Όταν μιλάμε για μοναστήρι στη Σαλαμίνα, το πρώτο που σκεφτόμαστε είναι η Μονή Φανερωμένης, που είναι πολύ γνωστή και συγκεντρώνει πολύ κόσμο, όχι μόνο στις 23 Αυγούστου που εορτάζει, αλλά και ολόκληρο το χρόνο, αφού δύσκολα περνάει μέρα που δεν φτάνουν τουριστικά λεωφορεία με προσκυνητές.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο μοναστήρι, όχι τόσο γνωστό, που όμως έχει κι αυτό μεγάλη ιστορία και σημαντική προσφορά στους εθνικούς αγώνες. Πρόκειται για τη μονή Αγίου Νικολάου Λεμονιών.

Βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νησιού, στο δάσος του βουνού «Σταυρός», ανάμεσα στο Αιάντειο και τα Κανάκια και περιβάλλεται από τείχος, αλλά και από πολλούς… θρύλους.

Ένα άλλο σημείο αναφοράς είναι η πανοραμική θέα που παρουσιάζει το ίδιο το μοναστήρι στον επισκέπτη που πλησιάζει, κατευθυνόμενος προς τα Κανάκια. Η μονή δεσπόζει στο πλάτωμα που βρίσκεται, το οποίο είναι πιο χαμηλά από το δρόμο, αλλά πάλι είναι αρκετά ψηλά, ώστε να έχει μοναδική θέα προς τη θάλασσα. 

Πρόκειται για έναν ακόμα άγνωστο θησαυρό που κρύβει η Σαλαμίνα. 

Είναι άγνωστος ο χρόνος που χτίστηκε. Υπάρχει βέβαια μια χρονολογία στη βάση του κωδωνοστασίου   (1742), αλλά δεν είναι σαφές αν πρόκειται για τη χρονολογία ανέγερσης ή ανακαίνισης.

Οι λεμονιές του Ευδόκιου

Η αρχική ονομασία της Μονής ήταν «Άγιος Νικόλαος στο Κανάκιανη». Το όνομα «Άγιος Νικόλαος Λεμονιών» οφείλεται στις πολλές λεμονιές που είχε φυτέψει ο τότε ηγούμενος της Μονής Ευδόκιος, γύρω στο 1800. Αυτού του είδους τα δέντρα ήταν τα μοναδικά στο νησί εκείνη την εποχή.

Ό ναός είναι χτισμένος σε ρυθμό μονόκλιτο βασιλικό. 

Πολλές αγιογραφίες έχει φιλοτεχνήσει ένας από τους σημαντικότερους αγιογράφους της Σαλαμίνας, ο Δημήτριος Ανδριανός, ο οποίος ήταν λαϊκός εγκαταστάθηκε εδώ όταν πια η Μονή είχε ερημώσει. Το έργο του συνέχισε ο γιος του Νικόλαος. Έργα και των δύο κοσμούν αρκετούς ναούς του νησιού.

Αρχικά ήταν ανδρώα η μονή. Στη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης οι μοναχοί παρείχαν στέγη, τροφή και γενικά κάθε διευκόλυνση στους επαναστάτες. Εδώ εύρισκαν καταφύγιο ο οπλαρχηγός Χοντρινικόλας Γκριτζιώτης και τα παλικάρια του. Επίσης, στη μονή φιλοξενούνταν πολλοί κατατρεγμένοι από τους Τούρκους. Οι δαπάνες για τη συντήρηση τόσων ανθρώπων την εξάντλησαν οικονομικά. 

Όταν ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος, με βασιλικό διάταγμα του 1833, αποφασίστηκε να καταργηθούν κάποια μοναστήρια που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αυτοσυντηρηθούν. Η ακίνητη περιουσία τους εκποιήθηκε. Σ΄ αυτό το διάταγμα περιλαμβανόταν και η Μονή του Αγίου Νικολάου και διαλύθηκε. 

Μετά την τυπική διάλυσή της, κάποιοι μοναχοί αλλά και λαϊκοί εγκαταστάθηκαν κατά καιρούς εδώ. Το δάσος της περιοχής –πρόκειται για το μεγαλύτερο της δυτικής Αττικής– προσέφερε ρετσίνα σε μεγάλες ποσότητες και αποτελούσε τρόπο επιβίωσης για τους «ρετσινάδες». Η ρετσίνα αποτελούσε βασική ύλη για τη στεγανοποίηση των πλοίων και, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν ένας από τους λόγους που οι Τούρκοι είχαν δώσει κάποια προνόμια στη Σαλαμίνα.

Ύστερα από τη μικρασιατική καταστροφή ήρθαν εδώ κάποιες μοναχές, αλλά δεν ήταν εύκολη η επιβίωση και η μονή ερήμωσε πάλι.

Το ίδιο έγινε και μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εγκαταστάθηκαν δύο ηλικιωμένες μοναχές, αλλά όταν έφυγαν από τη ζωή δεν υπήρχε διαδοχή.   

Η μονή επανιδρύθηκε επίσημα το 1966, δηλαδή 132 χρόνια αφού διαλύθηκε, ως γυναικεία. Από τότε λειτουργεί κανονικά, αλλά με πολύ λίγες μοναχές που δυσκολεύονται να τη συντηρήσουν.

Αυτό όμως είναι μία από τις πολλές ομορφιές του μοναστηριού. Εικόνες και διάκοσμος φθαρμένα από τους αιώνες δημιουργούν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα που δεν βρίσκεις στην πολυτέλεια των «δημοφιλών» προσκυνημάτων. 

Κρυμμένο μέσα στο πράσινο, λίγο παρακάτω από το μοναστήρι βρίσκεται το ξωκλήσι  του αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη που χρονολογείται από τα τέλη του 10ου αιώνα. Εδώ βρίσκονται και οι τάφοι των ανδρών μοναχών της μονής. Το χαρακτηριστικό του είναι ο οκταγωνικός τρούλος του σε αρχαϊκή μορφή.

Εδώ υπήρχε μία από τις ιαματικές πηγές της Σαλαμίνας.

Ο θρύλος με τα «μπουριά»

Ένας θρύλος συνοδεύει αυτό το μοναστήρι. Στην αυλή του υπάρχει το καταβάσιο που πολλοί το συνδέουν με τον αρχαίο ναό της Εκάτης που υπήρχε στην περιοχή, αλλά και με το παλάτι του Αίαντα. Ο θρύλος λέει ότι  μπορεί να συνδεόταν με στοές και με τη σπηλιά του Ευριπίδη, ακόμα και ότι κάποια στοά περνάει κάτω από τη θάλασσα και φτάνει στη Στυμφαλία. Αυτές τις στοές οι ντόπιοι τις αποκαλούσαν «μπουριά». Σήμερα όμως αυτές οι δίοδοι, αν υπήρχαν, έχουν καταστραφεί.

Κάποιοι πιο προσγειωμένοι θεωρούν ότι επρόκειτο για μυστική διέξοδο προς τη θάλασσα για να μπορούν να διαφεύγουν οι μοναχοί  σε περίπτωση εφόδου από Τούρκους ή πειρατές.