Γράφει ο Σταύρος Γουλούλης

H νηστεία μετά την Πεντηκοστή προήλθε από την τιμή των Μαρτύρων των πρώτων αιώνων. Μάρτυρες ων ουκ έστι αριθμός. Aλλά οι κορυφαίοι είναι οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος. Η βυζαντινή εικονογραφία τούς εμφανίζει να ασπάζονται ο ένας τον άλλον. Ομονοούν ασφαλώς, αλλά και ενώνουν λογικές, πολιτικές…

Και οι δύο εμφανίστηκαν στη Ρώμη. Ο Παύλος,περί το 62 μ.Χ.,ως Ρωμαίος πολίτης δικαζόταν τότε από τον αυτοκράτορακαι το είχε ζητήσει ο ίδιος (Πράξεις 25.11). Στον αυτοκρατορικό Οίκο υπήρχαν ήδη Χριστιανοί και υπήρχε ελπίδα να πεισθεί ο Νέρων να γίνει η πίστη στον Ιησού Χριστό προστατευόμενη θρησκείαει δυνατόν στα ανάκτορα. Αυτός είναι ο λόγος, η προοπτική αναγνώρισης της Εκκλησίας, που έκανε να έλθουν κι άλλοι επιτελείς Χριστιανοί στη Ρώμηκαι άρχιζαν να γράφονται εκεί τα πρώτα κείμενα της Εκκλησίας (ευαγγέλιο Μάρκου, ευαγγέλιο Λουκά και Πράξεις των Αποστόλων που παραδόθηκανσε κάποιονελληνόγλωσσο Θεόφιλο, σύνδεσμο με τη Ρωμαϊκή εξουσία). Ο Πέτρος δεν μπορούσε να λείπει σε τέτοιες ζυμώσεις, ήταν ο Βοσκός των Αρνίων (Ιωαν.21.15-19). Και οι δύο θα καταλήξουν να διωχθούν.

Μετά τη δίκη του Παύλου που τον απάλλαξε,η πορεία των πραγμάτων ενόχλησε πολλούς Ρωμαίους αξιωματούχους. Αναγνώριζαν την Εκκλησία, υπό τον όρο να είναι υπό την αιγίδα της παλαιάς θρησκείας. Μάλιστα,για να διασπάσουν τους Εβραίους, τους μόνους που δεν ήθελαν κοινή λατρεία Θεού (Γιαχβέ) και αυτοκράτορα, προστάτευαν τους Χριστιανούς από τις επιθέσεις εκείνων. Διαιρούσαν και βασίλευαν. Αλλά αφού οι Χριστιανοί,όντας ευπρόσδεκτοι να ομιλούν για έναν νέο καλύτερο κόσμο, αλλά ορίζοντας τον ενοποιητικό σύνδεσμο του κόσμου αυτοκράτορα κάτω από τον Χριστό, μερικοί πίστευαν ότι χαλούσαν τις ισορροπίες μιας πολιτικής. Η ύπαρξη ενός suigeneris αυτοκράτορα, του Νέρωνα, έφερε στην πράξη το κακό σενάριο, τον αναπάντεχο διωγμότο 64 μ.Χ., στα δέκα χρόνια εξουσίας (54-67),στα πλαίσιαευρύτερωναλλαγών.

Πάντως, οι απόστολοι σκόπευαν να αλώσουν αν μπορούσαν την πολιτική ηγεσία της Ρώμης, χωρίς όμως να διασπάσουν την ενότητα της αυτοκρατορίας.Συνέβη στο βασίλειο της Eδεσσας της Συρίας, όπου ο βασιλιάς Aβγαρος αποδέχθηκε την Εκκλησία του Χριστού, συνέβη και στην Αρμενία, συνέβαινε πλειστάκις σε λαούς που έλεγχε το Βυζάντιο. Ο αρχηγός ενός έθνους αποφάσιζε την πρόσληψη νέας θρησκείας για όλους. Να είναι ενωμένος ο λαός του. Κι ο Παύλος προσπάθησε να πείσει τον Εβραίο βασιλιά Αγρίπα (Πράξεις, 25.13 κ.ε.). Προπάντων όμως, οίδιος ο Χριστός εμφανίστηκε μετά Βαΐων και κλάδων στον Ναό, αναμένοντας το επίσημο ιερατείο και τους εκπροσώπους του λαού,για να ασπασθούν την περί του προσώπου Του διδασκαλία ως Μεσσία, Υιού του Θεού.Τηναποκάλυψε μετά στο δικαστήριο.Ο Αρχιερέας, βέβαια,διέρρηξε τη στολή του, θέλοντας να δείξει ότι αυτή η ομολογία έσχιζε στα δύο την ενότητα του λαού.Ανάλογα όμως αντιδρούσαν και οι Ρωμαίοι. Τότε μηισχύοντας η σημερινή αντίληψη της θρησκευτικής πίστεως ως προσωπικής υπόθεσης,αρκούσε να υποστήριζε κάποιος τη λατρεία και τις θυσίες του έθνους του, κάθε προσπάθεια να υποβαθμίσει τις θυσίες του Αλλου ήταν ύβρις.Οι Εβραίοι, τρομάζοντας μήπως διαλύονταν ως εθνότητα λόγω των Χριστιανών, αντιδρούσαν.

Γι’ αυτόν τον λόγο ο μεν Πέτρος, που ασκούσε ως αρχηγός με εντολή του Χριστού πιο συγκρατημένη πολιτική ως την Πρώτη αποστολική σύνοδο (48 μ.Χ.), δεν διασπούσε την ενότητα του εβραϊκού λαού. Παρακολουθούσε τις ιεροπραξίες του Ναού της Ιερουσαλήμ, αφού παρέμεινε το κέντρο και των Χριστιανών, δεχόταν ακόμη και την περιτομή. Ο Παύλος όμως, ως Ρωμαίος πολίτης, είχε ξεπεράσει τέτοια ζητήματα. Eβλεπε το σύνολο του ρωμαϊκού κράτους. Οι Ρωμαίοι σιχαίνονταν την περιτομή και οργίζονταναν διεσπάτο η ενότητα του ρωμαϊκού λαού, που επόπτευε όλους τους άλλους.Ο Παύλος δεν ήθελε να πλήττει αυτή την εικόνα και ανεχόταν ακόμη και να τρώγουν οι Χριστιανοί τα κρέατα των κοινών θυσιών, τα ειδωλόθυτα, που πέρα από αναγκαίες πρωτεΐνες, συμβόλιζαν την ενότητα μιας πόλεως, το ομοτράπεζον (Αρκεί να μη διακυβευόταν η ενότητα της χριστιανικής κοινότηταςβλ.Α’ Κορινθ. 8.13: «ου μη φάγω κρέα εις τον αιώνα», είπε).Πρακτικά, ήταν μία χρήσιμη εμπειρία για τους ειδωλολάτρες, για να προσέλθουν στο κοινό Ποτήριο, την Ευχαριστία της Εκκλησίας. Τα υλικά «ιερά φαγητά» θα ήταν κάτι παράλληλο στην από κοινού πνευματική Μετάδοση και Μετάληψηκαι τα συναπτά κοινά δείπνα, που τόσο ευνόησε ο Παύλος, αλλά δεν παρέλειψε να κατακρίνει όσους δημιουργούσαν ανισότητα. «Ος μεν πεινά ος δε μεθύει…» (Α’ Κορινθ.11.21).

Οπως φαίνεται, αγώνας των δύο κορυφαίων αποστόλων ήταν για την ενότητα όχι μόνον των Χριστιανών ή και των Εβραίων, αλλά και όλων των λαών της Μεσογείου, όπως τη δημιούργησε η Ρώμη. Δεν ήταν, προφανώς, ούτε συντηρητικοί ούτε προοδευτικοί, κλειστοί ή ανοικτοί. Και το ενδιαφέρον, έβλεπαν την ενότητα όχι με τη δική τους προοπτική, αλλά με τα μάτια των λαών της ρωμαϊκής Οικουμένης!