Toυ Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία

41,2 Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε, ο Θεός. 3 Εδίψησεν η ψυχή μου προς τον Θεόν τον ζώντα· πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού; 4 Εγενήθη τα δάκρυά μου εμοί άρτος ημέρας και νυκτός εν τω λέγεσθαί μοι καθ᾿ εκάστην ημέραν· που εστιν ο Θεός σου; 5 Ταύτα εμνήσθην και εξέχεα επ᾿ εμέ την ψυχήν μου, ότι διελεύσομαι εν τόπω σκηνής θαυμαστής έως του οίκου του Θεού εν φωνή αγαλλιάσεως και εξομολογήσεως ήχου εορτάζοντος. 6 Ινατί περίλυπος ει, η ψυχή μου, και ίνα τι συνταράσσεις με; Ελπισον επί τον Θεόν, ότι εξομολογήσομαι αυτώ· σωτήριον του προσώπου μου και ο Θεός μου.

7 Προς εμαυτόν η ψυχή μου εταράχθη· διά τούτο μνησθήσομαί σου εκ γης Ιορδάνου και Ερμωνιείμ, από όρους μικρού. 8 Αβυσσος άβυσσον επικαλείται εις φωνήν των καταρρακτών σου, πάντες οι μετεωρισμοί σου και τα κύματά σου επ᾿ εμέ διήλθον. 9 Ημέρας εντελείται Κύριος το έλεος αυτού, και νυκτός ωδή αυτώ παρ᾿ εμοί, προσευχή τω Θεώ της ζωής μου. 10 Ερώ τω Θεώ· αντιλήπτωρ μου ει· διατί μου επελάθου; Και ίνα τι σκυθρωπάζων πορεύομαι εν τω εκθλίβειν τον εχθρόν μου; 11 Εν τω καταθλάσθαι τα οστά μου ωνείδιζόν με οι εχθροί μου, εν τω λέγειν αυτούς μοι καθ᾿ εκάστην ημέραν· Που εστιν ο Θεός σου; 12 Ινατί περίλυπος ει, η ψυχή μου; Και ίνα τι συνταράσσεις με; Έλπισον επί τον Θεόν, ότι εξομολογήσομαι αυτώ· σωτήριον του προσώπου μου και ο Θεός μου.

42,1 Κρίνόν με, ο Θεός, και δίκασον την δίκην μου εξ έθνους ουχ οσίου· από ανθρώπου αδίκου και δολίου ρύσαί με. 2 Οτι συ ει ο Θεός κραταίωμά μου· ινατί απώσω με; Και ινατί σκυθρωπάζων πορεύομαι εν τω εκθλίβειν τον εχθρόν μου; 3 Εξαπόστειλον το φως σου και την αλήθειάν σου· αυτά με ωδήγησαν και ήγαγόν με εις όρος άγιόν σου και εις τα σκηνώματά σου. 4 Και εισελεύσομαι προς το θυσιαστήριον του Θεού, προς τον Θεόν τον ευφραίνοντα την νεότητά μου· εξομολογήσομαί σοι εν κιθάρα, ο Θεός, ο Θεός μου. 5 Ινατί περίλυπος ει, η ψυχή μου; Και ινατί συνταράσσεις με; Έλπισον επί τον Θεόν, ότι εξομολογήσομαι αυτώ· σωτήριον του προσώπου μου και ο Θεός μου.

1. Οι ψαλμοί 41 και 42 έχουν το ίδιο και το αυτό θέμα και είναι ενωμένοι. Ο ποιητής των ψαλμών αυτών φαίνεται ότι αγαπά πολύ τον Θεό, όπως η διψώσα έλαφος ποθεί τας πηγάς των υδάτων (41,2.3). Πιο συγκεκριμένα, ο ποιητής των ψαλμών αυτών επιθυμεί να λατρεύσει τον Θεό, να του 

προσφέρει θυσία. Αλλά αυτό μπορεί να γίνει μόνο στον ναό των Ιεροσολύμων, από τον οποίο όμως απέχει πολύ ο ποιητής μας, γιατί αυτός τώρα κατοικεί παρά το όρος Ερμών, κοντά στις πηγές του Ιορδάνου (41,7), όπου κατοικούσαν εθνικοί.

Γι’ αυτό και φλέγεται να έλθει στα Ιεροσόλυμα, όπως τον ίδιο πόθο βέβαια τον είχαν όλοι οι απόδημοι Ιουδαίοι.

2. Γιατί όμως ο ποιητής μας δεν επισκέπτεται τα Ιεροσόλυμα με τον ναό τους, αφού τόσο πόθο έχει να ευρεθεί εκεί; Οπως φαίνεται και από τους δύο ψαλμούς, ο ποιητής είναι ασθενής (41,4.8.11. 42,3.5). Δεν δύναται λοιπόν στην κατάσταση που βρίσκεται να κάνει τη μακρά οδοιπορία προς τα Ιεροσόλυμα. Πέρα όμως από τον σωματικό αυτό πόνο για την αρρώστια του, ο ποιητής μας δοκιμάζει και ψυχικό πόνο, για τον οποίο οδυνάται περισσότερο: Εκεί μακρυά από την Ιερουσαλήμ που βρίσκεται, μεταξύ του εθνικού κόσμου, θα μιλούσε στους εθνικούς για τον Θεό του και θα έλεγε σ’ αυτούς ότι ελπίζει σ’ Αυτόν να τον κάνει καλά, να τον θεραπεύσει από την ασθένειά του. Αλλά βλέποντες οι αλλόθρησκοι ότι αργοπορεί η ασθένειά του και ότι δεν θεραπεύεται, του ενέπαιζαν την πίστη του και αυτό ήταν για τον ποιητή μας βαθύς πόνος και μαρτύριο. Εκλαιγε ο ποιητής για τον εμπαιγμό του αυτόν, για το ότι οι υβριστές του έλεγαν, «που εστιν ο Θεός σου;» (41,4).

Η ανάγκη του ποιητού να γλυκαθεί στη θλιβερή κατάσταση που βρίσκεται, τον κάνει να σκεφθεί από το παρελθόν ευχάριστες σκηνές, κατά τις οποίες βρισκόταν προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα, στον οίκο του Θεού, εν ώρα θείας λατρείας με ισχυρές ψαλμωδίες (41,5).Σ’ αυτήν την ανάμνηση βρίσκει διέξοδο η ψυχή του ποιητού μας και ανακουφίζεται («εξέχεα επ’ εμέ την ψυχή μου», 41,5). Από την ανάμνηση αυτή γλυκάθηκε και δυναμώθηκε πραγματικά η ψυχή του ποιητού, γι’ αυτό και αποτεινόμενος τώρα στην ψυχή του της λέγει να μην είναι περίλυπη και να μην ταράσσεται, αλλά να ελπίζει στον Κύριο (41,6. 42,5).

3. Αλλά ο ποιητής μας επανέρχεται στην τωρινή πραγματικότητα, αυτή που ζει μακρυά από την Ιερουσαλήμ, κοντά στο Ερμών, κοντά στις πηγές του Ιορδάνου, σε μια περιοχή που λέγεται «όρος μικρό» (41,7). Αυτό τον γεμίζει πόνο, αλλά προσπαθεί να διαλύσει τον πόνο του ενθυμούμενος τον Θεό, γι’ αυτό και λέγει σ’ Αυτόν «μνησθήσομαί σου» (41,7). Ενθυμούμενος δε τον Θεό ο ποιητής μας θα αναπληρώνει κάπως τον πόνο του για το ότι δεν βρίσκεται στον ναό του Θεού στην Ιερουσαλήμ.

Στην περιοχή όπου βρίσκεται τώρα ο ποιητής βλέπει τον Ιορδάνη ποταμό να αναπηδά ορμητικός και να χύνεται ως καταρράκτης. Βλέπει πως το ρεύμα του ποταμού είναι αδιάκοπο, πως ένας όγκος νερού τώρα («άβυσσος») συνοδεύεται αμέσως μετά από κάποιον άλλο όγκο, σαν η μία άβυσσος νερού να «επικαλείται» την άλλη (41,8) και συγχρόνως ακούει τον φοβερό ήχο, που στο έρημο και απόκρημνο εκείνο μέρος ακούγεται από τα νερά του Ιορδάνου, σαν να πέφτει ισχυρός καταρράκτης: «Αβυσσος άβυσσον επικαλείται εις φωνήν των καταρρακτών σου» (41,8). Σ’ αυτήν την εκφραστική εικόνα ο ποιητής μας βλέπει την κατάστασή του. Η μία συμφορά του διαδέχεται την άλλη. Με την εικόνα των υδάτων πολύ συχνά στην Παλαιά Διαθήκη δηλώνονται οι συμφορές του ανθρώπου. Και λέγει λοιπόν ο ποιητής για τον εαυτό του ότι όλες οι συμφορές, σαν μετεωρισμοί της αβύσσου, πέρασαν από πάνω του: «Πάντες οι μετεωρισμοί σου και τα κύματά σου επ’ εμέ διήλθον» (41,8)!

Αλλά ο υμνωδός ημέρα και νύχτα, παρά την τόση του δυστυχία, ελπίζει σταθερά στο έλεος του Θεού. Και απευθύνει προσευχή προς Αυτόν, καλώντας Τον «αντιλήπτορα», βοηθόν του, παρακαλώντας Τον να σπεύσει προς βοήθειάν του (41,9-12).

4. Είπαμε ότι ο ψαλμ. 42 είναι ενωμένος με τον ψαλμ. 41 και έχει το ίδιο θέμα με αυτόν. Ο ποιητής μας στον ψαλμ. 42, ως συνέχεια του ψαλμ. 41, παριστάνει την προσωπική του υπόθεση ως δίκη, που έχει εναντίον των εχθρών του με κριτή τον Ιδιο τον Θεό. Γι᾽ αυτό, λοιπόν, λέγει: «Κρίνον με ο Θεός και δίκασον την δίκην μου εξ έθνους ουχ οσίου» (42,1). Παρακαλεί τον Θεό να δικάσει την υπόθεσή του και να τον δικαιώσει. Το «ουχ όσιον έθνος», το οποίον εχθρεύεται τον ποιητή μας, είναι ο εθνικός κόσμος μεταξύ του οποίου ζούσε, αυτοί που τον ενέπαιζαν για τον Θεό του. Αλλά ο ποιητής μας πιστεύει τον Θεό ως «κραταίωμά» του (42,2) και Τον παρακαλεί να του δώσει τη βοήθειά Του, η οποία θα πιστοποιήσει και θα βεβαιώσει ότι είναι πιστός και αληθινός («φως και την αλήθειάν σου», 42,3), και θα του δώσει την υγεία του, για να πορευθεί στα Ιεροσόλυμα, στο «άγιο όρος και στα σκηνώματα» του Κυρίου (42,3) και να παρουσιαστεί «εις το θυσιαστήριον του Θεού», για να Τον λατρεύσει «εν κιθάρα» (42,4)!