Του Λουκά Παπαδάκη

 

Περιδιαβάζοντας στα χαλάσματα της γενέτειρας του Μελετίου Μεταξάκη, το χωριό Παρσάς στην Κρήτη, αναρωτιόμαστε για το περιβάλλον που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του, αλλά και για τις κοινωνικές συνθήκες που συνέβαλαν στην καλλιέργεια της προσωπικότητάς του. Γεννημένος το 1871, ο Μελέτιος δίδει σε επιστολές του ακριβή εικόνα της τοπικής κοινωνίας, αλλά και του ιδίου την ψυχική διάθεση: ο γενέθλιος τόπος δεν ικανοποιεί τις φιλοδοξίες του. Διακαής πόθος του είναι να φύγει.

Τις αναμνήσεις του για τις μέρες εκείνες θα δώσει δέκα χρόνια μετά τη φυγή του, αποδίδοντας στην απαιδευσία την κακοδαιμονία των ανθρώπων: «…Ανεπόλουν εις την μνήμην μου την πενιχρότητα του χωρίου, την αγροικίαν των ανθρώπων εν μέσω των οποίων ανετράφην και τας τάσεις αυτών προς την εγκληματικότητα και την άλλην εξαχρείωσιν, πάντα αποτελέσματα της απαιδευσίας…».

Από την Παλαιστίνη και τη Συρία ο Μελέτιος παρακολουθεί με ενδιαφέρον και αγωνία τις πολεμικές, πολιτικές και εκκλησιαστικές εξελίξεις στην Κρήτη, εκφράζει την οδύνη του για τα παθήματα των συμπατριωτών του, πανηγυρίζει τις επιτυχίες τους.

Το 1926, όταν οι επίγονοι των ηρώων του ’21, ξιφουλκώντας κατ’ αλλήλων, διαλογίζονταν γύρω στην εθνική μας ταυτότητα, ο Μελέτιος ομιλεί για την πατρίδα, στον «Απόλογό» του. Εκεί προσεγγίζει ως εξής τον Εθνικό Διχασμό: «…Ελληνική Κοσμογονία πρέπει να ήνε ο ιστορικός τίτλος της περιόδου την οποίαν εθνικώς ζώμεν από δεκαπέντε ετών. Όταν αι δυνάμεις του Έθνους, σωματικαί και ψυχικαί, ετέθησαν εις ενέργειαν μέχρις του ακρωτάτου ορίου εντάσεως αυτών. Γιγαντομαχία αληθινή και προς τα έξω και προς τα έσω με φθοράς και καταστροφάς, αλλά και με δημιουργίας. Εκ του χάους της γιγαντομαχίας εξήλθεν ως τελικόν αποτέλεσμα ένας νέος ελληνικός κόσμος με περισσότερα σπέρματα ζωής από τον παλαιόν…».

Συγχρόνως εκφράζει τη βαθιά του πίστη ότι η ελληνική πατρίδα είναι άνευ νοήματος χωρίς την Χριστιανική Ορθοδοξία, ότι το ελληνικό έθνος είναι ταγμένο στην υπηρεσία της χριστιανοσύνης.    

Οι περί ελληνικού έθνους αντιλήψεις του Μελετίου από τη μια, και από την άλλη η δράση του κατά τους πολέμους, έδωσαν λαβή να χαρακτηριστεί εθνικιστής. Βέβαια, οι ελληνικοί εθνικιστικοί κύκλοι ουδέποτε τον υπολόγισαν ομοϊδεάτη τους, αντιθέτως τον χαρακτηρίζουν υβριστικά οικουμενιστή, υιοθετούν μάλιστα τη φήμη ότι ήταν μασόνος.

Εθνικιστή τον χαρακτηρίζουν οι Τούρκοι, και τούτο υιοθετούν κύκλοι της Εκκλησίας που διατείνονται ότι ο Πατριάρχης έβλαψε τον Οικουμενικό θρόνο, οδηγώντας σε σύγκρουση τις σχέσεις του Φαναρίου με την Άγκυρα. Στον Δημήτριο Μαυρόπουλο (Πατριαρχικαί Σελίδες. Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον από 1878 – 1949, Εν Αθήναις 1960) ο λόγος τού Μελετίου χαρακτηρίζεται «φορτική και σκανδαλώδης πολιτικολογία», ο ίδιος δε «παρουσιάζεται πράκτωρ και υμνητής της βενιζελικής ιδεολογίας».

Γράφει το 1923 τουρκική εφημερίδα: «Ο Μελέτιος κατά την Κρητικήν Επανάστασιν του 1896 έγινεν αρχηγός και ήτο εκ των πρωτεργατών της γενικής σφαγής εν Σητεία. Τόσον δε ωμώς διεξήγαγε την σφαγήν αύτην ο κακούργος παπάς, ώστε ουδείς Μουσουλμάνος ηδυνήθη να διασώση την ζωήν του. Εις το χωρίον Ζιρό εις το εσωτερικόν του τζαμίου κατέσφαξεν 210 αθώα πλάσματα ηλικίας όχι άνω των 7 ετών, λέγοντας ότι «δεν είνε ορθόν να φονεύωνται ενήλικοι, πρέπει να φονεύωνται τα παιδιά, ίνα εξοντωθή η μέλλουσα γενεά…». Παιδαριώδη ψεύδη απευθύνονται σε αμόρφωτα πλήθη, με σκοπό την υπόθαλψη του φανατισμού τους.

Κατά την προεκλογική περίοδο για τον Θρόνο Αλεξανδρείας, Βρετανοί διπλωμάτες τον χαρακτηρίζουν «πολύ σκληρό Έλληνα εθνικιστή». Μπορεί η φράση να είναι στη σημασία τού «μη ελεγχόμενος», συνοψίζει όμως τις φήμες που διαδίδονται σκόπιμα στην Αίγυπτο.

Πράγματι, τον Μελέτιο ακολουθούν και η φήμη και οι φήμες. Διαβάζουμε στην αιγυπτιακή «Λιμπερτέ»: «Εις τα Ιεροσόλυμα εδείχθη εξημμένος πανελληνιστής και λυσσώδης εχθρός της ιθαγενούς ορθοδόξου κοινότητος. (…) Στο Φανάρι ετήρει τόσον αδεξίαν και σωβινιστικήν πολιτικήν, ώστε εξηγέρθη το τουρκικόν αίσθημα κατά του ελληνικού στοιχείου. Γενικώς θεωρείται ως ο κύριος υπεύθυνος όλων των δεινών, των πληξάντων έκτοτε τους Έλληνας της Τουρκίας…». Αν αυτού του είδους τα δημοσιεύματα περιείχαν έστω ψήγματα αλήθειας, ουδέποτε ο Αιγύπτιος μονάρχης θα αναγνώριζε την εκλογή.

Η περί έθνους αντίληψη του Μελετίου όντως αντανακλά μεν την ιδεολογία εθνικιστικών κινημάτων του 18ου και 19ου αιώνα με φιλελεύθερο και διεθνιστικό χαρακτήρα, διέπεται όμως από τις αρχές της χριστιανικής ηθικής. Ήδη, και σε παγκόσμιο επίπεδο, ο εθνικισμός εξελισσόταν ραγδαία σε συντηρητικό και αντιδραστικό κίνημα.

Ο Μεγαλοϊδεατισμός γίνεται κυρίαρχη ιδεολογία. Η ελληνική διανόηση της εποχής, μιμούμενη το παράδειγμα της Εσπερίας, αναζητεί το μέλλον στο προχριστιανικό παρελθόν. Ελάχιστοι συγκινούνται από το αυτονόητο, που επισημαίνει ο Άλκης Θρύλος ήδη από το 1919: «Το σημερινό εγώ μας δεν είναι όμοιο με το αρχαίο, κι ούτε θα υπάρξει ποτέ ένα απόλυτο Ελληνικό Εγώ, όπως δεν υπάρχει πια σε καμιά πολιτισμένη χώρα μια εντελώς ατομική της ψυχή».

Η χριστιανική θρησκεία θεωρείται παρωχημένη, συγχρόνως όμως επισυμβαίνει υποχώρηση της Δημοκρατίας, απαξίωση των αρχών και των ιδανικών της, που απορρέουν, βεβαίως, από τον ελληνικό λόγο. Η χριστιανική ηθική κρίνεται εκφυλιστική, ίσως εβραϊκή συνωμοσία κατά των Αρίων. Ο Τρίτος Πολιτισμός οικοδομείται στη θεοποίηση της Δύναμης και επιβάλλεται ως υπέρτατη ηθική το δίκαιο του ισχυροτέρου. Η ελληνική διανόηση δεν μπόρεσε έγκαιρα να αντιληφθεί ότι οι παγκόσμιες της εποχής Δυνάμεις είχαν ήδη τη δική τους ιστορία, ώστε να μπορούν να κατασκευάζουν και τους δικούς τους μύθους, τους ήταν λοιπόν άχρηστο πλέον το ιδεολόγημα με το οποίο και μεγαλύνθηκαν, ότι δηλαδή εκείνοι είναι οι γνήσιοι φορείς τού αρχαιοελληνικού και του ρωμαϊκού πολιτισμού, για τούτο και δικαιούνται να ρυθμίζουν τις τύχες τού κόσμου. Είχαν πλέον την υλική δύναμη ώστε η βαρβαρότητά τους να προβληθεί όχι μόνο ως ιστορική ανάγκη, αλλά και ως η βάση νέου, χιλιόχρονου πολιτισμού.  

Ούτε η Εκκλησία κατόρθωσε να μείνει αλώβητη στην εθνικιστική λαίλαπα. Σε τούτο συντέλεσε και ο κατακερματισμός της Ορθοδοξίας σε κατά έθνος αυτοκέφαλες Εκκλησίες, με χαρακτήρα υπέρ το δέον εθνικό. Ο Μελέτιος καταδίκασε την πρακτική της «αυτοκεφαλοποίησης» των Εκκλησιών, θεωρώντας τη νόσο («αυτοκεφαλίτις»). Αγωνίστηκε πάντοτε για να άρει τη ζημιά που προκαλούσε ο «χριστιανικός εθνικισμός».

Γράφει το «Εκκλησιαστικόν Βήμα» την 1η Αυγούστου 1935: «…Πανορθόδοξος εν ταυτώ και πανελλήνιος φυσιογνωμία ο Πατριάρχης Μελέτιος, απετέλεσεν άμα και ιδανικόν πολίτην της Παγκοσμίου Βασιλείας του Θεού και εθερμαίνετο και ανεπτερούτο εν τω έργω του με τας σκέψεις και με τους πόθους της Εκκλησίας του και του Γένους του, αλλά και με το ωραίον όνειρον της εν τω Κυρίω συνενώσεως των πάντων, υπέρ ης μέγα μέρος των μόχθων του κατέβαλε, σπουδαίως προωθήσας το έργον της παγχριστιανικής ενώσεως και της παγκοσμίου αδοκίας».

Αλλά, επιμένουν κάποιοι, ο ίδιος μας διαψεύδει στον «Απόλογό» του (Μελετίου Μεταξάκη, «Απόλογος», «Παλίμψηστον», τ. 24,  Ηράκλειον 2010), λέγοντας: «Ο Μελέτιος (…) ευρέθη εις το στρατόπεδο των βενιζελικών, το οποίον εσυγγένευε με την ιδεολογίαν του…». Προφανώς ο Πατριάρχης, μιλώντας για ιδεολογική συγγένεια με τους Φιλελεύθερους, αναφέρεται στην ιδεολογία όχι ως αρχή, αλλά ως μορφή πολιτικής, κοινωνικής ή ηθικής φιλοσοφίας. Δεν αναφέρεται σε εθνική ιδεολογία, αφού ο Βενιζελισμός μονοπωλούσε τον εθνικισμό.

Στο ίδιο κείμενο ο Μελέτιος αποφεύγει δι’ εαυτόν να μιλήσει για εθνική ιδεολογία, και λέγει ότι ο ίδιος «εμφορείται ζωηρού εθνικού αισθήματος. Δεν θεωρεί την πατρίδα ανωτέραν της θρησκείας, αλλά πιστεύει ότι η ελληνική πατρίς εν τη ψυχή τού Έλληνος δεν ημπορεί να μη συγχωνεύεται εις μίαν μετά της Χριστιανικής Ορθοδοξίας παράστασιν. Εντεύθεν το θρησκευτικόν κήρυγμά του είναι συγχρόνως και εθνικόν». Επιπλέον δε ότι «την έννοιαν της Ελληνικής Πατρίδος την εννοεί ως θρησκευτικόν περιεχόμενον». Η δήλωση αυτή δεν είναι άσχετη με το ζοφερό μέλλον, που προοιωνιζόταν η πραγματικότητα της εποχής .

Ο Μελέτιος χρησιμοποίησε τον όρο «εθνική ιδεολογία» μόνο στην τελευταία πρόταση του «Απολόγου» του: «Εν συμπεράσματι ο Βενιζελισμός ως εθνική ιδεολογία έσχε μέγα όφελος από την ισχυράν προσωπι-κότητα τού Μελετίου, ως κόμμα όμως πολιτικόν ουδέ το ελάχιστον». Όμως η μελέτη τού κειμένου δεν συνδέει τον Μελέτιο με τον εθνικισμό, αποδεικνύει μόνο ότι οι αντιλήψεις και οι ενέργειές του συντελούν τα μέγιστα, ώστε ο Βενιζελισμός να παραμείνει προσηλωμένος στις αρχές τής ελευθερίας και της δικαιοσύνης και να μη διολισθήσει σε φασιστικές ατραπούς.