Του π. Αριστομένη Ματσάγγα / Ψυχιάτρου

Η κατάθλιψη στην εποχή μας ως κλινική οντότητα και νόσος, ταλανίζει μεγάλο αριθμό συνανθρώπων μας. Θέτει εξ’ ορισμού δύο μείζονα ζητήματα στον κλινικό του «ποιητικού αιτίου» (ποιός τελικά θλίβει ποιόν;) και του ζωτικού (εσωτερικού) χώρου (ο λαός σοφά το αποδίδει με τον όρο στενοχώρια).

Η ψυχοθεραπευτική παρέμβαση, παράλληλα με τη φαρμακευτική υποστήριξη, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη θεραπεία, όταν συνεκτιμά συγχρόνως με τα σημεία και συμπτώματα σημαντικές παραμέτρους: το τείχος του ναρκισσισμού που κρύβεται πίσω απο την κλινική εικόνα, η ανελαστικότητα στη δόμηση της προσωπικότητας, η μη ανοχή στο πένθος, η εξωπραγματική σκέψη, τα ψυχοτραυματικά γεγονότα της ιστορίας του υποκειμένου και τις τελευταίες δεκαετίες το «σύμπλεγμα της νεκρής μάνας».

Είναι αυτονόητο ότι η αυτόματη ίαση, η ανάληψη προσωπικής πρωτοβουλίας για έξοδο απο την κατάθλιψη, συναντά μείζονες δυσχέρειες. Πρέπει να κατανοηθεί ότι υπάρχει ένας φθορέας που κατατρώει το «είναι», λυμαίνεται τον χώρο του υποκειμένου, διότι όπως μας λένε οι καταθλιπτικοί, η κατάθλιψή τους δεν είναι η συνηθισμένη θλίψη των ανθρώπων, είναι «το κάτι άλλο».

Οι έννοιες:

1. Η θλίψη, αναφέρουν τα λεξικά, είναι μια γλωσσική τροπικότητα της αρχικής έννοιας του θλίβειν (=πιέζειν), είναι δηλαδή μια μελαγχολική αλληγορία το αποτέλεσμα του «θλίβεσαι». Επομένως θέτει: α. Ζήτημα ποιητικού αιτίου της ρηματικής ενέργειας (ποιος, με άλλα λόγια, συντρίβει το υποκείμενο, ποιος είναι ο θλιβερός για να υπάρξει ένας θλιμμένος). β. Θέτει επίσης ζήτημα χώρου συντελέσεως της ρηματικής ενέργειας: είναι ένας χώρος στενάχωρος. γ. Ποιό είναι το υποκείμενο που συντρίβεται;

2. Η λύπη είναι μια συγγενική έννοια. Αυτό που μοιάζει μάλλον απροσδόκητο, είναι η ετυμολογική της συγγένεια με τη λέξη «λύμη» (βλάβη, φθορά, ο εχθρός), που με τη σειρά της συνδέεται με τον «λοιμό». Ενας «λυμέων», ένας φθορέας ή αφανιστής κατατρώει τα σπλάχνα του υποκειμένου: λυμαίνεται τον χώρο του.

3. Το «πένθος» τώρα, υπαγορέυει η ιδιοφυία της ελληνικής γλώσσας, συγγενεύει γλωσσικά με το «πάθος», πρόκειται για μια ανατροπή των θυμικών ισσοροπιών μέσα στο υποκείμενο, εξαιτίας ενός επελθοντος «αφανισμού». Ο Πλάτων ορίζει κατηγορηματικά «ουκ επί παντί θανάτω τα πένθη δεί γένεσθαι.... αλλά επί τοις απ’ όροις». Το πένθος ταιριάζει στους προωρους θανάτους.

Το τραγικό υποκείμενο της θλίψης τη μια στιγμή γίνεται απόστολος του μηδενός και την επόμενη απόστολος ενός αιματηρά επιβεβαιωμένου παντός (π.χ. ο ομηρικός Αίας). Συσχετίζοντας σήμερα υπερβολικά τον εαυτό του με την «απώλεια», ο καταθλιπτικός έρχεται αύριο να βγάλει το χιμαιρικό συμπέρασμα πως δεν υφίστανται καθόλου απώλειες μέσα του, πως με τη δράση του μάλιστα αναπληρώνει τη χασούρα του σε αντικείμενο επιθυμίας.

Το πένθος, λοιπόν, ενώ και αυτό βάφει τα ζητήματα του ποιητικού αιτίου, του χώρου και του υποκειμένου, θέτει επιπλέον και ένα καθαρά ανθρώπινο ζήτημα θεσμικής χαλιναγώγησης, επι των εκδηλώσεών του. Είναι ένα πάθος υπό πολιτισμικού ελέγχου, που το διαχειρίζεται με τη δική του λογική ένα «εθιμικό δέον». Το πένθος διαθέτει επομένως τη νομική «συνταγματική» έκφρασή του. Μπορεί όμως για ορισμένους λόγους να εξοκείλει και στην όχθη της υπερβολής σε μιαν υφίν. Γιατί, κάθε υπερβολή, ανεξάρτητα από την αποχρώσα αιτία της, είναι αρχή στην οποία, κατά τα λεγόμενα, λογοδοτούν ακόμα και οι θεοί.

* ''δαιμονίου μεσημβρινού" = κατάθλιψη