Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα, ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Από τη στιγμή που θα εμφυτευθεί το γονιμοποιημένο ωάριο στη μήτρα της γυναίκας υπάρχει κυοφορούμενος. Υπάρχει δηλαδή βιολογικά ανθρώπινη ζωή. Ανάμεσα δε στη ζωή του κυοφορούμενου και στη ζωή του γεννημένου ανθρώπου δεν υπάρχει καμιά απολύτως ποιοτική διαφορά, όπως άλλωστε δέχεται και η κρατούσα στην επιστημονική θεωρία άποψη. Βέβαια υποστηρίζεται από μια μικρή μερίδα της θεωρίας και η άποψη της ποιοτικής διαφοράς μεταξύ της ζωής των δύο (κυοφορούμενου και ανθρώπου). Η άποψη αυτή θεμελιώνεται, σύμφωνα με όσους την ακολουθούν, αφ’ ενός μεν στη διαφορετική ποινική αντιμετώπιση της προσβολής της ζωής ενός ανθρώπου και ενός κυοφορούμενου, αφ’ ετέρου δε και κυρίως στις λεγόμενες «ενδείξεις» του άρ. 304 παρ. 4 ΠΚ, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά λόγοι άρσης του αρχικά άδικου χαρακτήρα της θανάτωσης ενός κυοφορούμενου, πράγμα που δεν ισχύει ασφαλώς στη θανάτωση ενός ανθρώπου.

Η αντιλέγουσα αυτή άποψη δεν είναι πειστική. Κατ’ αρχάς η διαφορετική ποινική μεταχείριση της προσβολής της ζωής του κυοφορούμενου σε σύγκριση με την προσβολή της ζωής του ανθρώπου δεν αποδεικνύει και τη διαφορετική ποιότητα της ζωής που έχουν αντιστοίχως οι δυο φορείς της. Διαφορετική ποινική αντιμετώπιση προβλέπει ο νόμος και σε πολλές διατάξεις για εκείνους που προσβάλλουν τη ζωή του ανθρώπου. Στη διάταξη π.χ. του άρ. 299 παρ. 1 ΠΚ τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη η εν ψυχρώ θανάτωση ενός ανθρώπου. Επίσης στη διάταξη του άρ. 303 ΠΚ τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα χρόνια η θανάτωση ενός αρτιγέννητου βρέφους από τη μητέρα του στον χρόνο και υπό τις συνθήκες που τυποποιούνται στη διάταξη αυτή. Ακόμη, στη διάταξη του άρ. 300 ΠΚ τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε ετών η θανάτωση ενός ανιάτως πάσχοντος από οίκτο προς αυτόν και ύστερα από τη σπουδαία και επίμονη απαίτηση αυτού. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις έχουμε αφαίρεση ζωής. Δεν υποστήριξε όμως ποτέ κανείς ότι η ζωή των θυμάτων της ανθρωποκτονίας στις αντίστοιχες διατάξεις έχει διαφορετική ποιότητα, επειδή οι δράστες των σχετικών εγκλημάτων τιμωρούνται με διαφορετική ποινή. Εξ άλλου σε ό,τι αφορά την αποκλειστικώς ισχύουσα στους κυοφορούμενους δικαιολόγηση της διακοπής της εγκυμοσύνης πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτή οφείλεται στην ιδιαιτερότητα που έχει η εν κυήσει ζωή, η οποία είναι συνυφασμένη άλλοτε με κινδύνους ζωής ή σοβαρής βλάβης της υγείας της εγκυμονούσης και άλλοτε με ευγονικά προβλήματα (π.χ. βεβαιότητα γέννησης πνευματικά καθυστερημένου παιδιού) ή τραγικά ηθικά διλήμματα (π.χ. σύλληψη κατόπιν βιασμού). Σε κάθε περίπτωση πάντως, η δικαιολόγηση αυτή είναι εκτεθειμένη σε πολλές επιφυλάξεις για την ορθότητα της και ιδίως για την εναρμόνισή της με τις διατάξεις των άρ. 2 και 5 παρ. 2 του Συντάγματος, που προστατεύουν απολύτως την αξία της ζωής.

Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι όσοι υποβαθμίζουν ποιοτικά τη ζωή του κυοφορούμενου έναντι της ζωής του γεννημένου ανθρώπου αποτελούν τους πιο θερμούς συνηγόρους της έκτρωσης. Είναι άνθρωποι που εμφορούνται γενικότερα από μια ιδιοκτησιακή αντίληψη της ζωής: «Ό,τι βρίσκεται επάνω και μέσα μου είναι δικό μου και το κάνω ό,τι θέλω». Καθοδηγούμενοι από αυτήν την αντίληψη προτρέπουν τις γυναίκες, όταν βρεθούν μπροστά σε μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, να προβαίνουν ελεύθερα στη θανάτωση του κυοφορούμενου. Χωρίς τύψεις, διότι δεν σκοτώνουν, όπως λένε, άνθρωπο, αλλά έμβρυο που είναι κάτι υποδεέστερο. «Πετάνε» απλώς από πάνω τους μια «πηχτή μάζα» από αίμα και πλακούντα! Συμβουλεύουν μάλιστα τις εγκυμονούσες να το πράττουν αυτό άφοβα και χωρίς δεύτερη σκέψη, με την πεποίθηση ότι ασκούν ένα δικαίωμά τους. Θα επανέλθουμε στα επιχειρήματα αυτά και πιο κάτω, αφού όμως πρώτα «πιάσουμε» τον «σφιγμό» του προβλήματος.

 

Λοιπόν, το ζήτημα αν ο κυοφορούμενος θα χαθεί διά της μαχαίρας του σφαγέα ιατρού στα σκοτάδια της ανυπαρξίας ή θα γνωρίσει διά του εμβρυουλκού του μαιευτήρα το φως της ζωής εξαρτάται αποκλειστικά από έναν παράγοντα: την απόφαση της εγκυμονούσης. Η απόφαση αυτή μπορεί ασφαλώς να επηρεασθεί θετικά ή αρνητικά από πολλούς (τον σύντροφο ή τον σύζυγο, τους γονείς, την παρέα, την οικογενειακή σύμβουλο, την κοινωνική λειτουργό, την Εκκλησία, κ.ά.), δεν μπορεί όμως, κατά κανόνα, να αγνοηθεί.

Αξίζει, νομίζω, να δούμε εδώ από κοντά τους δύο σπουδαιότερους πόλους που επιδιώκουν να επηρεάσουν την απόφαση της εγκυμονούσης. Να προβληματιστούμε με τα επιχειρήματά τους και μέσα από την κριτική βάσανο αυτών να προσδιορίσουμε την αξιολογική στάση μας απέναντι στην αγέννητη ζωή. Μόνον έτσι θα βοηθήσουμε την εγκυμονούσα να διαλέξει όχι με επιπολαιότητα, αλλά με υπευθυνότητα και με πολλή περίσκεψη τον δρόμο που θα αποφασίσει να πορευθεί, για να στείλει το μήνυμα στο αγγελούδι που η ίδια το κάλεσε να φέρει την ευλογία του Θεού μέσα στα σπλάχνα της. Ο ένας πόλος της δείχνει τον δρόμο της έξωσης του εν γαστρί ενοίκου από τον παράδεισο της μήτρας της, διότι τελεί υπό κατάληψη σατανικών «πειρατών». Της δείχνει τον δρόμο προς τον υπόνομο. Ο άλλος, αντίθετα, πόλος την κατευθύνει  προς τον δρόμο που οδηγεί στον φυσικό χώρο στον οποίο ανήκει το «άνθος» που φέρει μέσα της. Τον δρόμο σε ανοιξιάτικα μυρωδάτα λιβάδια που είναι γεμάτα από το άρωμα της ζωής.  

Αν πλησιάσουμε τον πόλο των υποστηρικών της έκτρωσης, που δείχνει στην εγκυμονούσα τον δρόμο της θανάτωσης του κυοφορούμενου, θα διαπιστώσουμε ότι όλη η σχετική επιχειρηματολογία περνάει μέσα από τη βασική σκέψη ότι ο κυοφορούμενος είναι συστατικό του σώματος της γυναίκας. Επομένως, η απόξεση, στην οποία πρέπει να υποβληθεί η γυναίκα για να απαλλαγεί από τη σχετική «πηχτή μάζα» που σχηματίστηκε στη μήτρα της, δεν είναι τίποτε άλλο από μια συνηθισμένη επέμβαση στην οποία πολλές φορές καταφεύγει για να αφαιρέσει κάτι ενοχλητικό από μέσα της, όπως π.χ. ένα ινομύωμα ή έναν πολύποδα.

Η προαναφερθείσα συλλογιστική βάση είναι τραγικά πεπλανημένη. Και τούτο, διότι η αφετηρία της είναι εντελώς ξένη προς τη λογική και την πραγματικότητα της ζωής. Παραβλέπει ότι τα ινομυώματα και οι πολύποδες είναι καλοήθεις ή κακοήθεις εκβλαστήσεις του σώματος της γυναίκας, πράγμα που δεν ισχύει ασφαλώς για το έμβρυο, το οποίο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί εκβλάστηση του σώματος της μητέρας. Πρέπει να υπογραμμισθεί με έμφαση ότι ο κυοφορούμενος είναι ξεχωριστό πλάσμα, που δημιουργήθηκε βέβαια με τη γεννητική συμβολή και της γυναίκας (άρα δεν είναι αποκλειστικά δικό της δημιούργημα), έχει όμως δική του ανθρώπινη ζωή, ανεξάρτητη βιολογικά από τη ζωή της γυναίκας, εξαρτημένη μόνο περιστασιακά από αυτή, αφού μόνον αυτή μπορεί να το θρέψει κατά τη διάρκεια της κυοφορίας. Η ζωή αυτή είναι δώρο του Θεού, ο οποίος έδωσε στη γυναίκα το μεγάλο προνόμιο να κυοφορεί μέσα στα σπλάχνα της τη «Διαθήκη» Του. Η γυναίκα είναι συνεπώς «Κιβωτός της Διαθήκης». Πώς λοιπόν μπορεί να λέει κάποιος ότι η «Διαθήκη» είναι συστατικό της «Κιβωτού»; Πόσο άστοχη είναι η άποψη που βλέπει τον κυοφορούμενο ως συστατικό του σώματος της γυναίκας φαίνεται, νομίζω, καθαρά αν σκεφτούμε τα «παιδιά του σωλήνα», που προέρχονται, ως γνωστόν, από την τεχνητή γονιμοποίηση του ωαρίου μέσα στο εργαστήριο. Μπορεί να υποστηρίξει κάποιος πειστικά ότι το έμβρυο που προκύπτει από τη γονιμοποίηση αυτή, για όσο χρόνο χρειασθεί να μείνει στον σωλήνα, είναι συστατικό του σωλήνα;

Πρέπει να υπογραμμισθεί με έμφαση ότι ο κυοφορούμενος είναι ξεχωριστό πλάσμα, που δημιουργήθηκε βέβαια με τη γεννητική συμβολή και της γυναίκας (άρα δεν είναι αποκλειστικά δικό της δημιούργημα), έχει όμως δική του ανθρώπινη ζωή, ανεξάρτητη βιολογικά από τη ζωή της γυναίκας, εξαρτημένη μόνο περιστασιακά από αυτή, αφού μόνον αυτή μπορεί να το θρέψει κατά τη διάρκεια της κυοφορίας.

Ας μη τρεφόμαστε λοιπόν με αυταπάτες και ας δούμε την αλήθεια κατάματα. Η μητέρα δεν έχει καμιά εξουσία επάνω στη ζωή του κυοφορούμενου, όπως δεν έχει βέβαια και στη δική της. Είναι «θεματοφύλακας» της ζωής. Και όπως συμβαίνει με την «Κιβωτό της Διαθήκης», έτσι και αυτή καθαγιάζεται από την ιερότητα της αξίας που φέρει μέσα της. Γνωρίζουν πολύ καλά όσοι επιχειρηματολογούν με έννοιες του αστικού δικαίου, τι ποινική ευθύνη έχει ο θεματοφύλακας ο οποίος απαλλοτριώνει το πράγμα που του δόθηκε προς φύλαξη. Και για να το πούμε χωρίς περιστροφές: η θανάτωση του κυοφορούμενου αποτελεί εν ψυχρώ δολοφονία. Μια δολοφονία που έχει μεγαλύτερη απαξία από τις συνήθεις δολοφονίες, διότι γίνεται επάνω σε ένα απροστάτευτο πλάσμα από χέρια που έχουν εκ φύσεως καθήκον να το χαϊδεύουν και να το προστατεύουν.

Με βάση τις σκέψεις αυτές, γίνεται φανερό ότι συντάσσομαι ανεπιφύλακτα με τον άλλο πόλο, που επιδιώκει να συγκρατήσει την εγκυμονούσα από τον «κατήφορο» του εγκλήματος και να την κατευθύνει στον δρόμο της ζωής. Πρωτοστάτης στη δημιουργία αυτού του πόλου είναι η Εκκλησία, η οποία μπορεί να εντείνει περαιτέρω τις προσπάθειές της. Μια σύγχρονη «Βασιλειάδα» αφιερωμένη στην προστασία της αγέννητης ζωής είναι κάτι που μπορεί να το προσφέρει η Εκκλησία. Έχει, ή μπορεί να βρει, και τους πόρους και τους ανθρώπους που χρειάζονται για τη λειτουργία της. Να φέρει στις συμβουλευτικές υπηρεσίες αυτής της «Βασιλειάδας» τις νέες και τους νέους. Πρωτίστως όμως τους γονείς τους. Να τους βοηθήσει να βλέπουν συγκαταβατικά τα παιδιά τους που ξεστράτισαν. Όχι με το βλέμμα των αντιλήψεων της εποχής τους, που επιτάχυναν τη μετάβαση της «άτιμης» κόρης στον ασυνείδητο σφαγέα του κυοφορούμενου, για να μη μαθευτεί τίποτε, αλλά με το βλέμμα των συνθηκών της σημερινής εποχής, που έχουν μετατρέψει σε κοινότοπη καθημερινότητα αυτό που κάποτε ακούγονταν ως ανέκδοτο: «Ήμουνα στον γάμο των γονέων μου».

Όλη η στρατηγική της μάχης κατά των εκτρώσεων πρέπει να επικεντρωθεί σε ένα σημείο: να μη χαθεί πια κανένας άλλος κυοφορούμενος. Χρειάζεται όμως γι’ αυτό να δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα μέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία. Με τη βοήθεια της Εκκλησίας πρέπει να βρεθεί τρόπος ώστε το γεγονός ότι η «άτακτη» κόρη είναι ακόμη μαθήτρια ή φοιτήτρια να μην αποτελεί εμπόδιο στην κυοφορία. Στόχος πρέπει να είναι ο τοκετός. Μετά από αυτόν, εάν θέλει η μητέρα να κρατήσει το βρέφος, πάει καλώς. Εάν όμως δεν θέλει, ας γνωρίζει ότι η Εκκλησία είναι εκεί, για να πάρει το παιδί και να φροντίσει να δοθεί προς υιοθεσία σε άκληρα ζευγάρια. Να περάσει επί τέλους το μήνυμα στην κοινωνία: «Όλοι μαζί μπορούμε να προσφέρουμε τη χαρά της ζωής». Να καλλιεργήσουμε τη ζωή που συνεχώς λιγοστεύει στη φθίνουσα δημογραφικά πατρίδα μας.

Βέβαια, ο δρόμος προς τον εμβρυουλκό δεν είναι εύκολος. Όσο υπάρχουν όμως «σειρήνες» που προσπαθούν να παρασύρουν τις εγκυμονούσες στον δρόμο της αιμοσταγούς μάχαιρας, ο αγώνας για τη ζωή πρέπει να είναι αδιάκοπος και ανυποχώρητος.