Του Μ. Γ. Βαρβούνη, Καθηγητή Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης

 

Αφορμή για τη συγγραφή του κειμένου αυτού έδωσε πρόσφατη επίσκεψή μου στη Ρωσία, έπειτα από πρόσκληση του πανεπιστημίου Λομονόσοφ για συμμετοχή σε διεθνές συνέδριο και πραγματοποίηση ορισμένων διαλέξεων. Στο πλαίσιο αυτό είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ, ανάμεσα στα αξιοθέατα της Μόσχας, τον ξαναχτισμένο καθεδρικό ναό του Σωτήρος Χριστού, ένα θαύμα πίστης και τέχνης που δεσπόζει στο κέντρο της Μόσχας, απέναντι σχεδόν από το Κρεμλίνο.

Ο ναός χτίστηκε αρχικά το 1812, ως ευχαριστία του ρωσικού λαού προς τον Χριστό, για τη σωτηρία της Ρωσίας και της Μόσχας από τα γαλλικά στρατεύματα. Αμέσως μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης, η επιγραφή που υπήρχε πάνω από την είσοδό του, σύμφωνα με την οποία ο ναός δεν είχε χτιστεί από το περίσσευμα των λίγων αλλά από το υστέρημα των πολλών, οδήγησε στην ταύτισή του με την καταπίεση του λαού και στην κατεδάφισή του. Στη θέση του ξεκίνησε να χτίζεται το «σπίτι του λαού», η έκρηξη όμως του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου δεν επέτρεψε την ολοκλήρωσή του. Τελικά μετά τον πόλεμο στη θέση του έγινε μια τεράστια πισίνα, για τα «μπάνια του λαού».

Με την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος και της Σοβιετικής Ένωσης, άρχισαν οι σκέψεις για την ανοικοδόμηση του λαού. Τελικά οι εργασίες ξεκίνησαν μέσα στη δεκαετία του ’90, με βάση τα σχέδια και τις αρχειακές και άλλες πληροφορίες και αποτυπώσεις που υπήρχαν για τον ναό, και ολοκληρώθηκαν σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια. Αποκαταστάθηκε όχι μόνο ο ναός στην πλήρη μορφή του, αλλά και ο περιβάλλων χώρος, και μάλιστα κάτω από τον ναό κατασκευάστηκε εξίσου μεγάλο παρεκκλήσι, αλλά και το μουσείο του ναού και το πατριαρχικό μουσείο, όπου εκτίθεται μια περίφημη συλλογή βυζαντινών και μεταβυζαντινών εικόνων. Πρόκειται για ένα μνημειακό συγκρότημα, που αποτελεί την καλύτερη μαρτυρία για την πίστη και την ευλάβεια του ρωσικού λαού.

Εκείνο ωστόσο που με εντυπωσίασε δεν είναι το μέγεθος, η πολυτέλεια και οι διακοσμήσεις του ναού, ούτε η ταχύτητα της κατασκευής του ούτε ακόμη και η πιστότητα προς το κατεδαφισμένο αρχέτυπο. Εκείνο που με έκανε να θαυμάσω το εγχείρημα είναι η αυτοκρατορική μνήμη αυτού του λαού, που επέλεξε να ανοικοδομήσει τον ναό, δεδομένου ότι αυτό δεν υπήρξε μόνο μια κυβερνητική επιλογή, αλλά στηρίχθηκε από τη συντριπτική πλειονότητα των Μοσχοβιτών, οι οποίοι καθημερινά γεμίζουν τον ναό προσκυνώντας τον Σωτήρα Χριστό.

Πρόκειται για την εμμονή των Ρώσων στην παράδοσή τους, και τον ενεργό ρόλο που παίζει στην καθημερινότητά τους η παράδοσή τους. Η ανοικοδόμηση του συγκεκριμένου ναού δεν υπήρξε μόνο μια ιστορική πράξη απόδοσης δικαιοσύνης, υπήρξε μια επιλογή που δείχνει ότι οι Ρώσοι τιμούν και σέβονται ενεργά το παρελθόν, ότι επιζητούν τη σύνδεσή τους με την ιστορική και θρησκευτική παράδοση του λαού και της χώρας τους, ότι δεν λησμονούν, δεν εγκαταλείπουν, δεν αποσύρονται και δεν παραδίδονται στην ιστορική συγκυρία.

Είναι αυτά τα γνωρίσματα του συλλογικού ασυνείδητου που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «αυτοκρατορική μνήμη». Δηλαδή, είναι η βάση πάνω στην οποία δομείται σήμερα η ιδεολογία και η πρακτική της καθημερινότητας στη Ρωσία, η σκέψη των Ρώσων και οι αντιδράσεις τους σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Νομίζω ότι όποιος θα ήθελε να γνωρίσει σε βάθος τη σκέψη των Ρώσων και να κατανοήσει τον τρόπο που ενεργούν και σχεδιάζουν το μέλλον, σε ιστορικό, πολιτικό και εκκλησιαστικό επίπεδο, πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφθεί τον καθεδρικό ναό του Σωτήρος Χριστού στη Μόσχα και να εγκύψει τόσο στην ιστορία του όσο και στη θεματολογία και στους συμβολισμούς της διακόσμησής του, εσωτερικής και εξωτερικής.

 Μια τέτοια σπουδή πολλά θα είχε να διδάξει εμάς τους Έλληνες, τόσο τον λαό, όσο και τους πολιτικούς και θρησκευτικούς ταγούς μας.