Του Κώστα Τζίμα

Η ίδρυση του ησυχαστηρίου αποδίδεται σε θαύμα του αγίου Ραφαήλ, ο οποίος εμφανίστηκε σε μοναχό, υποδεικνύοντάς του τον χώρο όπου ήθελε  να χτιστεί προς τιμήν του λατρευτικός χώρος. Ενας εν των μοναχών που επάνδρωσαν τη μονή, περιγράφει το όραμα που τον οδήγησε στην επιλογή του σημείου, όπου στη συνέχεια έγινε η ανέγερση.

«Είναι καλοκαίρι του έτους 1995, ξημερώνοντας η 24η Ιουλίου. Κατάκοπος, έπειτα από πολλών ωρών εξαντλητικής θρησκευτικής και ποιμαντικής δραστηριότητας, αναπαύομαι στο δωμάτιό μου. Ξάφνου, ξυπνώ ταραγμένος από κάποιο όνειρο, τόσο έντονο, που ακόμα και ξυπνητός αισθάνομαι ότι το βιώνω.

Είδα ένα γέροντα ιστάμενο επί ενός χαρακτηριστικού βράχου, που βρισκόταν σε μια τοποθεσία ιδιάζουσας μορφολογίας. Στα δεξιά του παρατήρησα μια νεαρή γυναικεία μορφή και στα αριστερά του μια ασκητική ανδρική μορφή. Οι δύο αυτές μορφές εξέπεμπαν φωτεινές ακτίνες, που αστραποβολούσαν και δημιουργούσαν φωτεινό κύκλο γύρω τους. Καθώς κοιτούσα συγκλονισμένος το σύμπλεγμα της εικόνας που σχημάτιζαν οι τρεις εκείνες μορφές, παρατήρησα ότι ο γέροντας κρατούσε στο αριστερό χέρι ένα Σταυρό και ένα κομποσκοίνι, ενώ με το δεξί μου υποδείκνυε με τον δείκτη το έδαφος του βράχου που βρισκόταν μπροστά του.

Διακατεχόμενος από δέος, τόλμησα να ρωτήσω: ‘’Ποιος είσαι γέροντα;’’ Και ο γέροντας απάντησε: ‘’Είμαι ο Ραφαήλ’’. Αμέσως μετά, δείχνοντας με το χέρι τη δεξιά του ευρισκόμενη γυναικεία μορφή, μου λέει ‘’Η αγία Ειρήνη’’, ενώ αμέσως μετά, δείχνοντας την αριστερά του ευρισκομένη μορφή, λέει ‘’Ο άγιος Νικόλαος’’. Κατόπιν αυτών, ρωτώ και πάλι: ‘’Τι θέλεις από εμένα γέροντα;’’. Τότε, ο άγιος Ραφαήλ, δείχνοντας με το δεξί του χέρι την ενώπιόν Του τοποθεσία, μου απάντησε: ‘’Εδώ θα Μου κτίσεις Εκκλησία’’. Απορημένος ρωτώ και πάλι: ‘’Πού είναι αυτό το μέρος γέροντα;’’. Αμέσως, βρίσκομαι μαζί με τους αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη, μετέωρος στον ουρανό, ενώ από κάτω απλωνόταν φαντασμαγορικά, σαν σε γεωφυσικό χάρτη, η βορειοανατολική Αττική. Τότε, ο άγιος Ραφαήλ, κινώντας κυκλικά το δεξί του χέρι, μου υπέδειξε την περιοχή Μαραθώνος – Γραμματικού - Σουλίου και μου είπε: ‘’Εδώ θα το αναζητήσεις να το βρεις’’.

Κατόπιν αυτού, από την ίδια μέρα άρχισα να μεταβαίνω στην υποδειχθείσα περιοχή και να περιπλανούμαι στις διάφορες εξοχικές τοποθεσίες, τρέφοντας την ελπίδα να εντοπίσω, με τη βοήθεια του Θεού, τον χαρακτηριστικό εκείνον βράχο.

Ηδη είχε περάσει ένας χρόνος αναζήτησης, όταν ο ιδιοκτήτης ενός κτήματος με οδήγησε στην τοποθεσία που βρισκόταν το προς πώληση κτήμα του και εξ’ αιτίας της μορφολογίας του τοπίου, νόμισα ότι επρόκειτο περί του ζητούμενου τόπου. Ετσι, αποφάσισα να προχωρήσω στα διαδικαστικά για τη σύνταξη συμβολαίου μεταβίβασης της ιδιοκτησίας. Στις 2-9-96, χαράματα, ξαναβλέπω στον ύπνο μου τον άγιο Ραφαήλ, εντός του προαναφερθέντος κτήματος, ο οποίος μου επεσήμανε: ‘’Οχι εδώ, αλλά εκεί, απέναντι’’, ενώ ταυτοχρόνως μου έδειχνε με τον δείκτη του δεξιού χεριού του ένα κάποιο, μάλλον ασαφές, σημείο στο απέναντι ευρισκόμενο ύψωμα.

Μόλις ξημέρωσε, μεταβαίνω στο κτήμα και προσπαθώ να προσανατολιστώ προς την κατεύθυνση που υπέδειξε ο άγιος επί του δυσπρόσιτου υψώματος. Ενώ περιπλανιόμουν εν μέσω βράχων, πρίνων, σχίνων, ακανθών και βάτων, τα βήματά μου με οδήγησαν σε ένα παλαιό εγκαταλελειμένο και ερειπωμένο στανομάντρι αιγοπροβάτων. Ευρισκόμουν πλέον κοντά στην κορυφή του υψώματος.

Προτού αρχίσω καλά – καλά να απομακρύνομαι από τα χαλάσματα, κάτι με παρώθησε να αποσπάσω την προσοχή μου από το τοπίο που θαύμαζα και να στρέψω το πρόσωπό μου δεξιά, οπότε έμεινα άναυδος… Ενώπιόν μου βρισκόταν ο βράχος, που με τόση ζέση αναζητούσα… Και πάνω στον βράχο που είχα ονειρευτεί, στεκόταν όρθιος ο άγιος και με τον δείκτη του δεξιού του χεριού έδειχνε το έδαφος στα πόδια του εννοώντας ‘’Εδώ να κτίσεις τον Ναό Μου’’.

Ξαφνικά, τη νύχτα της 23-7-97, δηλαδή ένα έτος μετά, παρουσιάζεται και πάλι ο άγιος Ραφαήλ εις το όνειρό μου και μου λέει: ‘’Αύριο θα λειτουργήσεις εις τον τόπο μου και από εδώ και στο εξής θα με εορτάζεις τρεις φορές τον χρόνο. Την τρίτη ημέρα του Πάσχα, την 24ην Ιουλίου και την 2αν Σεπτεμβρίου κάθε έτους’’. Το όνειρο αυτό με συγκλόνισε. Με έπεισε μία ακόμη φορά ότι με τη βοήθεια του αγίου, η ανέγερση του ναού θα έπρεπε, χωρίς αμφιβολία, να θεωρείται γεγονός τετελεσμένο».