Ο Μέγας Αντώνιος είναι Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ο πρώτος ασκητής του Χριστιανισμού, που θεμελίωσε τον υγιή Μοναχισμό. Έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού μέχρι και την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και των παιδιών του. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το έζησε ως ασκητής στην έρημο και πέθανε στις 17 Ιανουαρίου του 356, οπότε και εορτάζεται η μνήμη του από τις Λουθηρανικές, τις Αγγλικανικές, τις Καθολικές και τις Ορθόδοξες εκκλησίες, όπου θεωρείται άγιος.

Τη βιογραφία του Αγίου Αντωνίου έγραψε στην ελληνική ο Μέγας Αθανάσιος ο οποίος ως επίσκοπος Αλεξανδρείας την έστειλε αρχικά σε μοναχούς της Αιγύπτου αρχίζοντας με τη φράση "Αγαθήν άμιλλαν ενωτίσασθε". Αυτήν αντέγραψε στη συνέχεια ο Συμεών ο Μεταφραστής από τον οποίον και παρέλαβε ο Αγάπιος ο Κρης που μετέφρασε εκ του ελληνικού και καταχώρησε στον εκδοθέντα υπ΄ αυτού "Παράδεισον". Ιδιαίτερο εγκωμιαστικό λόγο στον Μέγα Αντώνιο συνέθεσε ο Ιεροδιδάσκαλος Μακάριος ο Πάτμιος.

Ο Αντώνιος, τον οποίον οι Άγιοι Πατέρες ανακήρυξαν Μέγα, γεννήθηκε επί εποχής Δεκίου, το έτος 251 (έτος σνά) στο χωριό Κομά της Κάτω Αιγύπτου, κοντά στην Ηρακλεόπολη την Μεγάλη, από πλούσιους αλλά ευσεβείς χριστιανούς γονείς. Από την παιδική του ηλικία τον διακατείχαν η αυτάρκεια η ολιγάρκεια και η εσωστρέφεια, ένεκα των οποίων δεν θέλησε να μάθει γράμματα ούτε να συναναστρέφεται με άλλα παιδιά προκειμένου «να μην αισθάνεται σύγχυση και ανάγκη φροντίδας», ακολουθούσε όμως τους γονείς του συστηματικά σε εκκλησιασμούς όπου και έδινε ιδιαίτερη προσοχή στα ιερά αναγνώσματα. Όταν, σε ηλικία 18 ή 20 ετών έχασε τους γονείς του απέμεινε με την μικρότερη αδερφή του, υποχρεώθηκε να αναλάβει ο ίδιος την φροντίδα του σπιτιού τους.

Έξι μήνες μετά το θάνατο των γονιών του ο Αντώνιος άκουσε στην εκκλησία την Ευαγγελική περικοπή της πρόσκλησης του πλουσίου νέου, στην οποία αναφέρεται ότι ο Χριστός είπε: "πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς και έξεις θησαυρόν εν ουρανώ και δεύρο ακολούθει μοι" (Ευαγγέλιο του Ματθαίου ιθ΄ 21). Συγκινημένος από την ευαγγελική αυτή περικοπή, διένειμε την περιουσία του που αποτελούνταν από 300 εύφορα κτήματα στους φτωχούς. Επίσης, εμπιστεύτηκε την αδερφή του σ' έναν παρθενώνα ανατροφής (δεδομένου ότι μοναστήρια δεν υπήρχαν ακόμα), ενώ ο ίδιος, αφού χάρισε προηγουμένως και το σπίτι του, αποσύρθηκε σ΄ ένα κελί που έκτισε μόνος του σε απομονωμένο μέρος πλησίον του χωριού του, μιμούμενος κάποιον γέροντα ασκητή που έτυχε να γνωρίσει και να θαυμάζει για την αρετή του.

Ο Αντώνιος ησυχάζων εκτός πόλης

Ο ίδιος αποσύρθηκε στην έρημο όπου έζησε ασκητικά, παραμένοντας έτσι μακριά από υλικούς πειρασμούς και διάφορες κοινωνικές συμπεριφορές. Κατά τον χρόνο αυτό επισκεπτόταν διάφορους άλλους ασκητές που θαύμαζε την αρετή τους και ως «σοφή μέλισσα» επέλεγε τα άνθη της συλλέγοντας το «πνευματικό νέκταρ» της ηθικής και της αρετής. Ασκούνταν στην αγρυπνία, την προσευχή και τη νηστεία τρώγοντας μία φορά την ημέρα περί τη δύση του ηλίου ή κάθε δύο μέρες, ακόμα και τέσσερις, μόνο άρτο, αλάτι και νερό. Παράλληλα ασχολιόταν με εργόχειρο που αντάλλασσε με τα απαραίτητα για την επιβίωση, κρατώντας ελάχιστα ο ίδιος και χαρίζοντας τα υπόλοιπα σε πτωχούς. Έτσι σ΄ αυτό το διάστημα ασχολούμενος με την ανάγνωση ιερών κειμένων παρέμεινε σ΄ όλους αγαπητός, πράος, και θαυμαστός. Ποτέ δεν υπερηφανεύθηκε, ούτε είχε διαφορές ούτε λύπησε ποτέ κανέναν.

Υπό το καθεστώς αυτό δεν άργησε να δέχεται τους πρώτους πειρασμούς του πονηρού πνεύματος, είτε σαρκικούς, λόγω της νεότητάς του, είτε σε πονηρούς λογισμούς και ιδέες που του επέβαλλε προκειμένου να διακόψει την ασκητική του ζωή. Οι πειρασμοί αυτοί αφορούσαν άλλοτε τις βιολογικές σαρκικές ορμές και απολαύσεις με οπτασίες νεαρής κοπέλας, άλλοτε με εμβόλιμες ιδέες για τη φροντίδα της αδελφής του που κινδύνευε να γίνει πόρνη και άλλοτε την φιλαργυρία, φιλοδοξία κ.ά. που όμως σ΄ όλες τις περιπτώσεις απέτυχαν. Ακολούθησαν ασθένειες, αλλά ο Αντώνιος με τις συνεχείς προσευχές του κατάφερε να μη τον πτοήσουν. Την πάλη αυτή είχαν αντιληφθεί ακόμα και οι επισκέπτες του οι οποίοι και τον θαύμαζαν. Έλεγε «Εγώ δεν ενίκησα, αλλ΄ η χάρις του Θεού, ήτις με ενίσχυσε».

Τελικά, σύμφωνα πάντα με την βιογραφία, βλέποντας το πονηρό πνεύμα ότι αδυνατούσε να πλανήσει τον Αντώνιο, εμφανίσθηκε μπροστά του ως «μέλαν παιδίον» λέγοντάς του: «Πολλούς επλάνησα και πολλούς κατέβαλα και ενίκησα, αλλά σέ πολεμών ησθένησα». Στην ερώτηση του Οσίου «ποιος είσαι εσύ», εκείνο απάντησε: «Εγώ είμαι το πνεύμα της πορνείας και γαργαλίζω τους νέους εις ταύτην την πύρωσιν. Πολλούς σώφρονας ηπάτησα και πολλάκις ετάραξα και σε, αλλά συ με ενίκησες». Ο Όσιος ευχαριστώντας στη συνέχεια τον Θεό εκδίωξε το πνεύμα λέγοντάς του «Δεν σε φοβούμαι πλέον ούτε σε υπολογίζω ποσώς επειδή είσαι μαύρος στον νουν και παιδίον, αδύνατος και ευκαταφρόνητος». Μετά από αυτά το πονηρό πνεύμα έφυγε και δεν τόλμησε πλέον να τον πλησιάσει. Ο δε Όσιος συνέχισε με προσευχές και αγρυπνία να ενισχύεται σε αρετή έτοιμος ν΄ αντιμετωπίσει νέους πειρασμούς.

Ο Όσιος Αντώνιος συνεχίζοντας την ασκητική ζωή κοιμόταν σε μια ψάθα στο ύπαιθρο διδάσκοντας πως «όταν οι ηδονές του σώματος ασθενούν, τότε ενδυναμώνει η ψυχή», επαναλαμβάνοντας καθημερινά τη ρήση του Αποστόλου Παύλου «Των όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι».

Ο Μέγας Αντώνιος πέθανε το 356 μ.Χ. Πρόβλεψε με θαυμαστή ακρίβεια το θάνατό του , ο οποίος συνέβηκε σε ηλικία «εγγύς ετών πέντε και εκατόν». Η μνήμη του γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 17 Ιανουαρίου. Μία από τις τελευταίες επιθυμίες του Οσίου ήταν να μη φανερωθεί ο τόπος της ταφής του. Ωστόσο, οι μοναχοί που ασκήτευαν κοντά του έλεγαν ότι κατείχαν το ιερό λείψανό του, το οποίο επί Ιουστινιανού (το 561 μ.Χ.), κατατέθηκε στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στην Αλεξάνδρεια και από εκεί αργότερα, το 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.