O Πανάρετος ίσως δεν είναι τόσο γνωστός στο ευρύ κοινό όσο οι σύγχρονοί του Παΐσιος και Πορφύριος. Δεν ακολούθησε τη μοναστική ζωή από μικρό παιδί. Αυτό όμως που τον κάνει ξεχωριστό είναι ότι, αν και κοσμικός, καθώς ζούσε στην καρδιά της Πάτρας, ακολουθούσε μια ζωή που τον έφερνε κοντά στον Θεό. Το γεγονός ότι εργαζόταν σε περίπτερο, σε κεντρική πλατεία της πόλης, και προσπαθούσε να πείσει τους πελάτες να μην αγοράζουν τσιγάρα και γενικώς να καταπολεμά τα πάθη όσων συζητούσαν μαζί του είναι από εκείνα τα στοιχεία που δημιουργούν τον μύθο του ενάρετου πολίτη.

Άλλωστε, η οικογένειά του, που καταγόταν από τα Σουδεναίικα των Καλαβρύτων, ήταν και είναι από τις πλέον θρησκευόμενες στην Αχαΐα. Συνολικά, έχει «δώσει» στην Εκκλησία περισσότερους από 40 μοναχούς, μοναχές και ιερείς. Ο πατέρας του, Γεώργιος, ήταν τσαγκάρης και η μητέρα του, Θεοδώρα, ασχολούνταν με το σπίτι, καθώς είχε να μεγαλώσει εφτά παιδιά: τον Αλέξιο, τον Κωνσταντίνο, τη Γιαννούλα, την Αρχόντω, τη Χρυσούλα, τον Νίκο και τον Παναγιώτη, τον μετέπειτα Πανάρετο.

Στην Πάτρα ο Πανάρετος έκανε διάφορες δουλειές, ώσπου προς το τέλος της δεκαετίας του ’60 άρχισε να ψάλλει στην Αγία Βαρβάρα. Στη συνέχεια, στην αρχή της δεκαετίας του ’70, πήγε στη Μονή Ομπλού, όπου έγινε μοναχός.

Ο Πανάρετος, εκτός από ήρεμος συζητητής, με αρχές και αξίες, υπηρετούσε με μεγάλη ικανότητα και την τέχνη της βυζαντινής μουσικής, σε σημείο να παραδίδει μαθήματα δι’ αλληλογραφίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Σύλλογος Ιεροψαλτών Πατρών σε κάθε ευκαιρία τον μνημονεύει. Ο ίδιος λοιπόν, δεν έγινε άνθρωπος της Εκκλησίας αφότου φόρεσε το ράσο. Ήταν ήδη από μικρό παιδί, αλλά και σε μεγαλύτερη ηλικία, και ας ήταν γύρω του «πολλοί οι πειρασμοί».

Όπως προαναφέρθηκε, είχε μεγάλο χάρισμα στη βυζαντινή μουσική, τέχνη που εξάσκησε σε σημείο ώστε να γίνει και δάσκαλος δεκάδων Πατρινών ιεροψαλτών, οι οποίοι τον θυμούνται ακόμη και σήμερα με αγάπη. Δεν πληρωνόταν γι' αυτό, ήταν εντελώς ανιδιοτελής! Επίσης, δεν ήταν ένας απλός, τυπικός επαγγελματίας ψάλτης ή διδάσκαλος ψαλτικής· είχε ερευνήσει σε βάθος τις νότες της βυζαντινής μουσικής τέχνης και καθημερινά όλο και κάτι νέο ανακάλυπτε, δοκίμαζε, εφάρμοζε και παρουσίαζε στη μουσική, όπως αναφέρουν όσοι έτυχε να τον ακούσουν.

Όταν έγινε μοναχός, εγκαταβίωσε για κάποιο διάστημα στη Μονή Ομπλού, από την οποία αποχώρησε λίγα χρόνια αργότερα, γύρω στα 1979, για πνευματικούς λόγους, όπως και ο ίδιος σημειώνει στην παρακάτω επιστολή του:

Πήγε λοιπόν στη Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, μαζί του έφυγε ο μοναχός Νεόφυτος, ο οποίος βρίσκεται σήμερα στην ίδια μονή. Εκεί όχι μόνο ανέδειξε το ψαλτικό του ταλέντο, διδάσκοντας άλλους, αλλά έγινε και χοράρχης. Εκτός της ικανότητάς του στην ψαλτική, ήταν από τους πλέον σοβαρούς και ταπεινούς μοναχούς.

«Πώς σε λένε γέροντα;», τον ρωτούσαν κάποιοι προσκυνητές.

«Στη μοναχική κουρά μου ονομάστηκα Πανάρετος, αλλά στη ζωή μου είμαι Πανάθλιος, Πανάχρηστος, άνευ ουδεμιάς αρετής μέσα μου», απαντούσε.

Αν και περιοριζόταν στα απολύτως απαραίτητα, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σχέση με την τεχνολογία, προκειμένου να διδάξει στους νέους την τέχνη της ψαλτικής, προμηθεύτηκε μηχανήματα εγγραφής κασετών και άρχισε μια ιδιότυπη ιεραποστολή προς τον έξω κόσμο, στέλνοντας παντού όπου του ζητούσαν, και πάντα δωρεάν, εκατοντάδες κασέτες βυζαντινής μουσικής («κουστούμια» έλεγε χαρακτηριστικά το κάθε σχήμα), όπως παρακάτω και ο ίδιος αναφέρει:

Ο Πανάρετος όμως δεν αρκέστηκε στη μουσική, αλλά έγραψε και δεκάδες ομιλίες, καθώς και επιστολές με συμβουλευτικούς λόγους προς διάφορες οικογένειες, που είχαν ή δεν είχαν προβλήματα, μόνο και μόνο για να τις στηρίζει και να τις κρατά στον ίσιο δρόμο του Θεού…

Η μοναχή Μελάνη (Ξένη Μακρυγιάννη, ως κοσμική), ηγουμένη τώρα της Μονής Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στο Σικάγο των ΗΠΑ (από τη συνοδεία του γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου της Αριζόνας, δημιουργού των 20 ορθόδοξων μοναστηριών της Αμερικής), ήταν ανιψιά του και την είχε στηρίξει ποικιλοτρόπως. Με τον τρόπο του είχε στηρίξει και όλους όσοι από το σόι του είχαν επιλέξει να αφιερωθούν στην Εκκλησία. Λέγεται, δε, ότι ήταν αυτός που έπεισε τη σύζυγο του αδελφού του να εγκαταλείψει μια μεγάλη καριέρα στο δημοτικό τραγούδι, γιατί διαφωνούσε όχι με την παραδοσιακή μουσική, αλλά με τον τρόπο διασκέδασης στα κέντρα.

«Πώς σε λένε γέροντα;», τον ρωτούσαν κάποιοι προσκυνητές. «Στη μοναχική κουρά μου ονομάστηκα Πανάρετος, αλλά στη ζωή μου είμαι Πανάθλιος, Πανάχρηστος, άνευ ουδεμιάς αρετής μέσα μου», απαντούσε

Να έχουμε θρηνωδίες αντί ψαλμωδίες

Σε ιδιαίτερες ομιλίες του προς όλους εκείνους που ασχολούνταν με την ψαλτική, ο Πανάρετος έλεγε ότι κανονικά «μόνον οι Άγγελοι, ως άξιοι και αγνοί, πρέπει να υμνούν τον φοβερό Θεό. Εμείς σαν ψάλτες θα έπρεπε να έχουμε όχι ψαλμωδίες, αλλά θρηνωδίες για την κατάστασή μας, τα πάθη μας και τις πτώσεις μας…».

«Αγγέλων υμνωδίες και ανθρώπων θρηνωδίες», όπως χαρακτηριστικά έλεγε, καθώς διαφωνούσε με τις επιδεικτικές ψαλμωδίες, τους διαγκωνισμούς μεταξύ ψαλτών, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονταν.

Αυτό που πάντα ζητούσε ο Πανάρετος από τους ψάλτες ήταν να είναι ταπεινοί και να ψάλλουν ανοιγοκλείνοντας το στόμα τους, σαν να μιλάνε.

Οσοι γνώρισαν από κοντά τον μοναχό Πανάρετο λένε ότι ήταν μια βιβλική μορφή. Ψηλός, ευθυτενής, με μακριά γενειάδα, αλλά και πολύ ευγενής με όλους. Αυτό που τον έκανε ξεχωριστό ήταν ότι μιλούσε με τον ίδιο τρόπο και σεβασμό προς όλους, είτε κάποιος ήταν γνωστός είτε άγνωστος. Απέφευγε να ασκεί κριτική, απαντούσε με απόλυτη ειλικρίνεια, εργαζόταν πολλές ώρες την ημέρα και κοιμόταν ελάχιστα, αν και ταλαιπωρούνταν από σάκχαρο. Έκανε τέσσερις ενέσεις ινσουλίνης την ημέρα, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όμως και αυτή την κατάσταση την αντιμετώπιζε με χιούμορ. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Ο Θεός με κρατάει με τόσο σάκχαρο και δεν έχω καταπέσει ακόμη…».

Έναν χρόνο πριν κοιμηθεί, έστειλε την τελευταία, «κουρασμένη» πια, επιστολή του, όπως βλέπουμε παρακάτω:

 

 

Οι μοναχοί που ήταν κοντά του τις τελευταίες ημέρες της ζωής του υποστηρίζουν ότι προέβλεψε τον θάνατό του λέγοντάς τους: «Στις 6 Δεκεμβρίου, του Αγίου Νικολάου, πεθαίνω, φεύγω… Ήλθε ο πεθαμένος αδελφός μου, ο Νικόλαος, και μου είπε: “Eτοιμάσου, γιατί θα έλθω να σε πάρω του Αγίου Νικολάου, ώστε να γιορτάσουμε μαζί στον ουρανό…».

Ο θάνατός του ταίριαζε απόλυτα με τη ζωή του: ήταν ήρεμος, όπως και όλη η διαδρομή του από τα Σουδεναίικα των Καλαβρύτων έως το Άγιον Όρος. Πέθανε καθιστός και προσευχόμενος με το κομποσκοίνι στο χέρι, στις 6 Δεκεμβρίου 1993, σε ηλικία 70 χρόνων.

 

Μια ομιλία του Πανάρετου αποδεικνύει το ήθος, τη σεμνότητα και την ακεραιότητά του

«Αχ, αδελφοί μου, στους καιρούς αυτούς θα ψυχρανθεί η αγάπη των πολλών και θα υπάρξει θλίψις πολλή, επιθέσεις εθνών, μεταναστεύσεις λαών, ακαταστασία μεγάλη! Σπατάλη! Αμέλεια! Αδιαφορία για τη σωτηρία της ψυχής! Όλοι περίπου οι άνθρωποι θα είναι πρόθυμοι να τρέχουν στα τραπέζια, στους χορούς, στα γλέντια! Θα τρέχουν να απολαμβάνουν τα γήινα αγαθά. Οι άνθρωποι θα είναι φιλόνικοι, θα είναι όλοι οκνηροί, θα είναι στα χριστιανικά τους καθήκοντα οκνηροί! Εις υπερθετικό βαθμό! Θα είναι πρόθυμοι να κατακρίνουν τους άλλους ανθρώπους. Απιστία! Μίσος! Έχθρα! Φθόνος! Φιλονικία! Θα κατέχουν την πρώτη θέση στη ζωή των ανθρώπων! Ας σταθούμε με φόβο Θεού και ας είμεθα προσεκτικοί εις την εκπλήρωση των θρησκευτικών μας καθηκόντων, τηρώντας όλας τας αρετάς. Ας φροντίσουμε να γεμίσουμε τα αγγεία μας με έλαιον. Εφόσον η ψυχή μας ευρίσκεται στο σώμα, πρέπει να φέγγει η λαμπάδα μας, πρέπει να είναι αναμμένη σε όλη μας την ζωήν, να είναι αναμμένη! Προτού κλείσουμε τα μάτια μας! Συνεχώς να είναι αναμμένη η λαμπάδα μας! Τα αγγεία είναι οι δυνάμεις της ψυχής που δέχονται τας αρετάς, το δε έλαιον, που πρέπει να ρίπτομε εις τα αγγεία, είναι η πρακτική εφαρμογή όλων των αρετών! Η λαμπάδα που φέγγει συμβολίζει τον νουν, ο οποίος μπορεί να δεχθεί τη Θεία Χάρη. Η ψυχή που θα γίνει φωτοφόρος θα εισέλθει με τον Ιησού Χριστό εις τη Βασιλεία των Ουρανών. Η ψυχή που θα έχει αναμμένη τη λαμπάδα, όπως οι πέντε παρθένοι, θα εισέλθει μετά του Ιησού Χριστού εις την Βασιλεία των Ουρανών!

Κύριε, συγχώρεσον ημών!...

δι’ ως αμαρτιών…

Επίσης, πρέπει να βλέπεις ως αγίους όλους τους άλλους και μόνο τον εαυτό σου να βλέπεις αμαρτωλόν και κατώτερον απ’ όλους, άσχετα αν οι άλλοι άνθρωποι μπορεί να είναι αμαρτωλοί. Δεν έχουμε δικαίωμα εμείς να τους βλέπουμε ως αμαρτωλούς, δεν έχουμε δικαίωμα να τους κρίνουμε, δεν έχουμε δικαίωμα να πούμε εις βάρος εναντίον αμαρτωλού. Μόνον τον εαυτό μας θα βλέπουμε αμαρτωλό και κατώτερο απ’ όλους! Ο άνθρωπος πρέπει να ομιλεί όταν πρέπει, να ομιλεί όσον πρέπει! Και να ομιλεί όπως πρέπει! Οι πιστοί άνθρωποι πρέπει να παραμένουν ακλόνητοι εμπρός εις τας δοκιμασίας του βίου! Ο φοβερότερος εχθρός του Διαβόλου δεν είναι άλλος ει μη η ταπείνωσις. Ας ακούσουμε και τον Κύριό μας, ότι οι δαίμονες αποδιώκονται με την προσευχήν και τη νηστεία. Εάν θα μας φέρει λογισμούς άτοπων εις την πνευματικήν μας εργασία, διότι άλλο εναντίον της σωτηρίας της ψυχής μας πρέπει να τον αντιπολεμώμεν με την σωτήριον προσευχή εσωτερικώς, μέσα στον νου μας, με το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθ” ειμαι και πάντοτε η ψυχή μας να διψά την γνώση της αληθείας, να διψά τη συγχώρεση των αμαρτιών, να διψά την ειρήνη της συνειδήσεως, να διψά τη χαρά την ουράνιον. Η πιο ομορφότερη δίψα είναι η ένωσις μετά του Ιησού Χριστού. Να διψά την Θείαν Κοινωνία, να διψά την απόκτηση των αρετών, να διψά πότε θα φθάσει το γρηγορότερο εις την Ουράνιαν Βασιλεία. Πότε το γρηγορότερο θα απαλλαγεί από τη ματαιότητα του παρόντος κόσμου, από τους πόνους, από τας θλίψεις, από τα βάσανα, από την κακία που βασιλεύει μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Πότε θα γίνουμε ελεύθεροι. Πότε θα αποδεσμευτούμε από τα πάθη μας και τελικά θα διψάει η ψυχή μας την χαρά την αιώνιον, να διψά την ένωσή μας μετά του Θεού, για να ζήσουμε αιωνίως μαζί με τους αγίους… Διότι πόσος είναι ο καιρός που θα ζήσουμε εδώ, επάνω εις την Γην;».