Στην προηγούμενη μελέτη μας είδαμε χωρισμένη την ανθρωπότητα σε δύο αντίθετες γενεές. Την καλή γενεά με αρχηγό τον Άβελ και την κακή γενεά με αρχηγό τον Κάιν. Η γενεά του Άβελ είχε ως κύρια ασχολία της την ποιμενική ζωή, ενώ η γενεά του Κάιν ως κύρια ασχολία της είχε τη γεωργία. Μεταξύ των δύο αυτών υπήρχε ανταγωνιστικότητα και μάχη, η οποία κατέληξε στον φόνο του Άβελ από τον Κάιν. Μετά το φόνο αυτό ο Κάιν απομακρύνθηκε πιο πολύ «από προσώπου Θεού» (Γεν. 4,16), έγινε «ναιδ», δηλαδή «πλανώμενος», όπως είδαμε στην προηγούμενη μελέτη μας, έφυγε μακριά από τους γονείς του και κατοίκησε στη χώρα Ναιδ, προς ανατολάς της Ἐδέμ (4,16). Η χώρα «Ναιδ» χωρίς τα φωνήεντα γίνεται «Ἰνδία». Θεωρείται βέβαιο ότι ὁ Κάιν μετανάστευσε στην ανατολική Ασία. Εδώ έχουμε τον πρώτο διαχωρισμό του ανθρωπίνου γένους.

Για την κατανόηση του μαθήματος της παρούσης μελέτης είναι ανάγκη να υπενθυμίσουμε αυτό που είπαμε γενικά στην προηγούμενη μελέτη μας, ότι η γραμμή του Κάιν έχει σκληρότητα και χαρακτηρίζεται από τον βιασμό και τις φονικές πράξεις, όχι μόνο του Κάιν, αλλά και των απογόνων του. Εδώ η Γένεση μας παρουσιάζει από τη γραμμή του Κάιν τον Λάμεχ, ο οποίος εφόνευσε δύο άνδρες, για να λάβει τις γυναίκες τους. Και μάλιστα αυτός ο Λάμεχ δεν φαίνεται να έχει καθόλου έλεγχο για τους φόνους του αυτούς, όπως είχε ο Κάιν για τον ένα φόνο του (βλ. 4,13.14), αλλά αντίθετα καυχησιολογεί και απειλεί (4,23-24). Όπως δε φαίνεται από τον κατάλογο της φυλής του Κάιν που μας παραθέτει εδώ η Γένεση, οι άνθρωποι της φυλής αυτής δεν φαίνονται ως θρησκευτικοί τύποι, αλλά ως τεχνίτες και σφυροκόποι και οικοδόμοι και πολεμιστές (βλ. 4,17-24). Για τον Κάιν λέγεται εδώ «ην οικοδομῶν πόλιν» (4,17). Με την λέξη «πόλιν» θα πρέπει να νοήσουμε «φρούριο» κατασκευασμένο με γιγαντιαίους λίθους. Αυτοί, οι απόγονοι του Κάιν, είναι που αργότερα θα κτίσουν τον πύργο της Βαβέλ με σκοπό να σχηματίσουν μια ισχυρή κοινωνία.

Αντίθετα προς τον Κάιν και τη φυλή του, η καλή φυλή, με αρχηγό τώρα τον Σηθ, ο οποίος αντικατέστησε τον φονευθέντα Άβελ (η ονομασία «Σηθ» σημαίνει «αντικαταστάτης»), χαρακτηρίζεται για την απαλότητά της και την αφοσίωσή της στον Θεό. Ενώ ο Κάιν απομακρύνθηκε από τον Θεό (4,16α) και ελησμόνησε το όνομά Του «Γιαχβέ», η Γένεση σημειώνει και τονίζει ότι με τον Σηθ και τον υιό του, τον Ενώς, οι άνθρωποι επικαλούνταν το όνομα του Κυρίου (4,26). Από την καλή γενεά του Σηθ, της οποίας έχουμε και αυτής κατάλογο εδώ (βλ. 4,25-26, 5,1-32), θα βγει ένας εκλεκτός υιός, ο Νώε, ο οποίος, όπως θα δούμε στην επόμενη μελέτη μας, θα γίνει ένας νέος γενάρχης μιας νέας καλής ανθρωπότητος.

Χωρισμένη, λοιπόν, παρουσιάζεται η ανθρωπότητα σε δύο γενεές, στην καλή και στην κακή γενεά. Και έτσι το ήθελε ο Θεός, να μην συναναστρέφονται και συσχηματίζονται οι καλοί με τους κακούς και διαφθαρούν και αυτοί (βλ. και τον λόγο του αποστόλου Παύλου εις Ρωμ. 12,2 «μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω»). Από την αρχή ο Θεός έθεσε «έχθρα» των ανθρώπων προς τον όφιν και τα όργανά του (βλ. 3,15). Αλλά, μετά τα παραπάνω, που μας είπε η Γένεση, μας παρουσιάζει στη συνέχεια τη μίξη των δύο γενεών, της καλής και της κακής γενεάς. Διαφθείρεται, δηλαδή, ακόμη περισσότερο το ανθρώπινο γένος. Διαβάζουμε: «Όταν άρχισαν οι άνθρωποι να πληθύνονται πάνω στο πρόσωπο της γης, είδαν οι “υιοί του Θεού” τις “θυγατέρες των ανθρώπων” ότι ήσαν ωραίες και τις έλαβαν για γυναίκες τους» (6,1-3). Από τη μίξη δε των δύο αυτών γενεών προήλθαν οι «γίγαντες οι απ᾽ αιώνος», οι «ονομαστοί άνδρες κατά την παλαιά εποχή» (6,4β).

Ποιοί είναι αυτοί οι «υιοί του Θεού» και ποιές είναι οι «θυγατέρες των ανθρώπων»; Γύρω από το θέμα αυτό έχουν δοθεί διάφορες ερμηνείες, ακόμη δε και αιρετικές. Δόθηκε, λόγου χάριν, και η ερμηνεία ότι «υιοί Θεού» είναι οι πεπτωκότες άγγελοι. Ότι, δηλαδή, η πτώση των αγγέλων που γνωρίζουμε έγινε επειδή αυτοί είδαν τις ωραίες γυναίκες των ανθρώπων και τις ορέχθηκαν και τις έλαβαν για γυναίκες τους. Αλλά αυτή η ερμηνεία είναι εντελώς εσφαλμένη με το απλό επιχείρημα ότι οι άγγελοι είναι ασώματοι και δεν νυμφεύονται (βλ. Ματθ. 22,30). Η επικρατούσα σήμερα ερμηνεία περί του θέματος είναι ότι με την έκφραση «υιοί Θεού» πρέπει να νοήσουμε τους Σηθίτες, τους άνδρες, δηλαδή, της καλής γενεάς. Λέγονται δε, κατά τους υποστηρικτές της ερμηνείας αυτής, «υιοί Θεού» ακριβώς για την ευσέβειά τους, γιατί είπαμε ότι οι ανήκοντες στη γενεά του Σηθ ήταν αφοσιωμένοι στον Θεό και ελάτρευαν πιστά Αυτόν (βλ. πάλι 4,26).

Αλλά έχουμε να ερωτήσουμε τα εξής: Όπως είπαμε, η φυλή του Κάιν ήταν επιθετική και αιμοδιψής, ενώ η φυλή του Σηθ ήταν ήρεμη και απαλή. Αν οι «υιοί του Θεού» ήταν οι Σηθίτες, οι οποίοι άρπασαν τις γυναίκες των ισχυρών Καϊνιτών, πώς αυτοί οι άνδρες τους, οι επιθετικοί και οργίλοι Καϊνίτες, ανέχθηκαν την αρπαγή των γυναικών τους από τους αδυνάτους και απαλούς Σηθίτες; Μάλιστα και οι ίδιες οι γυναίκες των Καϊνιτών θα ήταν οπλισμένες με τον ισχυρό οπλισμό των ανδρών τους και δεν θα ήταν εύκολη, λοιπόν, η αρπαγή τους από τους απαλούς άνδρες της γενεάς του Σηθ. Γιατί, περί αρπαγής φαίνεται, όπως υπονοείται στο κείμενο (βλ. 6,2). Έπειτα, ουδαμού αλλού οι Σηθίτες καλούνται «υιοί του Θεού» για να ονομασθούν και εδώ έτσι. Ακόμη, έχουμε να πούμε ότι οι «θυγατέρες των ανθρώπων» πρέπει να είναι οι θυγατέρες της καλής γενεάς, του Σηθ, γιατί αυτοί είναι «οι άνθρωποι», οι οποίοι αναφέρονται στην αρχή του κεφ. 6, στιχ. 1. Κατά ερμηνευτικό δε κανόνα οι «γυναίκες» που αναφέρονται στον στιχ. 1 πρέπει να είναι οι ίδιες οι γυναίκες που αναφέρονται στον αμέσως επόμενο στιχ. 2. Οι γυναίκες λοιπόν «των ανθρώπων» που λέγεται εδώ, τις οποίες άρπαξαν οι «υιοί του Θεού», πρέπει να είναι οι γυναίκες των Σηθιτών. Από εδώ και πέρα, από το κεφ. 6 και εξής, γίνεται λόγος περί των Σηθιτών. Ο λόγος περί των Καϊνιτών τελείωσε στο κ. 4 και δεν ενδιαφέρεται πλέον ο συγγραφεύς μας γι᾽ αυτούς. Αφού, λοιπόν, οι «γυναίκες των ανθρώπων» είναι οι γυναίκες των Σηθιτών, των ανδρών της καλής γενεάς, και αφού πρόκειται περί μίξεως των δύο γενεών, οι «υιοί του θεού» πρέπει να είναι οι άνδρες της κακής γενεάς, οι Καϊνίτες. Αλλά γιατί λέγονται «υιοί θεού»; Πρόκειται περί αδοκίμου μεταφράσεως των Ο´. Ακριβώς θα έπρεπε να μεταφράσουν «υιοί δυνατοί», γιατί αυτό σημαίνει ἡ αντίστοιχη εβραϊκή έκφραση «βεν-ελωχίμ». Η λ. «ελωχίμ» σημαίνει ακριβώς «ισχυρός», «δυνατός». Και επειδή κατ᾽ εξοχήν ισχυρός είναι ὁ Θεός, γι᾽ αυτό και οι Ο´ μετέφρασαν τω φράση «βεν ελωχίμ» ως «υιοί του Θεού». Κατά λέξιν όμως έπρεπε να μεταφράσουν «υιοί ισχυροί», «υιοί δυνατοί» και ως τοιούτοι είναι οι Καϊνίτες. Η μετάφραση του Συμμάχου στην ελληνική από το εβραϊκό είναι πιστή, γιατί αποδίδει την έκφραση ως «υιοί των δυναστευομένων». 

Καταθέτουμε, λοιπόν, την ερμηνεία, την οποία και υποστηρίζουμε, ότι οι «υιοί του Θεού» του στιχ. Γεν. 6,2 είναι οι δυνατοί άνδρες της γραμμής του Κάιν, όπως φαίνεται σαφώς στο πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο με την έκφραση «βεν ελωχίμ», την οποία όμως οι Ο´ απέδωσαν εσφαλμένως ως «υιοί Θεού». Στο εξής, μαζί με την διαφθαρείσα γενεά του Κάιν, αρχίζει και η διαφθορά της καλής γενεάς του Σηθ.