Tου π. Αντώνιου Χρήστου

Πολλά μέλη της Εκκλησίας μας, ακόμη και στις μέρες μας, αγνοούν, υποτιμούν ή παρερμηνεύουν, την συνήθεια της Εκκλησίας, να μνημονεύονται ονόματα στη Θεία Λατρεία της Εκκλησίας, είτε υπέρ Υγείας ή είτε υπέρ Αναπαύσεως. Αναρωτιούνται αν αυτή η παράδοση της Εκκλησίας είναι θεσπισμένη αγιογραφικά και αγιοπατερικά ή μήπως είναι νεότερο εφεύρημα των Κληρικών (όπως υποστηρίζουν πολλοί για να βγάζουν χρήματα);

Πριν πάρουμε θέση, πρέπει αρχικά να ξεκαθαρίσουμε: α) τι είναι Δίπτυχα; β) Ποιους και πως πρέπει να τα συμπληρώσουμε; και γ) Πότε και που μνημονεύονται ονόματα;

α) Το μέρος που γράφουμε τα ονόματα συνήθως σήμερα το λέμε «Χαρτάκια», αλλά για την ακρίβεια στην Εκκλησιαστική γλώσσα λέγεται Δίπτυχα, επειδή αρχικά ήταν δύο σανίδια ενωμένα μεταξύ τους, όπως οι πλάκες πού είχε ο Μωυσής, στις οποίες ήταν γραμμένος ο Δεκάλογος. Με την πάροδο του χρόνου, το υλικό έγινε πάπυρος και περγαμηνή, ενώ μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας μέχρι τις ημέρες μας, αντικαταστάθηκε με το απλό γνωστό μας χαρτί. Εκεί λοιπόν γράφουμε τα ονόματα και τα προσκομίζουμε έγκαιρα στον Ιερέα, για να τα μνημονεύσει.

β) Επειδή παρατηρούνται πολλά «παρατράγουδα», σημαντικό είναι να γνωρίζουμε ότι στα δίπτυχα μνημονεύονται μόνο οι βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και μάλιστα να διατηρούν ακόμη την ιδιότητά τους τη στιγμή που πάμε να τους μνημονεύσουμε (γιατί κάποιοι συνειδητά μπορούν να έχουν απαρνηθεί τη βάπτισή τους, να έχουν αλλάξει θρήσκευμα, ή να δηλώνουν ευθέως άθεοι). Δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να μνημονεύσουμε αλλόθρησκους (Μουσουλμάνους, Βουδιστές, Ινδουιστές, οπαδούς του Ιουδαϊσμού κτλ), Ετερόδοξους (Παπικούς, Προτεστάντες, Αγγλικανούς, Μονοφυσίτες κτλ.), Ακόμη και Κατηχούμενους υποψήφιους να ενταχθούν στο σώμα της Εκκλησίας, ή βρέφη αβάπτιστα, μέχρι να ενταχθούν επίσημα στην Εκκλησία.

Οσοι συνειδητά το παραβιάζουν αυτό, είτε από τη μεριά των Κληρικών που μνημονεύουν, είτε από τη μεριά των λαϊκών που γράφουν τα ονόματα, λέγεται οικουμενισμός και εκπίπτει στους απαγορευτικούς κανόνες περί συμπροσευχής. Δεν τους γράφουμε, όλους τους παραπάνω, όχι γιατί δεν είναι πλάσματα του Θεού ή από τιμωρία και εκδικητικότητα, ή ότι δεν τους αγαπάει ο Θεός. Αλλά για έναν απλό λόγο: Γιατί σεβόμαστε την ελευθερία τους να θέλουν να μένουν εκτός Εκκλησίας και δεν έχουν λάβει ακόμη το Ορθόδοξο βάπτισμα και το χρίσμα. Τέλος, ο τρόπος που τα γράφουμε είναι με καθαρά γράμματα, αναγράφουμε ολόκληρα τα βαπτιστικά ονόματα και όχι υποκοριστικά (π.χ. Τάκης, Λίτσα, Μήτσος κτλ) και τα γράφουμε σε πτώση γενική π.χ. Δημητρίου, Ιωάννου κτλ.

γ) Ονόματα μνημονεύουμε κυρίως στη Θεία Λειτουργία και μπορούμε να μνημονεύσουμε και τους ανθρώπους που βρίσκονται στην Στρατευομένη Εκκλησία (Υπέρ Υγείας) και αυτούς που βρίσκονται στη Θριαβεύουσα (Υπέρ Αναπαύσεως). Μνημονεύονται στον Ορθρο, κατά τη διαδικασία της Ιεράς Προθέσεως, βγάζοντας τους αντίστοιχους μαργαρίτες (αυτά τα ψυχουλάκια) πάνω στο Ιερό Δισκάριο και μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων στο «Αξιον έστιν», ή το «Επί σοί χαίρει Κεχαριτωμένη». Μόνο Υπέρ Υγείας μπορούμε να μνημονεύσουμε σε κάποια Παράκληση, Αγιασμό, Ευχέλαιο ή απλή δέηση ή ευχή Υπέρ Υγείας. Αντίστοιχα, μόνο τους Κεκοιμημένους μπορούμε να τους μνημονεύσουμε  σε Μνημόσυνο, Τρισάγιο ή γενικά σε κάποια επιμνημόσυνη δέηση. Επίσης, ο κάθε πιστός στην προσευχή του, ή με τη χρήση κομποσκοινιού μας, μπορεί να μνημονεύσει ονόματα λέγοντας το γνωστό Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον τον δούλον σου τάδε (αν ανήκει στους ζώντες) ή ανάπαυσον τον δούλο σου τάδε (αν ανήκει στους κεκοιμημένους).

Αυτά με τις απαραίτητες διευκρινήσεις και επεξηγήσεις. Τώρα ήρθε η ώρα να απαντήσουμε στο αρχικό μας ερώτημα. Αν ανατρέξουμε ήδη από την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, βλέπουμε ότι ο ίδιος ο Θεός ζητάει και δίνει εντολή στον Μωυσή και των Ααρών, να είναι γραμμένα τα ονόματα των 12 Φυλών του Ισραήλ στη Σκηνή του Μαρτυρίου, αλλά και ξεχωριστά το Ιερατείο να μνημονεύει τα ονόματα του κάθε Ισραηλίτη, γιατί όπως διασώζει ο συγγραφέας της Πεντατεύχου «....και έσται τοις υιοίς Ισραήλ μνημόσυνον έναντι Κυρίου εξιλάσασθαι περί των ψυχών υμών» (Εξ.  30,16). Αυτή η συνήθεια πέρασε και στην Καινή Διαθήκη και κυρίως κατά την εξέλιξη της Θείας Λατρείας, μετά τον 4ο και 5ο αιώνα. Σύμφωνα με τη σχετική απόφαση της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου (6ος αιώνας) προβλέπει ο Διάκονος να μνημονεύει τα ονόματα, τα οποία ήταν γραμμένα στα Δίπτυχα. Αυτή η τάξις τηρείται μέχρι τις ημέρες μας. 

Θα κλείσουμε το άρθρο μας, μιλώντας θεολογικά για την αξία και την ευεργεσία της μνημόνευσης. Καταρχήν βλέπουμε ότι στην Εκκλησία είμαστε μέλη του Σώματος Του Χριστού, αλλά παραμένουμε και μοναδικά ανεπανάληπτα πρόσωπα, δεν απορροφούμαστε (σε αντίθεση με τις ανατολικές θρησκείες). Επομένως, με τη μνημόνευση αναγνωρίζεται η αγαπητική και η προσευχητική σχέση της ενότητας. Δεν σταματάμε να υπάρχουμε, όσα χρόνια και αν περάσανε και μάλιστα ποτιζόμαστε και καθαριζόμαστε, όταν ο Ιερέας κατά τη συστολή (ρίχνει τους μαργαρίτες μέσα στο Αγιο Ποτήριο) επισφραγίζει τη μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων με την εξής ευχή: «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τω αίματί Σου τω αγίω».

Ας μνημονεύουμε, αδελφοί μου, όχι μόνο αυτούς που αγαπούμε, αλλά κυρίως αυτούς που μας εχθρεύονται ή δεν συμπαθούμε, γιατί είναι η μεγαλύτερη σωτήρια θυσία και φιλανθρωπία που μπορεί να κάνει κάποιος πιστός σε κάποιον άλλον! Αμήν!