαθητικά τους χρόνια. Υπήρξαν επίσης άριστοι μαθητές που δεν αποτελούσαν ηθικά πρότυπα και δεν ήταν κατ’ ανάγκην οι καλύτεροι χαρακτήρες. Οι παλαιότεροι ενθυμούνται ότι κατά τον πόλεμο του ‘40, νέοι με πανεπιστημιακή μόρφωση προτίμησαν να παραμείνουν στα μετόπισθεν, ενώ αγροτόπαιδα πολεμούσαν με αυταπάρνηση τον εισβολέα στα βουνά της Ηπείρου.

Η πρόσφατη όμως απόφαση περί αναδείξεως των σημαιοφόρων με απλή κλήρωση δεν αποτελεί ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα.  Συνδυάζεται ατυχώς με άλλες αποφάσεις που αποσκοπούν στην άμβλυνση του πατριωτικού και θρησκευτικού αισθήματος μεταξύ της μαθητιώσας νεολαίας. Αλλωστε, η «ριζοσπαστική» Αριστερά, σε αντίθεση με την πατριωτική Αριστερά της εποχής προ της δικτατορίας, αποσκοπεί στο σπάσιμο των ριζών εν ονόματι άλλων  ιδεολογιών.

Είναι αληθές ότι ο πατριωτισμός δεν επιβάλλεται αλλά καλλιεργείται. Για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να κληρώνονται ως σημαιοφόροι μαθητές που δεν επιθυμούν να επωμιστούν αυτό το καθήκον, θα ήταν δυνατόν να επιλεγεί μία ενδιάμεση λύση. Ο δάσκαλος να ερωτά τους μαθητές «ποιος θέλει να σηκώσει τη σημαία» και να διενεργείται κλήρωση μεταξύ των επιθυμούντων να γίνουν σημαιοφόροι, με την προϋπόθεση να έχουν την ελληνική ιθαγένεια.