H ορθόδοξη Εκκλησία μας, έχει τη βαθειά συνείδηση ότι αποτελεί την αυθεντική συνέχεια της μιας Αγίας, Καθολικής και Απο-
στολικής Εκκλησίας. Και ότι παραμένει πιστή στην κοινή εκκλησιαστική παράδοση και το πνεύμα της Πατερικής παραδόσεως.
Ο ιδιαίτερος σεβασμός της Ορθοδοξίας προς την εκκλησιαστική παράδοση της αδιαιρέτου Εκκλησίας απορρέει, εκτός των άλλων, και από το γεγονός ότι αυτή (η ιερή παράδοση της Εκκλησίας), δεν αποτελεί βεβαίως ένα συγκροτημένο σύστημα αρχών ή ιδεών, οι οποίες συνθέτουν το περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας αλλά μια συνεχή και αδιάκοπη διαδικασία σαρκώσεως του Χριστού στην Εκκλησία Του. Οι Απόστολοι, οι οποίοι «παρέλαβον ό και παρέδωσαν», παρέδωσαν στους διαδόχους τους όχι απλώς ένα θεωρητικό σύστημα διδασκαλίας, μια ανυπόστατη αλήθεια, αλλά τον ίδιο τον Χριστό, την ίδια την Εκκλησία, ενώ η Πατερική παράδοση κατέγραψε την ιστορική αγωνία και τους αγώνες του εκκλησιαστικού σώματος για να διαφυλάξει το αυθεντικό περιεχόμενο της μυστηριακής εμπειρίας, η οποία είναι «φάρμακον αθανασίας και αντίδοτο του μη αποθάνειν».

Αυτή η αλήθεια ριζώνει στην ίδια την φύση της πηγής της, δηλαδή την πίστη της Εκκλησίας. Γιατί η πίστη που θεμελιώνει την Εκκλησία και με την οποία αυτή ζει, είναι η ζωντανή σχέση με ορισμένα γεγονότα: Τη ζωή, το θάνατο, την Ανάσταση και τον θρίαμβο του Ιησού Χριστού, την Ανάληψη Του στους ουρανούς, την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος κατά «τη μεγάλη ημέρα της Πεντηκοστής». Μια σχέση που τη μεταβάλλει σε συνεχή «μάρτυρα» και μέτοχο αυτών των γεγονότων, της σωστικής και μεταμορφωτικής τους πραγματικότητας. Πράγματι δεν έχει καμία άλλη εμπειρία από την εμπειρία αυτών των γεγονότων, καμία άλλη ζωή από την καινούργια ζωή που προσφέρουν και μεταδίδουν αυτά τα γεγονότα.

Τρεις είναι οι θεμελιώδεις άξονες αυτής της καινούργιας ζωής:

Πρώτα είναι το ιερό θυσιαστήριο που μόνο αυτό από όλη την κτίση, εκτός από τους ανθρώπους, χρίεται με το Άγιο Μύρο. Και το Άγιο Μύρο «εισάγει τον Ιησούν». Έτσι υπάρχει μέσα στην κτίση ένα συγκεκριμένο αισθητό σημείο, στο οποίο είναι βέβαιη και μόνιμη η μυστηριακή παρουσία του Δημιουργού. Γι’ αυτό το λόγο το θυσιαστήριο αποτελεί τη ρίζα της Εκκλησίας. Στο θυ-
σιαστήριο είναι μυστικά παρών και ενεργών ο ίδιος ο Χριστός. Για αυτό και το θυσιαστήριο είναι το
«αγιάζων το δώρον».

Αλλά το θυσιαστήριο θεμελιώνει και αγιάζει ο Επίσκοπος. Ολόκληρη η τελετή των εγκαινίων του ναού έχει σκοπό να δείξει ότι το αρχέτυπο του θυσιαστηρίου είναι ο Επίσκοπος. Αυτός ως έμψυχο θυσιαστήριο του Θεού αποτυπώνει πάνω
στο λίθο ό,τι ο ίδιος είναι «ναός Θεού και θυσιαστήριον». Ακόμη περισσότερο πριν από το Θείο
Μύρο το οποίο «εισάγει το Ιησούν», εισάγει στην Τράπεζα «τα ανθρώπινα πάντα». Γιατί μόνο μια
πραγματική ανθρώπινη Τράπεζα μπορεί να γίνει θυσιαστήριο του Θεού.

Τρίτη θεμελιώδης διάσταση είναι οι άγιοι. Για αυτό κατά την τελετή των εγκαινίων, μετά το Μύρο και τον Επίσκοπο, κεντρική θέση δίνεται στα λείψανα των αγίων. Υπάρχει μια ουσιώδης εσωτερική σχέση ανάμεσα στο θυσιαστήριο, τον
Επίσκοπο και την αγιότητα. Το κοινό κέντρο αυτής της σχέσης είναι ο Χριστός. Όπως το θυσιαστήριο
είναι ο Ιησούς έτσι και ο πραγματικός αρχιερέας που τελεί την Ευχαριστία είναι ο Χριστός. Αλλά
και τα λείψανα των αγίων φέρουν πραγματικά μέσα τους τον Χριστό. Με την έννοια αυτή ο Επί-
σκοπος έχει ανάγκη από το θυσιαστήριο και τους αγίους, το θυσιαστήριο από τον Επίσκοπο και τα
λείψανα, οι άγιοι από τον Επίσκοπο και το θυσιαστήριο. Και τα τρία καταλήγουν στην Θεία Ευχα-
ριστία μέσα στην οποία πραγματώνεται και αποκαλύπτεται στην πληρότητα της η αλήθεια και η
ενότητα της Εκκλησίας: Ο Θεάνθρωπος λάμπει ως «Θεός εν μέσω θεών», ως ο ωραίος κορυφαίος που
σέρνει τον ωραίο χορό των αγίων «ωραίος ωραίου κορυφαίος χορός».