Του π. Αντώνιου Χρήστου

Αν ανατρέξουμε διαχρονικά στην ανθρώπινη ιστορία (ιδιαίτερα την Ελληνική και εκκλησιαστική),  θα δούμε ότι πολλοί άνθρωποι γνωστοί σε εμάς και πρωτοπόροι και σπουδαίοι για την εποχή τους, τους υποβλήθηκε η ποινή της εξορίας και μάλιστα πολλοί πέθαναν σε αυτήν. Στην αρχαία Ελλάδα έχουμε τους εξής: Πυθαγόρα, Μιλτιάδη, Θεμιστοκλή, Παυσανία, Αισχύλο, Φειδία, Αναξαγόρα, Αλκιβιάδη, Σωκράτη, Θουκυδίδη, Δημοσθένη κ.α. Στο νέο Ελληνικό Κράτος έχουμε τη φυλάκιση και απομάκρυνση του Κολοκοτρώνη. Στο Συναξάρι της Εκκλησίας μας έχουμε τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, που εξορίστηκε στην Πάτμο, τον Μέγα Αθανάσιο, τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, ο οποίος κοιμήθηκε και στην εξορία στα Κόμανα του Πόντου, ο Θεοφύλακτος Νικομηδείας, ο Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο άγιος Νικηφόρος Κωνσταντινουπόλεως και αν πάμε σε πιο σύγχρονους, στον άγιο Λουκά Επίσκοπο Συμφερουπόλεως και Κριμαίας και τόσοι άλλοι.

Ολοι οι παραπάνω είχαν ένα κοινό, εξορίστηκαν άδικα και κυρίως γι’ αυτό που πίστευαν. Η ιστορία, εκ των υστέρων, τους περισσότερους τους έχει δικαιώσει και η εξορία τους αντί να τους ντροπιάσει, τους πρόσθεσε δόξα και ηρωισμό. Στους δε αγίους ήταν ένα εφόδιο προς την αγιότητά τους, που τους καταξίωσε στα μάτια του Θεού και στα μάτια του ποιμνίου τους. Επομένως, η εξορία για τους περισσότερους έχει θετικό αντίκτυπο για την υστεροφημία τους και ως τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν τόσο αρνητική, όπως θα περίμενε περισσότερο κανείς.

Ολα τα παραπάνω τα αναφέρουμε για να πάμε και σε μια άλλη «εξορία», που προηγήθηκε όλων των προηγούμενων. Αυτή η εξορία όμως, ούτε ηρωική είναι, ούτε ένδοξη, ούτε έχει να κάνει με τιμωρία, αλλά με συνέπειες μίας ελεύθερης επιλογή. Ποια είναι αυτή; Για να την αναζητήσουμε, πρέπει να ανατρέξουμε στις προπαρασκευαστικές Κυριακές του Τριωδίου. Η Κυριακή που τις ολοκληρώνει, είναι αγαπητοί μου αναγνώστες, αυτή της Τυρινής. Εκεί, την τελευταία μέρα πριν τον απογευματινό Εσπερινό (της Συγνώμης), που μας εισάγει ουσιαστικά στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, η Εκκλησία ποιεί μνήμη της Εξορίας των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο. Η παρακοή του ανθρώπου και ουσιαστικά η κατάλυση της νηστείας, ήταν αυτό που απομάκρυνε τον άνθρωπο μακριά από τον παράδεισο.

Διαβάζουμε στο βιβλίο της Γενέσεως της Παλιάς Διαθήκης: «και ενετείλατο Κύριος ο Θεός τω Αδάμ λέγων· από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φαγή, από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε απ᾿ αυτού· η δ᾿ αν ημέρα φάγητε απ᾿ αυτού, θανάτω αποθανείσθε» (Γεν. 2,16-17). Όμως, δυστυχώς, ο άνθρωπος, κάτω από τον πειρασμό του διαβόλου παραβίασε την εντολή του Θεού: «και είδεν η γυνή, ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίον έστι του κατανοήσαι, και λαβούσα από του καρπού αυτού έφαγε· και έδωκε και τω ανδρί αυτής μετ᾿ αυτής, και έφαγον» (Γεν. 3,6). Αμεση συνέπεια αυτής της παρακοής είναι να δει ότι είναι «γυμνός», αφού τον εγκατέλειψε η χάρη Του Θεού. Στη συνέχεια να ενδυθεί τους «δερμάτινους χιτώνες», που είναι σε πολύ γενικές γραμμές η κατάσταση της νεκρότητας και της φθοράς, την οποία περιβλήθηκε ως δεύτερη φύση του, μετά την πτώση του, ο άνθρωπος. Τέλος, να εξοριστεί του παραδείσου, αφού το 3ο Κεφάλαιο του Βιβλίου της Γενέσεως κλείνει ως εξής: «και εξαπέστειλεν αυτόν Κύριος ο Θεός εκ του παραδείσου της τρυφής εργάζεσθαι την γην, εξ ης ελήφθη.  και εξέβαλε τον Αδάμ και κατώκισεν αυτόν απέναντι του παραδείσου της τρυφής και έταξε τα Χερουβίμ και την φλογίνην ρομφαίαν την στρεφομένην φυλάσσειν την οδόν του ξύλου της ζωής» (Γεν. 3,23-24).

Επομένως, ο άνθρωπος αγνόησε την εντολή της νηστείας και παράκουσε ουσιαστικά την εντολή Του Θεού, κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας του, μας έκανε ουσιαστικά (ως ανθρώπινο γένος) να χάσουμε τον παράδεισο. Ετσι και ο αγώνας ο πνευματικός, που ξεκινά με την εντατική άσκηση με νηστεία και προσευχή στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, έχει την αντίθετη φορά που ακολούθησαν οι πρωτόπλαστοι, για να μας βάλει (όλους εμάς που προερχόμαστε από τον νέο Αδάμ τον Χριστό), πάλι στον χαμένο παράδεισο, μέσω της πορείας της αγιότητος που προϋποθέτει κάθαρση και φωτισμό των μελών της στρατευόμενης Εκκλησίας. Υπακούμε πλέον στην Εκκλησία και δεν αλλάζουμε απλά διατροφικές συνήθειες, όπως πιστεύει ο πολύ κόσμος, αλλά αλλάζουμε πορεία και τρόπο ζωής, μετανοούμε και αγωνιζόμαστε και αυτό είναι πολύ σημαντικότερο και κυρίως είναι το κλειδί για να οικειοποιηθούμε τη Χάρη Του Θεού, γιατί χωρίς αυτή δεν μπορούμε να καταφέρουμε τίποτα.

Κλείνοντας και συνοψίζοντας και το σημερινό μας άρθρο, να έχουμε επίγνωση αυτής της Εξορίας και να πολεμήσουμε το «σαρκικό φρόνημα», το οποίο μας κρατά στον «βούρκο» της Γης και να αναζητήσουμε ξανά το κάλος της ουράνιας πραγματικότητας, η οποία είναι ο προορισμός μας. Ο ουρανός είναι η πραγματική πατρίδα μας. Η Γη είναι ο τόπος της Εξορίας μας και το προστάδιο για τον αν θα πάμε ξανά στην «όντως ζωή». Μη την πάθουμε σαν τον Οδυσσέα, που τον είχε φυλακίσει η Κίρκη, αλλά να αναζητήσουμε και να ξεκινήσουμε το ταξίδι για τη δικιά μας «ΙΘΑΚΗ», που είναι η συνάντησή μας με τον Χριστό το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, ξημερώνοντας Κυριακή του Πάσχα... Αμήν!