Γράφει ο Σταύρος Γουλούλης

Στις 30 Ιανουαρίου τιμάται η τριάδα των αγίων ιεραρχών, αυτών που συνέδεσαν τη συνέχεια της ελληνορωμαϊκής παιδείας με την Εκκλησία. Η γιορτή επικράτησε στα μέσα του 11ου αι. από τον Ιωάννη Ευχαΐτων. Αλλά ήδη είχαν φανεί μερικά δείγματα, όχι ιδιαίτερα γνωστά, από μεριάς ασκητών. Ένας τέτοιος ασκητής υπήρξε ο άγιος Φαντίνος (901-974) (+14 Νοεμβρίου). Έζησε στην Kαλαβρία, αλλά πέθανε στη Θεσσαλονίκη. Πέρασε δεκαετίες στο κοινόβιο του οσίου Ηλία του Σπηλαιώτη (864-960) ή μόνος σε έρημα μέρη της ιταλικής Λουκανίας. Ακόμη, ίδρυσε, δύο μονές, ανδρώα και γυναικεία, ενώ καθοδηγώντας πλήθος Πνευματικών έδινε κατευθύνσεις για να δημιουργηθούν νέες αδελφότητες. 

Αυτός ο μεγάλος ασκητής άφησε ξαφνικά τα πάντα στη Νότια Ιταλία γύρω στα 965 και ήλθε στην Ανατολή μόνος του, στη Θεσσαλονίκη. Τον βίο του κατέγραψε κάποιος ανώνυμος Θεσσαλονικέας. Ο σκοπός της βιογραφίας του ήταν η καταγραφή των θαυμάτων του, για να ανακηρυχθεί άγιος. Ήταν το προϊόν των σχέσεών του με απλούς ή και περιθωριακούς ανθρώπους, ακόμη και με τα ζωντανά του Θεού κι όχι αποτέλεσμα της παιδείας του, η οποία τίθεται σε δεύτερη μοίρα. Οπότε ένα πρωτεύον έργο του αγίου Φαντίνου -ο οποίος ήταν και με τον λαό και με την άρχουσα τάξη, ενωτικός, ελεγκτικός σε υπερβολές και αυθαιρεσίες- δεν προβάλλεται. Θα σχολιασθεί εδώ. 

Κατ’αρχήν σημειώνεται ότι ο γέροντας του Φαντίνου, Ηλίας ο Σπηλαιώτης τον πρόσεξε αμέσως, αναθέτοντας σε δάσκαλο να του μάθει καλά γράμματα. Στη μονή του στην Ιταλία καθοδηγείτο από αυτόν ο όσιος Νείλος ο Καλαβρός (910-1004). Στη Θεσσαλονίκη τον συνάντησε ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης (π. 930-1000), ιδρυτής της Μονής Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους, επιστρέφοντας από την Αθήνα. Αργότερα ο Νικηφόρος, μαθητής του Φαντίνου, πήγε υποτακτικός στον Αθανάσιο. Στη Θεσσαλονίκη πάλι είχε πιο στενή και μακρόχρονη γνωριμία με τον όσιο Φώτιο «των Θεσσαλών», ο οποίος μαζί με τον Συμεών Φιλόσοφο συμπαραστάθηκε τον άγιο Φαντίνο στις τελευταίες στιγμές του. 

Οι τρεις αυτοί άνδρες υπήρξαν ιδρυτές μονών που ανέδειξαν την Ορθοδοξία. Και μάλιστα στο μεταίχμιο της εποχής του χωρισμού με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και των ανακατατάξεων στο Βυζάντιο: 

- Ο Νείλος ίδρυσε την ελληνόρρυθμη μονή Κρυπτοφέρρης στη Ρώμη (1004), έχοντας σκοπό να δίνει την εικόνα τού τι εστί ελληνική παράδοση στην καρδιά της Δυτικής Εκκλησίας. Στην κρίσιμη εποχή για την ενότητα με τη Δύση θα γνώριζαν από κοντά την ελληνική σκέψη και γλώσσα, ώστε να παραμερισθούν αιρετικές δοξασίες Φράγκων θεολόγων (λ.χ. το filioque προήλθε ως αίρεση από άγνοια της ελληνικής), το διαφαινόμενο Σχίσμα (1009 κ.εξ.-1054). 

- Ο Αθανάσιος ίδρυσε την κοινοβιακή Λαύρα (963) του Αγίου Όρους αλλάζοντας τον χαρακτήρα του εκεί μοναχισμού των ερημιτών, αφού πλέον τα μοναστήρια έγιναν εντειχισμένες πόλεις, παρείχαν ασφάλεια σε ταραγμένους καιρούς, έναν πιο συστηματικό μοναχισμό, πιο ανοικτό στον κόσμο. 

- Ο Φώτιος υπήρξε ιδρυτής της βασιλικής μονής Ακαπνίου, αστικό μοναστήρι με κοινωνική προσφορά στη Θεσσαλονίκη, δίνοντας έμφαση στην ιατρική (νοσοκομειακή περίθαλψη) και την παιδεία. Ο Φώτιος, μαθητής του αγίου Βλασίου, πνευματικού του αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄ (939-963), συνόδευσε τον Βασίλειο Β΄ στις εκστρατείες του στα Βαλκάνια, όπου αγωνιζόταν να δαμάσει τη νέα πρόκληση του αποστάτη Σαμουήλ (976-1014), έχοντος έδρα τον Άγιο Αχίλλιο Πρέσπας και την Αχρίδα. Η μονή Ακαπνίου θα είχε μέλλον σε Θεσσαλονίκη, Βαλκάνια μέχρι την τουρκοκρατία. 

Το κίνημα, ας πούμε, του αγίου Φαντίνου προηγήθηκε της εορτής των Τριών Ιεραρχών και ίσως οδήγησε στην καθιέρωσή της. Ο αριθμός [3], σύμβολο της πρότυπης κοινωνίας αγάπης (Αγία Τριάδα, οικογένεια, κοκ) -ο αριθμός [2] χρήσιμος μεν σε αναγκαία διάσπαση, αλλά οδηγεί σε δυαρχία- δείχνει απλώς την ομάδα, η οποία ενέπνευσε, «γέννησε» όλους όσοι είδαν στην παιδεία ένα στήριγμα της Εκκλησίας, έναν καλό οδηγό στη βελτίωση του ανθρώπου. 

Μέσα στην ειλικρινή του διάθεση ο συγγραφέας, αναφέρει στοιχεία, που εκείνος μεν δεν αξιοποιεί τότε, αλλά μπορούμε να τα εντοπίσουμε σήμερα. Ο όσιος Φαντίνος, μέτοχος σημαντικής ελληνικής παιδείας, εκτός από απλούς ανθρώπους, συνεργάστηκε λιγότερο ή περισσότερο με ιδρυτές κορυφαίων μονών, εξελιγμένων σε κέντρα παιδείας! Αυτό και μόνο προκαλεί εντύπωση, περιέργεια. Τι γύρευε να διδάξει, να συμμεριστεί έστω, σε αυτούς τους μεγάλους αναμορφωτές ένας απλός ασκητής; 

Τέτοιοι άνθρωποι γνωρίζουν τους πνευματικούς νόμους, τους οποίους όμως προσαρμόζουν στη ζωή, στην Ιστορία. Διαβιώνοντας στην ησυχία, εντοπίζουν πρώτα στον εαυτό τους τη ρίζα των κοινωνικών προβλημάτων λόγω παρεκτροπών του ανθρώπου, οπότε δίνουν και πρακτικές προτάσεις για τον πολύ κόσμο. Τα πολιτικά προβλήματα ανέκαθεν χρειάζονταν προσπάθεια υπέρβασης, δεν λύνονταν μόνα τους. Εισβολές εχθρών και βαρβάρων, αρρώστιες, φτώχεια, καταστροφές, αδικίες, σχίσματα... Σε παρόμοιες καταστάσεις αναφέρονται τα θαύματα του αγίου Φαντίνου σε αναξιοπαθούντες, αυτά γνωρίζει ο συγγραφέας, οπότε έμμεσα προβάλλει τον στόχο τους πάνω στη βελτίωση των δομών της κοινωνίας. Ο άγιος, κατά το όνομά Του φώτιζε τους κυβερνήτες της, πολιτικούς και εκκλησιαστικούς. Το σημαντικό ήταν ότι όλοι αυτοί οι σημαντικοί άνδρες είχαν πνευματική επικοινωνία μεταξύ τους, βοηθώντας την τότε εξουσία. Δεν έμειναν μόνο στα προβλήματα του μικρού ανωνύμου ανθρώπου. Κι αυτούς εμπιστευόταν η πολιτική εξουσία, ήταν στρατιώτες Χριστού, αφιερωμένοι στην κοινωνία. Ενίσχυαν τα μοναστήρια γιατί μέσω αυτών ήταν σαν να επένδυαν στην κοινωνία και όχι για να περνούν καλά οι καλόγεροι. Ανάμεσα στα άλλα προωθούσαν την παιδεία. 

(Οι βίοι των αγίων Φαντίνου και Νείλου εκδόθηκαν από τη Ι. Μονή Ορμυλίας Χαλκιδικής).