του Μ. Γ. Βαρβούνη -  Καθηγητή Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης

Η συμβολική χρήση της παραδοσιακής ενδυμασίας σε εκκλησιαστικές πανηγύρεις, όπως περιγράφτηκε σε προηγούμενο άρθρο μου, ίσως σημαίνει ότι στα πλαίσια των πολυάνθρωπων ενοριών η χρήση της φορεσιάς μπορεί να ενταχθεί στην ευρύτερη πολιτισμική «πολιτική» χρήση της παραδοσιακής ενδυμασίας, στο πλαίσιο πολυπολιτισμικών κοινωνιών, σύμφωνα με την οποία παρόμοιες συμβολικές και τελετουργικές χρήσεις ενδυμασιών υποδηλώνουν την ηγεμονική θέση του συγκεκριμένου συνόλου, άρα και της εθνοτοπικής πληθυσμιακής ομάδας που εκπροσωπεί, στα συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια. Κάποτε, δε, δηλώνουν όχι την ίδια την ηγεμονία, αλλά την επιδίωξή της και φανερώνουν τις ποικίλες στρατηγικές για την απόκτηση και τη δόμησή της, σε πραγματικό κοινωνικό ή συμβολικό επίπεδο.

Κατά κανόνα η χρήση της παραδοσιακής ενδυμασίας στις διάφορες παραλλαγές της υποδηλώνει τη στόχευση στην παγίωση του ιδεολογήματος για την «επιστροφή στις ρίζες». Πρόκειται για μια αντίληψη που κυριαρχεί στο έργο των τοπικών πολιτισμικών συλλόγων, αλλά και στη σύγχρονή μας ιδεολογική συγκρότηση πολλών τοπικών κοινωνιών. Σύμφωνα με αυτήν, η λύση στο κύριο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας, τουλάχιστον σε συμβολικό και ιδεολογικό επίπεδο, είναι η επιστροφή μας σε αξίας και συλλογικές νοοτροπίες και συμπεριφορές του παρελθόντος, οι οποίες σχετίζονται και συνδυάζονται πάντοτε με τον «λαϊκό πολιτισμό».

Στα πλαίσια αυτά, η συμβολική και τελετουργική χρήση των παραδοσιακών ενδυμασιών, στις παραλλαγές με τις οποίες οι σύλλογοι τις χρησιμοποιούν, κυρίως στις ομάδες παραδοσιακών χορών και στα χορευτικά συγκροτήματα που έχουν συστήσει και διατηρούν, αποτελεί πράξη η οποία συντελεί στην αναδόμηση της κοινότητας και στη σύσφιξη των δεσμών των μελών της, αφού ενισχύει την αίσθηση του συν-ανήκειν. Αρα, ο συνδυασμός τους με εκκλησιαστικές τελετουργίες μπορεί να επιφέρει ευεργετικά αποτελέσματα στη συνοχή και στην ιδεολογική συγκρότηση μιας κοινωνίας, που λόγω της κρίσης συχνά περιγράφεται και προσδιορίζεται ως «διαλυόμενη» ή «παραπαίουσα» από τα ίδια τα μέλη της.
Από την άλλη πλευρά, η χρήση παραδοσιακών ενδυμασιών σε εκκλησιαστικές πανηγύρεις ανάγεται στη σφαίρα των στοιχείων εκείνων του δημόσιου τελετουργικού, τα οποία η Εκκλησία δανείζεται από το αντίστοιχο κρατικό τελετουργικό, και με τα οποία έχω εκτενώς ασχοληθεί σε άλλες μελέτες μου.

Οπως έχω δείξει εκεί, στη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, οι εκδηλώσεις του δημόσιου τελετουργικού εκλαμβάνονται ως μορφές ενδιάμεσες, που μετέχουν τόσο της τελετουργίας (ritual), όσο και της τελετής (ceremony). Και εδώ βέβαια βρίσκεται το σημείο τομής τους, με τις μορφές του λατρευτικού εκκλησιαστικού τελετουργικού να είναι κατά μία έννοια διαβατήριες, δεδομένου ότι οριοθετούν ένα διαφορετικό είδος μετάβασης, που δεν σχετίζεται βέβαια με την ευγονία και τη βλάστηση, αλλά με τις μεταβάσεις από τη μία παράσταση του δημόσιου τελετουργικού χρόνου στην άλλη, από τη μία τελετή στην επόμενη.

Οπως είναι φυσικό, οι τελετές αυτές μοιάζουν με τις λαϊκές τελετουργίες, και κατά το ότι επαναλαμβάνονται σε ετήσια βάση, έχοντας υιοθετήσει μια παρόμοια με τον λαϊκό πολιτισμό κυκλική αντίληψη, εκδοχή και οργάνωση του χρόνου. Από την άλλη πλευρά, ο λαός δέχεται τις τελετές αυτές με την ίδια αγάπη για την τελετουργία που τον χαρακτηρίζει στην πρόσληψη και αναπαραγωγή και των λαϊκών τελετουργιών. Η αγάπη αυτή για το τελετουργικό, με τις πανάρχαιες ρίζες της στην ψυχολογία του ανθρώπου, αποτελεί τη βασική αιτία για τη διατήρηση των περισσότερων εθιμικών μορφών του ευρύτερου κύκλου της λαϊκής λατρείας, ακόμη και όταν η πραγματική εθιμική χρηστικότητά τους εξανεμισθεί από την τεχνολογική και την επιστημονική πρόοδο. Ηταν λοιπόν απολύτως φυσικό οι μορφές του δημόσιου τελετουργικού να επικαθίσουν πάνω στους ίδιους ψυχολογικούς μηχανισμούς του λαϊκού ανθρώπου, να προσδεθούν σε αυτούς και να τους σχηματοποιήσουν, ώστε να κερδίσουν την ετήσια αναπαραγωγή και την ουσιαστική επιβίωσή τους.