Του Αρχιμανδρίτη Χερουβείμ Βελέτζα, Ιεροκήρυκα της Ι.Μ. Κερκύρας και διευθυντή Προσωπικού Ι. Συνόδου

 

Είδαμε σεπροηγούμενο άρθρο ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας, η στάση του κληρικού προς τους πιστούς οφείλει να διέπεται από πνεύμα διακονίας, φιλανθρωπίας και επιεικείας. Εάν δεν επιτρέπεται στους χριστιανούς να κατακεραυνώνουμε τους συνανθρώπους μας, επειδή και εμείς είμαστε αμαρτωλοί, ως καθήκον των κληρικών είναι να διδάσκουν τον λαό του Θεού, να νουθετούν, να παρακαλούν, να συγχωρούν και να προσεύχονται για τους πιστούς, είτε αυτοί προσέρχονται είτε δεν προσέρχονται στην εκκλησία. «Και γαρ διά τούτο εισίν οι επίσκοποι και τα τάγματα των πρεσβυτέρων και διακόνων» θα πει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «διά το διδάσκειν τον λαόν το πώς δει πιστεύειν, και το πώς εύχεσθαι. Και γαρ οι φωστήρες εκείνοι, οι αληθείς ποιμένες και διδάσκαλοι οι θεοφόροι, οι οδηγοί της σωτηρίας, ουδέν άλλο βιωτικόν εφρόντιζον, ει μη το διδάσκειν τον λαόν τα προς σωτηρίαν, ως κατά αλήθειαν βουλόμενοι λόγον δούναι τω Θεώ υπέρ του λαού» 1.

Βέβαια, δεν έχουν όλοι εξ ημών το χάρισμα της διδασκαλίας· «ενί δε εκάστω ημών εδόθη η χάρις κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού» λέει ο απόστολος Παύλος, «και αυτός έδωκε τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς τον καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού, μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού»2 επομένως, το ιδιαίτερο χάρισμα που έχει ο καθένας, δύναται να το αξιοποιήσει προς οικοδομήν και διακονίαν του σώματος του Χριστού. Έτσι, άλλος είναι δυνατός στο κήρυγμα, άλλος στη φιλανθρωπία, άλλος είναι καλλίφωνος και άλλος έχει έφεση σε άλλα έργα· και με το παράδειγμά του ο καθένας από εμάς διδάσκει τον λαό του Θεού, και  η παρουσία του ενός συμπληρώνει τις ελλείψεις του άλλου.  

Γι’ αυτό και μας προτρέπει ο Παύλος: «Παρακαλώ ουν υμάς εγώ ο δέσμιος εν Κυρίω, αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ης εκλήθητε, μετά πάσης ταπεινοφροσύνης και πραότητος, μετά μακροθυμίας, ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη, σπουδάζοντες τηρείν την ενότητα του Πνεύματος εν τω συνδέσμω της ειρήνης. εν σώμα και εν Πνεύμα, καθώς και εκλήθητε εν μιά ελπίδι της κλήσεως υμών» 3, η επιείκεια, η πραότητα, η μακροθυμία, η καλλιέργεια της εν Χριστώ αγάπης και της ενότητας εν Αγίω Πνεύματι, αποτελούν τις παραμέτρους της χρηστής διακονίας.

Κληθήκαμε από τον Κύριο να κηρύξουμε στον κόσμο με τα έργα μας και με τους λόγους μας τη μετάνοια, την Ανάσταση, την κοινωνία με τον Θεό· συνεπώς, δεν χωρούν στο έργο ή στο κήρυγμά μας το κουτσομπολιό, η κατάκριση ή οι αφορισμοί. Ο Άγιος Φώτιος σχολιάζοντας τη φράση του αποστόλου «μάλλον δε και ελέγχετε», εξηγεί ότι «με αυτόν τον τρόπο να “ελέγχετε”, δηλαδή αντιπαραθέτοντας τον δικό σας βίο. Γιατί δεν λέω τίποτα όταν ελέγχω αυτούς απαριθμώντας τις πράξεις τους και ντροπιάζοντάς τους –επειδή γνωρίζω ότι οι μεγάλοι και ενάρετοι θεωρούν ως αισχρότητα και τη μνημόνευση αυτών– γιατί, λέγω, πολύ περισσότερο θα ελεγχθούν όταν λάμψουν οι αρετές μέσα από τα έργα μας, παρά εάν κάποιος με τα λόγια τους ανακάλυπτε. Αλλά όλα τα έργα αυτών ελέγχονται πολύ περισσότερο από το φως του δικού μας βίου και αποκαλύπτονται και φανερώνονται, και, όταν φανερωθούν, φωτίζονται και μεταβαίνουν και μεταποιούνται προς το καλύτερο, διότι η φανέρωση των κρυφών (αμαρτημάτων) μέσα από την ενάρετη πολιτεία, προτρέπει σε επίγνωση, και η επίγνωση με τη σειρά της γίνεται αρχή επιστροφής, και αυτή πάλι καταλήγει στην εργασία της αρετής, η οποία είναι “φως”, και πρόξενος εκείνου του φωτός».4

Επομένως, όσοι εξ ημών έχουμε το χάρισμα του λόγου και μας έχει δώσει ο επίσκοπος την ευλογία να κηρύττουμε, αλλά και όλοι μας στις καθημερινές μας συναναστροφές και συζητήσεις, πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι δεν είμαστε κριτές των αδελφών μας, αλλά διάκονοι αυτών· δουλειά μας, επομένως, δεν είναι να ρίχνουμε όξος στις πληγές τους, αλλά έλαιον, τουτέστιν επιείκεια, παράκληση, φιλανθρωπία. Ο λόγος μας πρέπει να έχει ως συνήγορο τα έργα μας· οφείλει μάλιστα να είναι ηρτυμένος άλατι, πράγμα που σημαίνει ότι δεν έχουν θέση στο κήρυγμα ιστορίες αμφιβόλου προελεύσεως· ίσως μερικές από αυτές τις διηγήσεις να ωφελούν τους ανθρώπους, ωστόσο το νερό της πηγής είναι πιο δροσερό και πιο καθαρό από εκείνο που τρέχει στο ρυάκι· και νάματα ζωής αιωνίου αποτελούν το Ευαγγέλιο και ο αγιοπατερικός λόγος. Άλλο σημείο το οποίο χρειάζεται προσοχή είναι ότι με το έργο μας και με τις διδαχές μας οφείλουμε να δείχνουμε τον Χριστό και όχι το δικό μας πρόσωπο. Αυτό το τελευταίο αποτελεί ασθένεια πνευματική και πλάνη, η οποία γεννά την προσωπολατρία, την υποκρισία, τις φατρίες και ένα σωρό σχίσματα στην Εκκλησία. Ο «γεροντισμός», τον οποίο –πράγμα οξύμωρο– καλλιεργούν ως επί το πλείστον έγγαμοι κληρικοί, δεν είναι τωρινή ασθένεια· ο απόστολος Παύλος τη στηλιτεύει λέγοντας «έκαστος υμών λέγει· εγώ μεν ειμί Παύλου, εγώ δε Απολλώ, εγώ δε Κηφά, εγώ δε Χριστού. μεμέρισται ο Χριστός; μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; ή εις το όνομα Παύλου εβαπτίσθητε;» 5· οι άγιοι Πατέρες προσθέτουν και τις αιτίες που γεννούν αυτές τις καταστάσεις, με κυριότερες την υπερηφάνεια, τη φιλαυτία, την ανθρωπαρέσκεια και τη φιλαρχία. 6

 
[1] Αγ. Ιωάνου του Δαμασκηνού, Λόγος αποδεικτικός περί των αγίων και σεπτών εικόνων, κεφ. 14, P.G.95.329.

[2] Εφεσ. 4.7, 11-13

[3] Εφεσ. 4.1-4

[4] Μεγάλου Φωτίου, Ερμηνεία εις την προς Εφεσίους επιστολήν.

[5] Α  Κορ. 1.12-13

[6] Μεγάλου Βασιλείου, Περί Αγίου Πνεύματος, κεφ. 30, PG 30.76–79