Του Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία

Του Δαυίδ.

ΠΡΟΣ σε, Κύριε, εκέκραξα, ο Θεός μου, μη παρασιωπήσης απ᾿ εμού, μήποτε παρασιωπήσης απ᾿ εμού και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. 2 Εισάκουσον της φωνής της δεήσεώς μου εν τω δέεσθαί με προς σε, εν τω αίρειν με χείράς μου προς ναόν άγιόν σου. 3 Μη συνελκύσης μετά αμαρτωλών την ψυχήν μου και μετά εργαζομένων αδικίαν μη συναπολέσης με των λαλούντων ειρήνην μετά των πλησίον αυτών, κακά δε εν ταίς καρδίαις αυτών. 4 Δος αυτοίς, Κύριε, κατά τα έργα αυτών και κατά την πονηρίαν των επιτηδευμάτων αυτών· κατά τα έργα των χειρών αυτών δος αυτοίς, απόδος το ανταπόδομα αυτών αυτοίς. 5 Οτι ου συνήκαν εις τα έργα Κυρίου και εις τα έργα των χειρών αυτού· καθελείς αυτούς και ου μη οικοδομήσεις αυτούς. 6 Ευλογητός Κύριος, ότι εισήκουσε της φωνής της δεήσεώς μου. 7 Κύριος βοηθός μου και υπερασπιστής μου· επ᾿ αυτώ ήλπισεν η καρδία μου, και εβοηθήθην, και ανέθαλεν η σαρξ μου· και εκ θελήματός μου εξομολογήσομαι αυτώ. 8 Κύριος κραταίωμα του λαού αυτού και υπερασπιστής των σωτηρίων του χριστού αυτού εστι. 9 Σώσον τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου και ποίμανον αυτούς και έπαρον αυτούς έως του αιώνος.

1. Στον Ψαλμό αυτό ο ποιητής του, ο Δαβίδ, απευθύνεται προς τον Θεό για κάποιο αίτημά του, που θα μας το πεί παρακάτω και Τον παρακαλεί να τον εισακούσει, να μην τον παραμελήσει στην ανάγκη που βρίσκεται, γιατί τότε ο ποιητής θα ομοιάσει με αυτούς που κατεβαίνουν στον «λάκκο» (στιχ. 1), δηλαδή θα πεθάνει· γιατί «λάκκος» είναι ο τάφος. Και πάλιν στη συνέχεια, στον επόμενο στίχo, ο Δαβίδ, ικετεύει τον Θεό να εισακούσει τη δέησή του, όταν «αίρει τας χείρας του προς τον άγιο ναό Του» (στιχ. 2). Ας παρατηρήσουμε ότι από παλαιά οι ευσεβείς έκαναν την προσευχή τους «αίροντες τας χείρας τους», με τεταμένα, δηλαδή, τα χέρια τους. Ο μυστικός λόγος αυτής της στάσης προσευχής ήταν ότι έκαναν την προσευχή τους σχηματίζοντας το σημείο του Σταυρού. Γι’ αυτό και αλλού ο ψαλμωδός λέγει, «έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή» (Ψαλμ. 140,2, Βλ. και Β’ Τιμ. 2,8). Με την έπαρση των χειρών του ο άνθρωπος σχηματίζει το σημείο του σταυρού. Προ Σταυρού ο Σταυρός! Μόνο διά του Σταυρού, με το Πάθος του Χριστού, δηλαδή, άνοιξαν οι ουρανοί και ακούεται η προσευχή μας στον Θεό. Αλλά και το άλλο πρέπει να παρατηρήσουμε: Οτι ο ποιητής μας λέγει εδώ ότι κάνει την προσευχή του στον Θεό εστραμμένος «προς ναόν άγιόν Του» (στιχ. 2). Ετσι είναι! Αυτό το νοούμε καλύτερα εμείς οι χριστιανοί. Ο Θεός, βέβαια, είναι πανταχού παρών, αλλά στον Ναό, όπου πρέπει να κάνουμε την προσευχή μας, είναι και σωματικά παρών! Γιατί πάνω στην αγία Τράπεζα είναι το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού, του ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού. Αλλά και στην Παλαιά Διαθήκη, στη Σκηνή, στον Ναό, αποκαλυπτόταν το «καδώς», η «δόξα», δηλαδή, του Θεού, που δήλωνε την παρουσία Του.

2. Μετά από αυτά τα γενικά και προλογικά, έρχεται ο ψαλμωδός Δαβίδ πιο συγκεκριμμένα τώρα στο αίτημά του. Ζητάει από τον Θεό να τον αποχωρήσει από τους αμαρτωλούς, για να μην έχει το δικό τους κατάντημα. «Μη συνελκύσης με –λέγε – μετά αμαρτωλών και μετά εργαζομένων αδικίαν μη συναπολέσης με» (στιχ. 3α). Ας προσέξουμε το ρήμα «μη συνελκύσης». Είναι η εικόνα των διαφόρων κακούργων που καταδικάστηκαν σε θανατική ποινή και τους έσυραν σαν τις αγέλες στον τόπο της θανάτωσής τους. Και δίνει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ο Δαβίδ, αυτών από τους οποίους θέλει να αποχωριστεί. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι είναι διπρόσωποι. Φαίνονται ως φίλοι και ειρηνικοί μαζί του, αλλά η καρδιά τους μηχανεύεται δόλια εναντίον του: «Των λαλούντων μετά των πλησίον αυτών, κακά δε εν ταίς καρδίαις αυτών» (στιχ. 3β)! Με τοιούτους υποκριτές και δόλιους ο Δαβίδ δεν θέλει να έχει συναναστροφή, γιατί φοβάται ότι θα θεωρείται και αυτός συνένοχος με αυτούς στα πονηρά τους έργα. Αντίθετα, ο Δαβίδ εύχεται στη συνέχεια οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι, όπως φαίνεται τον εχθρεύονται, να τιμωρηθούν ανάλογα με τα έργα τους. Λέγει λοιπόν γι᾽ αυτούς: «Δος αυτοίς, Κύριε, κατά τα έργα αυτών, και κατά την πονηρίαν των επιτηδευμάτων αυτών» (στιχ. 4). Με τα λόγια αυτά ο ποιητής μας φαίνεται σαν να καταράται τους εχθρούς του. Δεν καταράται όμως, αλλά στην πραγματικότητα επικαλείται τον Θεό να βάλει την ηθική τάξη στα πράγματα. Και ο Ιερεμίας λέγει κάπου, ότι ο Θεός εποπτεύει τις πράξεις των ανθρώπων, «του δούναι εκάστω κατά την οδόν αυτών» (39,19). Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν καταστρέφει ο Θεός τον αμαρτωλό, αλλά ο ίδιος ο αμαρτωλός καταστρέφεται με τα έργα που κάνει. Οι αμαρτωλοί δεν μελετούν τα λαμπρά και εξαίσια έργα του Θεού, που φαίνονται στη φύση και την ιστορία, αλλά καταγίνονται με τα δικά τους φθοροποιά σκοτεινά έργα και κτίζουν πύργο με αυτά. Αλλά ο πύργος αυτός έχει σαθρά θεμέλια και πέφτει μόνος του και καταπλακώνει τους κατασκευαστές του. Γι’ αυτό και λέγει ο Δαβίδ στη συνέχεια περί των αμαρτωλών: «Ου συνήκαν εις τα έργα Κυρίου και εις τα έργα των χειρών αυτού, καθελείς αυτούς και ου μη οικοδομήσεις αυτούς» (στιχ. 5). Γενικά πρέπει να ξέρουμε ότι δεν τιμωρεί ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά η ίδια η αμαρτία, με την οποία χαριεντίζεται και παίζει αυτός, αυτή η αμαρτία, ως χειροβομβίδα, εκρήγνυται και τον κατακαίει.

3. Το υπόλοιπο μέρος του Ψαλμού φαίνεται ως διαφορετικό, γιατί ο ψαλμωδός μας είναι χαρούμενος σ’ αυτό και αναπέμπει ύμνο και δοξολογία στον Θεό. Το πράγμα ερμηνεύεται ως εξής: Ο ποιητής μας, ο Δαβίδ, όπως τον γνωρίζουμε από την επιγραφή του Ψαλμού, είναι άνθρωπος μεγάλης πίστεως. Και ως άνθρωπος δυνατής πίστεως είναι απόλυτα βέβαιος ότι θα τον βοηθήσει ο Θεός και θα του εκπληρώσει το αίτημά του. Ετσι, λοιπόν, αναπέμπει από τώρα ευχαριστία στον Θεό για την εκπλήρωση του αιτήματός του, της βοηθείας δηλαδή του Θεού σ’ αυτόν και της σωτηρίας του από τους εχθρούς του. Και ως βέβαιος γι’ αυτό, για τη βοήθεια του Θεού, λέγει: «Ευλογητός Κύριος, ότι εισήκουσε της δεήσεώς μου» (στιχ. 6). Και η πίστη του αυτή για τη βεβαία βοήθεια του Κυρίου, έφερε στον ποιητή μας σκίρτημα καρδιακό, τον τόνωσε ψυχικά και σωματικά. Γιατί λέγει: «Ηλπισεν η καρδία μου και εβοηθήθην και ανέθαλεν η σαρξ μου» (στιχ. 7)! Ετσι είναι! Οταν η καρδιά είναι βεβαρυμένη από αγωνία και τρόμο, τότε και το σώμα μαραίνεται. Οταν όμως η καρδιά αναζωογονείται από τη δυνατή ελπίδα της βοήθειας και προστασίας του Θεού, τότε γίνεται αυτό που μας είπε τώρα ο ψαλμωδός μας, «ήλπισεν η καρδία μου και εβοηθήθην και ανέθαλεν η σαρξ μου»!

4. Αλλά ο Δαβίδ είναι και βασιλεύς και έχει λαό στον οποίο άρχει. Γι’ αυτό και στο τέλος του Ψαλμού εύχεται για τον λαό του, τον Ισραήλ και ζητά την βοήθεια και την προστασία του Θεού σ’ αυτόν τον λαό, λέγοντας: «Κύριος κραταίωμα του λαού αυτού... Σώσον τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου» (στιχ. 8.9α). Ας παρατηρήσουμε ότι στις εκφράσεις αυτές ο Δαβίδ τον λαό του, τον Ισραήλ, δεν τον λέγει δικό του λαό, αλλά του Θεού! Με αυτό υποδηλώνει δύο πράγματα: Πρώτον μεν, ότι η εξουσία που έχει δεν είναι δική του, αλλά είναι δάνειο από τον Θεό. Και δεύτερον, Τον παρακαλεί να βοηθήσει οπωσδήποτε τον Ισραήλ, γιατί είναι σαν να λέγει ο Δαβίδ στον Θεό: Αν βοηθήσεις, Θεέ μου, τον Ισραήλ, θα φροντίσεις για δικό Σου λαό και όχι για ξένο. Παρακαλώντας, λοιπόν, ο Δαβίδ τον Θεό, για να δοξάσει τον Ισραήλ, τελειώνει τον ψαλμό του με μία ωραία ποιμενική εικόνα: Να πάρει ο Θεός τον Ισραήλ στα χέρια Του και στους ώμους Του, καθώς κάνει ο βοσκός, όταν αρρωστήσει ή όταν τραυματισθεί ένα πρόβατό του ή αρνάκι του. Ετσι, κατακλείοντας τον ψαλμό λέγει: «Ποίμανον αυτούς και έπαρον αυτούς» (στιχ. 9β)! Σαν ποιμήν παλαιά ο Δαβίδ θα πραγματοποίησε στο ποίμνιό του τη σκηνή αυτή.