Μεταξύ των χωριών Μαυρομμάτι και Βαλύρας της Ιθώμης εδώ και τέσσερις αιώνες υψώνεται το επιβλητικό μοναστήρι του Βουλκάνου. Το όνομά του το οφείλει, σύμφωνα τα στοιχεία της περιοχής, σε βυζαντινό άρχοντα ή κτίτορα. Στον χώρο προϋπήρχε η Μονή της Παναγίας της Κορυφής ή της Παναγίας Επανωκαστριτίσσης, η οποία κτίστηκε στις αρχές του 8ου αιώνα, γύρω στο 725, από εικονολάτρες μοναχούς.

Το μοναστήρι της Κορυφής το έτος 1625, λόγω των δύσκολων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν κατά τους χειμερινούς μήνες, εγκαταλείφθηκε από τους μοναχούς, οι οποίοι αναζήτησαν νοτιότερα άλλη έκταση, την οποία και αγόρασαν από Τούρκο αγά. Εκεί υπήρχε μια πηγή, η γνωστή μας έως και σήμερα «μάνα του νερού», κι ένας πύργος, που αποτέλεσε τη βάση για την ανέγερση του νέου μοναστηριού. Ο ναός της νέας μονής κτίστηκε το 1701 και είναι βυζαντινού ρυθμού σταυροειδής μετά τρούλου. Ο πολυτιμότερος θησαυρός του μοναστηριού είναι η θαυματουργός Εικόνα της Παναγίας της Βουλκανιώτισσας, που φέρει την επιγραφή «Η Οδηγήτρια, η επονομαζομένη τω όρει Βουλκάνω». Στο μοναστήρι ακόμη φυλάσσονται ιερά λείψανα πολλών αγίων της Εκκλησίας μας, μεταξύ των οποίων του Αγίου Νεομάρτυρος Ιωάννου του Μονεμβασιώτου, του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου και του Καλαματιανού Αγίου Ηλία του Αρδούνη. Στη βιβλιοθήκη του, δε, υπάρχουν παλιά και νέα βιβλία, ιδιόχειρα συγγράμματα, τουρκικά έγγραφα και τέσσερα πατριαρχικά σιγγίλια με τα οποία αναγνωρίζονται τα προνόμιά του.

Κατά τον Δεκαπενταύγουστο χιλιάδες είναι οι πιστοί που φτάνουν έως εδώ για να προσκυνήσουν και να πάρουν μέρος στις γιορτές αλλά και στη μεταφορά της εικόνας της Παναγίας στον θρόνο Της, στο μοναστήρι της Κορυφής. Ξεχωριστή σημασία έχουν για την περιοχή οι εκδηλώσεις της 19ης προς 20ή Σεπτεμβρίου, όταν γίνεται η «κάθοδος» της Βουλκανιώτισσας στην πόλη της Μεσσήνης, σε ανάμνηση θαυματουργικής επεμβάσεως της Θεοτόκου, για την αντιμετώπιση της επιδημίας της πανούκλας που είχε σκορπίσει τον θάνατο. Τότε, γύρω στα 1755, πρωτολιτανεύτηκε η εικόνα. Αυτήν τη νύχτα, χιλιάδες άνθρωποι συνοδεύουν τη Βουλκανιώτισσα Κυρά, διανύοντας απόσταση 20 χιλιομέτρων με τα πόδια. Η «κάθοδος» ξεκινά στις 2.00 το πρωί από το Βουλκάνο και καταλήγει στη «Μαυρομματέϊκη Παναγίτσα» γύρω στις 7.30 το πρωί της 20ής Σεπτεμβρίου. Η επίσημη υποδοχή της εικόνος γίνεται στις 9.30 π.μ. στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, παρά την είσοδο της Μεσσήνης, από τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας, τις Αρχές του τόπου και πλήθος λαού.

Η Μονή Βουλκάνου, που ήταν και το πρώτο μοναστήρι της περιοχής, ήταν ανδρική πάντα και δεν διέκοψε ποτέ τη λειτουργία της.

 

Προπύργιο του '21

Όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1821, όπως όλη η Πελοπόννησος, έτσι και η Μονή Βουλκάνου, συμμετείχε σε αυτήν, στηρίζοντας κυρίως οικονομικά τον αγώνα.

Το 1822 οι μοναχοί έδωσαν στην ερανική επιτροπή αγώνα, την οποία αποτελούσαν ο Γ. Δαρειώτης και ο μοναχός Άνθιμος Βουλκανιώτης, σκεύη αξίας 3.600 γροσίων. Το 1823 δόθηκαν στον έπαρχο Μεσσήνης Πάγκαλο διάφορα είδη αξίας 2.250 γροσίων. Στις 26 Μαΐου του ίδιου έτους η Μονή Βουλκάνου χορήγησε στην Πελοποννησιακή Γερουσία χρεωστική ομολογία 8.000 γροσίων για την κάλυψη αναγκών του πολέμου, η οποία, όμως, ποτέ δεν εξοφλήθηκε.

Εκτός των χρημάτων, μοναχοί της μονής πήραν μέρος ενεργά στον αγώνα. Ο Βουλκανιώτης ιερομόναχος Ιωσήφ πολέμησε δίπλα σε γνωστούς καπεταναίους σε πολλές μάχες. Επέζησε του αγώνα και μετά την απελευθέρωση ξαναγύρισε στο μοναστήρι, όπου πέθανε το 1861, σε ηλικία 90 χρόνων. Επίσης, ο Αγάπιος Σπηλιωτόπουλος, ο οποίος διετέλεσε και διάκος του Παλαιού Πατρών Γερμανού, πήρε ενεργό μέρος στον αγώνα.

Στα 1825, λόγω της συμμετοχής στην επανάσταση, όπως και το σύνολο των της Πελοποννήσου, δέχτηκε την οργή του Ιμπραήμ.

Οι μοναχοί, προκειμένου να γλυτώσουν από την καταστροφική μανία των Τουρκοαιγυπτίων, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το μοναστήρι, παίρνοντας κοντά τους ό,τι μπορούσαν για να το διαφυλάξουν. Άλλοι κατέφυγαν στη Μάνη, ενώ άλλοι έφθασαν μέχρι τη Ζάκυνθο, όπου υπήρχε ασφάλεια.

Στον κώδικα του μοναστηριού σώζεται σχετικό ημερολόγιο, το οποίο δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα για τις καταστροφές που έπαθε η μονή από τις ορδές του Ιμπραήμ.

Μερικές από αυτές είναι:

«1828 Μαρτίου 1: Αρχίσαμε και ανακαινίσαμε τα εργαστήρια τα ευρισκόμενα εις Καλαμάτα, τα οποία τα είχεν ο Ιμπραήμης καϊμένα. Εις τα 16 εργαστήρια οπού εφτιάσθησαν εξοδεύθησαν εις αυτά γρόσια 8.000».

«1829: Εφέραμε την αγίαν τράπεζαν από του Σημίζα και εις εγκαινιασμόν της εκκλησίας γρόσια 100».

«1829 Οκτωβρίου 1: Εφτιάσαμε τον μύλον και το γεφύρι της μαυροζούμενας ονομάζεται κεραμίδια, ξυλική, λιθάρια, βαγένα, νεροτρίβι και οπού ήτον όλλα καϊμένα από τον Ιμπαήμη γρόσια 1.500».

«1829 Απριλίου 25: Εφτιάσαμαι εν αργαστήριον εις το Νησί το οποίον το είχε καϊμένον ο Ιμπραΐμης και εξοδεύτηκαν γρόσια 1.200».

«1827 Δεκεμβρίου 10: Απόθανεν ο προηγούμενος Άνθιμος εις την Ζάκυνθον οπού ήταν πηγεμένος με την αγίαν εικόνα από την φυγήν του Ιμπραΐμ. Εις το ίδιος έτος Απριλίου 23 απέθανεν ο προηγούμενος Ιωακείμ εις την μονήν εις το χωρίον Προστίο».

«1828 Δεκεμβρίου 1: Ήλθαμε από την Μάνην και εκατοικήσαμεν εις Γαρδίκι την αυτήν χρονίαν απέθανεν ο προηγούμενος Παρθένιος».

«1828 Ιουλίου 20: Ήλθαμε και οι λοιποί ευρεθέντες πατέρες εις το μοναστήριον Βουρκάνου, ο προηγούμενος Δανιήλ, σκευοφύλαξ Χρύσανθος, προηγούμενος Γρηγόριος, Παπά Γαβριήλ, Παπά Ιγνάτιος, Παπά Ιωσήφ, Παπά Ιάκωβος, εις ιεροδιάκων Γαλακτίων και δύο ιδιώται, ότε Παΐσιος και Γερμανός, αναγνώσται δύο, μας ενέμεναν τα ζώα, μουλάρια, δύο άλογα ένας βόας».

Με τις συνεχείς προσπάθειες των μοναχών και τη συμπαράσταση των πιστών, το μοναστήρι του Βουλκάνου δεν άργησε να ορθοποδήσει και να αποκτήσει σιγά-σιγά τη γνώριμη μεγαλοπρεπή του όψη, προκειμένου να συνεχίσει να γράφει την ιστορία του στους αιώνες των αιώνων.