Η Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοποδαρίτισσας, που ιδρύθηκε στα τέλη του 12ου αιώνα.

Η μονή αποτελεί άβατο για τις γυναίκες, με μόνη εξαίρεση την ημέρα της θρησκευτικής πανήγυρής της. Επίσης έχει κηρυχτεί διατηρητέο μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού.

Βρίσκεται στην ορεινή Αχαΐα, περίπου στο κεντρικό τμήμα του νομού και συγκεκριμένα στην ιστορική περιοχή των Νεζερών. Είναι χτισμένη πάνω σε ένα σπήλαιο του Ερυμάνθου, σχεδόν στον πυθμένα της κοιλάδας του ποταμού Πείρου και κοντά στις όχθες του, κυκλωμένη από αιωνόβια δέντρα και κήπους.

Απέχει οδικώς περίπου 20 χιλιόμετρα από την έδρα του δήμου, τη Χαλανδρίτσα, 40 χιλιόμετρα από την πόλη της Πάτρας και 44 χιλιόμετρα από τα Καλάβρυτα.

Πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα μοναστήρια της Αχαΐας, με άγνωστη ωστόσο την ακριβή ημερομηνία ίδρυσης του. Πιθανολογείται ότι κτίστηκε στα τέλη του 12ου αιώνα και ο πρώτος ναός λειτούργησε μέσα σε σπήλαιο με σταλαγμίτες, στα τοιχώματα του οποίου σώζονται αγιογραφίες. Πριν την ίδρυσή της, υπήρχαν ασκητήρια στην περιοχή. Τοιχογραφίες του 15ου αιώνα που ανακαλύφθηκαν, καθώς και χειρόγραφο του 14ου αιώνα, ανάγουν την ίδρυσή της τουλάχιστον στους υστεροβυζαντινούς χρόνους και παλαιότερα.

Σύμφωνα με τον Μανουήλ Γεδεών, η μονή της Χρυσοποδαρίτισσας έχει ανακηρυχθεί πατριαρχική το 1635 από τον πατριάρχη Κύριλλο. Το 1786 κηρύχτηκε σταυροπηγιακή με σιγίλλιο του πατριάρχη Προκοπίου και ύστερα από μέριμνα του εκ Δημητσάνης, μητροπολίτη Πατρών Θεοφάνη Α’ Φλωρία.

Αλλη άποψη αναφέρει ότι, η μονή έγινε σταυροπηγιακή το 1635 και ότι το προνόμιο αυτό ανανεώθηκε μέχρι το 1798. Αναφέρεται επίσης ότι: «Εις την μονήν υπάρχουν δύο μολυβδόβουλα πατριαρχικά, εν του Προκοπίου του 1786 και το άλλο του Γρηγορίου του Ε’ του Φεβρουαρίου του 1798, τα οποία αμφότερα ανακηρύσσουν την πατριαρχικήν αξίαν της μονής».

Η μονή επί Τουρκοκρατίας ανήκε στη Μητρόπολη Πατρών, αν και τα Νεζερά τότε υπαγόντουσαν στον καζά των Καλαβρύτων. Το 1707 βρισκόταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τις μονές Γηροκομειού και Ομπλού και υποχρεώθηκε να δώσει προκαταβολή 100 τσεκίνια για την οχύρωση του Ρίου. Το 1715 ηγούμενος ήταν ο Παχώμιος, ενώ μετά το 1770 ο Ανανίας από το χωριό Κομπηγάδι. Σύμφωνα με έγγραφο που συντάχθηκε στο μοναστήρι στις 15 Μαΐου του 1780, είχαν εκεί το κελί τους οι μοναχές Πραξιά και Προφηρία.

Κατά τα Ορλωφικά, το 1770, πυρπολήθηκε από τον Σουλεϊμάν Τζιαπάρι και τους Τουρκαλβανούς στρατιώτες του μαζί με την ευρύτερη περιοχή των Νεζερών και ξαναχτίστηκε το 1812 από τον μοναχό Ανανία. Τον Μάιο του 1826 καταστράφηκε ξανά, μαζί με όλα τα γύρω χωριά, αυτή την φορά από τον Ιμπαραήμ Πασά και τα στρατεύματά του, σε μια προσπάθεια κατάπνιξης της Επανάστασης του ‘21. Ξαναχτίστηκε έπειτα από το τέλος της ελληνικής επανάστασης, το 1879.

Οπως αναφέρεται, επισκέπτονταν συχνά το μοναστήρι ο Μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός για διάφορες υποθέσεις.

 

Το θαύμα

Σύμφωνα με την τοπική λαϊκή παράδοση, υπάρχουν τρεις εκδοχές για την ονομασία της μονής και έχουν σχέση με θαύματα που έγιναν:

α) Από το χρυσό αφιέρωμα πιστού για τη θεραπεία του ποδιού ή των ποδιών του, επικαλούμενου τη βοήθεια της Παναγίας,

β) από το «χρυσό», δηλαδή θαυματουργό, πόδι της Παναγίας, που σπεύδει να βοηθήσει, όταν την επικαλούνται

και γ) την εικόνα της Παναγίας, η οποία μετακινήθηκε όταν επρόκειτο να κτιστεί το μοναστήρι σε άλλη θέση από το σπήλαιο στο οποίο είχε βρεθεί.