Της Ελένης Χριστοδουλοπούλου

 

Ο ένας, ο Άγιος Πέτρος ο Εσκιμώος, αφιέρωσε τη ζωή του στην υπεράσπιση των αδυνάτων. Ακολούθησε την Oρθοδοξία με φανατισμό και, για τον λόγο αυτό, μαρτύρησε με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο. Με τον ίδιο σκληρό τρόπο μαρτύρησε ο Αχμέτ ο Κάλφας ο Mουσουλμάνος, ο οποίος στη συνέχεια ασπάστηκε τον Χριστιανισμό και δεν δίστασε να ομολογήσει την πίστη του, αν και γνώριζε ότι θα πληρώσει με τη ζωή του γι’ αυτό. Και τους δύο η Ορθόδοξη Εκκλησία τους κατέταξε επισήμως στο εορτολόγιό της, δίνοντας μια οικουμενική διάσταση στην αγιοκατάταξη.

 

Άγιος Πέτρος ο Εσκιμώος

Ο πρώτος «Αμερικανός» του Ορθόδοξου εορτολογίου

Είναι ο πρώτος άγιος αμερικανικής καταγωγής που εντάχθηκε στο Ορθόδοξο εορτολόγιο. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του πολέμησε για τα ανθρώπινα δικαιώματα κοντά στον δάσκαλό του Άγιο Γερμανό.

Ο Άγιος Πέτρος ο Εσκιμώος ζούσε στην Αλάσκα, και συγκεκριμένα στις Αλεούτιες νήσους, γι’ αυτό ακριβώς και έμεινε γνωστός ως Αλεούτιος. Δεν είναι γνωστό το πότε ακριβώς έζησε, μα, σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ήταν Ορθόδοξος ιθαγενής. Επίσης, γνωρίζουμε πως εργαζόταν στην αποικία της Ρωσοαμερικανικής εταιρείας στο Φορτ Ρος της Καλιφόρνιας. Η δημιουργία αυτής της αποικίας το 1812 είχε ως σκοπό τον εφοδιασμό τον Ρώσων αποίκων αλλά και των μελών της εταιρείας στην Αλάσκα. Όλοι οι άποικοι ήταν ιδιαίτερα απομονωμένοι. Δύσκολα προμηθεύονταν τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης, καθώς η πρόσβαση στην περιοχή ήταν αδύνατη. Ακριβώς γι’ αυτό δημιουργήθηκε αυτός ο αγροτικός αποικιακός σταθμός, όπου εργάζονταν Ρώσοι και Αλεούτιοι, ανάμεσά τους και ο Άγιος Πέτρος.

Οι Ισπανοί, όμως, φοβούνταν πως οι Ρώσοι θα απειλούσαν και το Σαν Φρανσίσκο. Άρχισαν, λοιπόν, να δημιουργούν διάφορα επεισόδια, με αποκορύφωμα αυτό του 1815. Συγκεκριμένα, συνέλαβαν από το Φορτ Ρος 20 Αλεούτιους Ορθόδοξους εργάτες και τους μετέφεραν στο Σαν Φρανσίσκο, όπου τους υποχρέωσαν να εργαστούν σκληρά υπό άθλιες συνθήκες και με υπερβολικά κακή μεταχείριση. Τελικά, δεκατέσσερις από αυτούς φυλακίστηκαν και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ανάγκασε πολλούς από αυτούς μέσα από σκληρά βασανιστήρια να αρνηθούν το Ορθόδοξο δόγμα και να υιοθετήσουν το παπικό. Από τα βασανιστήρια αυτά δεν γλίτωσε ούτε ο Πέτρος. Ένα βράδυ, λοιπόν, άρχισαν να τον βασανίζουν μπροστά στους ομόθρησκούς τους, σπάζοντας ένα-ένα τα δάκτυλα των ποδιών και των χεριών του. Εκείνος, απτόητος, έλεγε συνεχώς: «Είμαι Χριστιανός, δεν αλλάζω την πίστη μου». Τότε οι βασανιστές τού έκοψαν όλα τα δάκτυλά του και στη συνέχεια τα χέρια και τα πόδια του. Ο νεομάρτυρας, ακόμα και τη στιγμή που ξεψυχούσε, έλεγε ακριβώς τα ίδια λόγια, πως δηλαδή δεν αλλάζει την πίστη του.

Την επόμενη μέρα, είχαν σκοπό να συνεχίσουν με τους υπόλοιπους κρατουμένους, μα ήρθε διαταγή να τους μεταφέρουν στο Μοντερέι. Σύμφωνα με την παράδοση, ένας από τους συμπατριώτες του Πέτρου υπήρξε μάρτυρας εκείνη τη νύχτα των βασανιστηρίων. Μετέφερε, λοιπόν, τα γεγονότα στον μοναχό Ιλάμ Γιανόφσκι. Εκείνος, με τη σειρά του, τα είπε στον Άγιο Γερμανό. Όταν ο Γερμανός άκουσε τα δυσάρεστα νέα, σηκώθηκε όρθιος, έκανε τον σταυρό του και είπε: «Άγιε νεομάρτυρα Πέτρο, πρέσβευε υπέρ ημών».

Ο διάλογος του Γιανόφσκι και του Γερμανού αποτυπώνεται στο βιβλίο «Ο Άγιος Γερμανός της Αλάσκας»:

«... Μιαν άλλη φορά, συνεχίζει ο Γιανόφσκι, του ’λεγα (του Αγίου Γερμανού) πως οι Ισπανοί αιχμαλώτισαν στην Καλιφόρνια δεκατέσσερις Αλεούτιους. Οι Ιησουίτες τούς πίεζαν ν’ ασπαστούν την πίστη των Καθολικών, εκείνοι όμως δεν δέχονταν με τίποτα. “Είμαστε Χριστιανοί”, απαντούσαν. Οι Ιησουίτες αντέτειναν: “Όχι, είστε αιρετικοί και σχισματικοί. Αν δεν υποκύψετε, θα σας βασανίσουμε μέχρι θανάτου”. Τελικά, τους έβαλαν στη φυλακή ανά δύο. Το βράδυ ήρθαν στη φυλακή οι Ιησουίτες με λάμπες και αναμμένα κεριά και άρχισαν πάλι να τους πιέζουν για ν’ ασπαστούν την πίστη των Καθολικών. “Είμαστε Χριστιανοί”, απαντούσαν οι Αλεούτιοι, “δεν αλλάζουμε την πίστη μας”. Οι Ιησουίτες άρχισαν να βασανίζουν τον έναν μπροστά στα μάτια των άλλων. Έσπαζαν μια άρθρωση των ποδιών του, μετά μια άλλη και στη συνέχεια τις αρθρώσεις των δαχτύλων, τη μια μετά την άλλη. Μετά κομμάτιασαν τα πόδια και τα χέρια του. Το αίμα έτρεχε, ο μάρτυρας, όμως, υπέμενε κι επαναλάμβανε σταθερά την απάντηση: “Είμαι Χριστιανός”. Τελικά, από τα βασανιστήρια και την απώλεια του αίματος, πέθανε. Την άλλη μέρα οι Ιησουίτες απείλησαν πως θα βασανίσουν τον φίλο του με τον ίδιο τρόπο. Την ίδια νύχτα, όμως, έλαβαν εντολή από το Μοντερέι να μεταφέρουν όλους τους αιχμαλώτους Αλεούτιους εκεί. Έτσι, την άλλη μέρα, όλοι, εκτός από εκείνον που θανατώθηκε, έφυγαν. Αυτό μου το διηγήθηκε ο φίλος εκείνου που μαρτύρησε».

 

Άγιος Αχμέτ ο Κάλφας

Ο Τούρκος που μαρτύρησε για τον Χριστιανισμό

Ο Άγιος Αχμέτ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ακριβή στοιχεία για τη χρονολογία γέννησής του δεν υπάρχουν. Σύμφωνα με τα βιογραφικά στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά έως τώρα, εργαζόταν ως γραφέας στον αρχιλογιστή Δευαταρδάδη. Ήταν Τούρκος στην καταγωγή και μουσουλμάνος, μέχρι που ακολούθησε επίσημα τον Χριστιανισμό.

Όπως συνηθιζόταν τότε, ο Αχμέτ ζούσε στο σπίτι με δύο σκλάβες, οι οποίες ήταν Ορθόδοξες Χριστιανές από τη Ρωσία. Τη μια από αυτές, τη νεότερη, την είχε ως «σύζυγο», ενώ την πιο ηλικιωμένη μόνο για τις δουλειές του σπιτιού. Μόνο στη μεγαλύτερη επέτρεπε να πηγαίνει στην εκκλησία των Ορθοδόξων και μόνο στις μεγάλες γιορτές. Αυτή, κάθε φορά που γυρνούσε από την εκκλησία, έφερνε αντίδωρο και αγιασμό. Έτσι, κάθε φορά, η «σύζυγος» του Αχμέτ, κρυφά από αυτόν, έπινε αγιασμό και έτρωγε αντίδωρο.

Έπειτα από λίγο καιρό, ο Αχμέτ παρατήρησε πως από το στόμα της «συζύγου» του αναδιδόταν μια πολύ ωραία μυρωδιά. Διαρκώς αναρωτιόταν και ρωτούσε τη σκλάβα του. Εκείνη, χωρίς να μπορεί να φανταστεί τι πραγματικά συνέβαινε, απαντούσε πως δεν ήξερε. Εκείνος, όμως, επέμενε να μάθει και άρχισε να μην την πιστεύει. Συγκεκριμένα, νόμιζε πως η «σύζυγός» του έτρωγε κάτι και του το έκρυβε. Κάποια στιγμή, η σκλάβα κατάλαβε πως η μυρωδιά αυτή εμφανιζόταν κάθε φορά που έτρωγε αντίδωρο και έπινε αγιασμό. Αμέσως έπιασε τον Αχμέτ και του είπε όλη την αλήθεια. Ότι, δηλαδή, οφείλεται στο αντίδωρο που μοιράζεται στην εκκλησία των Χριστιανών μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας. Του εξήγησε, επίσης, ότι πίνει και αγιασμό, τον οποίο μοιράζει ο ίδιος ο Πατριάρχης στους πιστούς.

Όπως ήταν φυσικό, ο Αχμέτ δεν μπόρεσε να πιστέψει σε ένα τέτοιο θαύμα. Τότε, η γυναίκα του είπε τα παρακάτω λόγια, όπως έχουν καταγραφεί στη βιογραφία του αγίου: «Η θρησκεία μας είναι ζωντανή. Για εμάς, τους Χριστιανούς, Θεός μας είναι ο Χριστός. Είναι ο γιος του Θεού, που κατέβηκε απ' τον ουρανό και έγινε άνθρωπος για να μας σώσει από την αμαρτία. Όταν ζούσε στη Γη, έκανε αμέτρητα θαύματα. Το σπουδαιότερο, το οποίο και πρέπει, αν θέλεις, να κρατήσεις στο μυαλό σου, είναι ότι, από αγάπη για εμάς, σταυρώθηκε άδικα από τους Εβραίους και την τρίτη ημέρα αναστήθηκε. Η ανάστασή Του είναι το μεγαλύτερο γεγονός στην ιστορία της ανθρωπότητας. Σ' εμάς, τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, με τη δύναμη του Χριστού τα θαύματα συνεχίζονται και σήμερα. Στον Χριστό μας όλα είναι δυνατά. Στο θαύμα, που διαπίστωσες τόσες φορές με το αντίδωρο, έχω να προσθέσω και ένα άλλο, πιο απλό και ξεκάθαρο. Το νερό που πίνουμε πολλές φορές στην εκκλησία –θα σου φανεί παράδοξο– είναι αγιασμένο. Δηλαδή δεν αλλοιώνεται, δεν βρωμίζει, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Το νερό αυτό, που εμείς το λέμε αγιασμό, απόκτα αυτή την ιδιότητα, έπειτα από ειδικές ευχές που διαβάζει ο Πατριάρχης ή οι ιερείς. Μάλιστα, το κρατάμε σε μπουκαλάκια για ευλογία –στα εικονοστάσια των σπιτιών μας– και πίνουμε, αφού προετοιμασθούμε κατάλληλα, προς καθαρισμό ψυχών και σωμάτων. Το θαύμα τούτο, αν θέλεις, μπορείς να το δεις και να το ερευνήσεις. Είναι ακόμα ένα ζωντανό θαύμα της πίστεώς μας, κυρίως για εμάς, τους απλοϊκούς».

Για αρκετό καιρό μετά, ο Αχμέτ σκεφτόταν την κουβέντα που είχε με τη «σύζυγό» του. Θέλησε, μάλιστα, να ψάξει και ο ίδιος για να βρει την αλήθεια. Έτσι, μια μέρα ντύθηκε με χριστιανικά ρούχα και πήγε στην εκκλησία του Πατριαρχείου για να παρακολουθήσει τη Θεία Λειτουργία. Όσην ώρα βρισκόταν μέσα στον ναό είδε ένα όραμα. Πιο συγκεκριμένα, είδε τον ιερέα να υψώνεται πάνω από το δάπεδο και να εκπέμπει ένα δυνατό φως. Ο Πατριάρχης, την ώρα που ευλογούσε τους Χριστιανούς ακουμπώντας τα κεφάλια τους, φαινόταν να βγάζει ακτίνες φωτός από τα χέρια του και να φωτίζει και τα κεφάλια των πιστών που άγγιζε. Τότε, παρατήρησε πως μόνο το δικό του κεφάλι δεν φωτιζόταν. Όταν τέλειωσε η λειτουργία και βγήκε από τον ναό, θυμήθηκε αμέσως τα λόγια της σκλάβας του και συνειδητοποίησε πόσο δίκιο είχε. Αναγνώρισε τα θαύματα που είδε και αποφάσισε αμέσως να απαρνηθεί τη μωαμεθανική θρησκεία και να πιστέψει στον Χριστό.

Ο Αχμέτ όσην ώρα βρισκόταν μέσα στον ναό είδε ένα όραμα. Πιο συγκεκριμένα, είδε τον ιερέα να υψώνεται πάνω από το δάπεδο και να εκπέμπει ένα δυνατό φως

Επισκέφτηκε τον ιερέα της περιοχής του και ζήτησε να βαπτιστεί Χριστιανός. Εκείνος, αφού σιγουρεύτηκε για την απόφαση του Αχμέτ, τον κατήχησε και ύστερα τον βάπτισε. Το χριστιανικό του όνομα, δυστυχώς, δεν διασώθηκε, για αυτό και έμεινε γνωστός ως Άγιος Αχμέτ.

Από τη βάπτισή του και έπειτα, έζησε σύμφωνα με τα χριστιανικά πρότυπα, αλλά αναγκαζόταν να κρύβει τη θρησκεία του. Οι μοναδικοί που το ήξεραν ήταν οι σκλάβες του και ο ιερέας που τον βάπτισε.

Ο Αχμέτ, όπως έχει γίνει γνωστό από –μάλλον άγραφες– μαρτυρίες ήταν αρκετά πλούσιος και ήταν εκλεκτό μέλος της κοινωνίας των μωαμεθανών. Συχνά, τον καλούσαν σε διάφορες συγκεντρώσεις σημαντικοί μωαμεθανοί της Κωνσταντινούπολης. Σε μια τέτοια συγκέντρωση, όπου παρευρισκόταν, τον ρώτησαν ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο για αυτόν. Ο Αχμέτ δεν άντεχε άλλο να κρύβεται και είπε: «Μεγαλωτάτη από όλα είναι η πίστη των Χριστιανών». Αυτή η στιγμή ήταν που παραδέχτηκε την πίστη του, μπροστά στους πρώην ομόθρησκούς του. Όπως ήταν φυσικό, εκείνοι εξοργίστηκαν και ενημέρωσαν αμέσως τον τοπικό άρχοντα. Αυτός διέταξε τη σύλληψη, τον βασανισμό και τον αποκεφαλισμό του Αχμέτ στις 3 Μαΐου του 1682 μ.Χ. Ο αποκεφαλισμός του έγινε στην τοποθεσία Κεαπχανέ Μπαξέ.

Η Εκκλησία μας γιορτάζει τον Άγιο Αχμέτ κάθε χρόνο στις 24 Δεκεμβρίου και στις 3 Μαΐου.