Toυ Αλεξάνδρου Π.Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Οι οικιστικές αυθαιρεσίες που ήλθαν στην επιφάνεια με αφορμή τις πρόσφατες θανατηφόρες πυρκαγιές στο Μάτι της Ραφήνας – ανάλογες ήσαν και εκείνες που δημιούργησαν προ οκταμήνου τα επίσης θανατηφόρα πλημμυρικά φαινόμενα στην Μάνδρα Αττικής – μας δίνουν την ευκαιρία να ασχοληθούμε ακόμη μια φορά με το πρόβλημα της αυθαιρεσίας στην Νεώτερη Ελλάδα. Μιλώ για την μετά-επαναστατική Ελλάδα από το 1821 και εντεύθεν, διότι στην αρχαία Ελλάδα και ιδίως στην Αθήνα η έννοια της αυθαιρεσίας ήταν άγνωστη, όπως μας βεβαιώνει ο Θουκυδίδης δια στόματος του Περικλέους στον Επιτάφιό του. Εάν ληφθεί υπ’ όψη ότι νόμος σημαίνει τάξη και νομιμότητα ευταξία, τότε η αταξία που είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της αυθαιρεσίας είναι σε τελευταία ανάλυση ανομία. Ασέβεια στον νόμο. Την ανομία την απέδιδαν οι αρχαίοι Έλληνες στους βαρβάρους, διότι οι ίδιοι εκαυχώντο για την νομιμοφροσύνη τους διακηρύσσοντας με υπερηφάνεια στον Επιτάφιο: «διά δέος γάρ ού παρανομούμεν» ! Και είναι ασφαλώς γνωστο ότι το «δέος» της αρχαίας ελληνικής γλώσσης  δεν έχει μόνο την έννοια του φόβου, αλλά και την έννοια του σεβασμού. Επομένως «δέος» έναντι του νόμου σημαίνει σεβασμό προς τον νόμο. Αυτός ακριβώς ο σεβασμός απουσιάζει από την ζωή του Νέο-Έλληνα στην διαχρονική πορεία του από την Εθνεγερσία μέχρι σήμερα.

 Δυστυχώς, ο πολιτισμός ημών των Νέο-Ελλήνων δεν είναι «καθαρός», αφού έχει συνυφανθεί με ένα «ρυπογόνο» στοιχείο: τον βαρβαρισμό της ανομίας, η οποία γεννάει  την αυθαιρεσία. Την κάθε είδους αυθαιρεσία. Αυτό βέβαια σαν άκουσμα έρχεται κατ’ αρχάς λίγο βαρύ, τουλάχιστον για εκείνους που πηγαίνουν «με τον σταυρό στο χέρι». Επειδή όμως οι απολύτως νομιμόφρονες πολίτες στην χώρα μας δεν αποτελούν τον κανόνα, όπως όλοι γνωρίζουμε, αλλά την εξαίρεση, ας κοιταχτούμε για λίγο όλοι εμείς οι άλλοι, οι πολλοί του κανόνα, στον «καθρέφτη» της εθνικής μας αυτογνωσίας, για να δούμε, πόση νομιμοφροσύνη και πόσο «βαρβαρισμό» κρύβουμε μέσα μας, ώστε να μπορέσουμε να μετρήσουμε καλύτερα το εύρος της αυθαιρεσίας στη ζωή μας.

Ας αρχίσουμε λοιπόν την δειγματοληπτική αυτοψία της αυθαιρεσίας από ψηλά. Από το «Παλάτι της Νομιμότητας»: το Κοινοβούλιο. Παρακολουθώντας κάποιος τις εργασίες της Βουλής διαπιστώνει με έκπληξη ότι κατά την παραγωγή νομοθετικού έργου οι πρώτοι «δάσκαλοι» της αυθαιρεσίας είναι οι Εθνοπατέρες μας ! Και τούτο, διότι, ενώ το άρ. 74 παρ. 5 του Συντάγματος απαγορεύει ρητά την προσθήκη ασχέτων διατάξεων στο κύριο αντικείμενο κάθε ψηφιζόμενου νόμου, έχει καθιερωθεί ως πάγια κοινοβουλευτική πρακτική η παρεμβολή ετερόκλητων διατάξεων από όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα και τους κατ’ ιδίαν βουλευτές. Ασφαλώς προς ευκαιριακή ικανοποίηση μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων. Στον νόμο για την εξαίρεση από τις περικοπές συντάξεων διατάξεις για την παιδεία. Στον νόμο για την μονιμοποίηση των καθαριστριών του Δημοσίου διατάξεις για την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα κλπ.  Έτσι βιάζεται εν ψυχρώ και κατ’ εξακολούθηση η βούληση του συντακτικού νομοθέτη από εκείνους που έχουν πρωτίστως υποχρέωση να την σέβονται. Ένα απλό ξεφύλλισμα στην τύχη ορισμένων νόμων μπορεί να βεβαιώσει του λόγου το αληθές, καθώς επαναλαμβάνεται στερεότυπα η αυθαιρεσία που αποδοκιμάζει το ίδιο το Σύνταγμα: «Νόμος Χ για το τάδε ζήτημα και άλλες διατάξεις». Αυτές οι τρείς λέξεις «και άλλες διατάξεις», που συναντούμε σε κάθε νόμο, αποτελούν το όχημα της συνταγματικής αυθαιρεσίας. Και είναι, νομίζω, περιττό να τονιστεί εδώ, πόσο επιτείνει το φαινόμενο αυτό την κακονομία που υπάρχει στην Ελλάδα. Είναι δε απορίας άξιον, πώς κανένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν επιχείρησε μέχρι σήμερα να θέσει τέρμα σε αυτό το απαράδεκτο φαινόμενο της κοινοβουλευτικής αυθαιρεσίας αναπέμποντας τους νόμους στην Βουλή, για να αφαιρεθούν από αυτούς οι άσχετες διατάξεις τους.

 Η στρεβλή αυτή κοινοβουλευτική πρακτική εκδηλώνει στην προκειμένη περίπτωση μια αταβιστική παθογένεια, μια παιδική δηλ. αρρώστια που μας έρχεται από το «λίκνο» της πρωτογέννησής μας ως κράτους: την Εθνεγεσία. Η «κούνια» που «γαλούχησε» τον νεώτερο Ελληνισμό ήταν γεμάτη «ιούς» αυθαιρεσίας, που δεν είναι βέβαια κληρονομική «προίκα» της αρχαιότητας, αλλά αποκτήθηκαν κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας. Έτσι, καθώς «μεγαλώναμε» παρουσιάζαμε διαχρονικά – και εξακολουθούμε, δυστυχώς, να παρουσιάζουμε και μετά την «ενηλικίωση» μας, 200 τόσα χρόνια από τότε – τις αντίστοιχες «ιώσεις» της αυθαιρεσίας. Την λογική της ασέβειας προς το Σύνταγμα, με την οποία λειτουργούσαν οι αξιωματούχοι εκείνης της μπαρουτοκαπνισμένης εποχής, την «αντικατοπτρίζει» πολύ χαρακτηριστικά ένας σατυρικός στίχος του Σούτσου που αποδίδει την απάντηση κάποιου μέλους του Εκτελεστικού σε παρατήρηση ενός αγωνιστή της Εθνεγερσίας, γιατί δεν εφαρμόζεται το Σύνταγμα: «Το Σύνταγμά μας, κύριε; Το Σύνταγμα, άς χορεύει. Μήπως τό υπανδρευθήκαμεν, είς τί μάς χρησιμεύει»; [αξίζει να θυμηθούμε εδώ ότι στα επαναστατικά χρόνια ίσχυσαν διαδοχικά τρια Συντάγματα: το Σύνταγμα της Επιδαύρου (1822), το Σύνταγμα του Άστρους  (1823) και το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827)].

 Οι κυβερνώντες λοιπόν, αλλά και οι αντιπολιτευόμενοι Εθνοπατέρες μας, πριν κατεβάσουν τις μπουντόζες για την όψιμη κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων που είχαν ανεχθεί ή νομιμοποιήσει προηγουμένως, πρέπει πρωτίστως να τις βάλουν να «γκρεμίσουν» άμεσα την αυθαίρετη και αντισυνταγματική πρακτική που έχουν διαμορφώσει κατά την παραγωγή του νομοθετικού έργου. Δάσκαλος της νομιμότητας που παρανομεί δεν εμπνέει τους  πολίτες στον σεβασμό του νόμου, αλλά αντιθέτως τους ωθεί με το παράδειγμά του στην αυθαιρεσία.

Περνώντας τώρα στην καθημερινότητα ημών των κοινών θνητών, δεν θα δυσκολευτούμε να διαπιστώσουμε την αυθαιρεσία στην ζωή μας, καθώς  σκοντάφτουμε επάνω σε αυτήν σε κάθε μας βήμα. Αρκεί μόνο να ρίξει κάποιος ενδεικτικά μια ματιά στην σχετική με την οδική κυκλοφορία συμπεριφορά μας. Και δεν εννοώ εδώ να ψάξουμε να βρούμε, πόσοι δεν παραβαίνουν τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αλλά πόσοι ενσυνείδητα συμμορφώνονται προς αυτές. Πολλοί από μας, εάν δεν διαπράττουμε κάποια τροχαία παράβαση, αυτό οφείλεται συνήθως στον φόβο του χωροφύλακα που επιβάλλει κυρώσεις: κόβει κλήσεις με χρηματικά πρόστιμα, αφαιρεί άδειες κυκλοφορίας ή διπλώματα οδήγησης, κάποιες φορές μάλιστα σηκώνει και τα αυτοκίνητα με γερανούς. Αξία όμως δεν έχει η εξαναγκασμένη συμμόρφωση προς την νομιμότητα, που ενδέχεται σε κάποια «χαραμάδα» της να σου βγάλει την αυθαιρεσία, αλλά η από πεποίθηση νομιμόφρων συμπεριφορά, η οποία είναι απολύτως στεγανή έναντι της αυθαιρεσίας. Όσο για την οικιστική αυθαιρεσία, που εκδηλώνεται σε καταπατημένες δασικές ή άλλες εκτάσεις του Δημοσίου αυτή είναι απλά η «κορυφή του παγόβουνου», που την βλέπουμε βέβαια συνεχώς, αλλά αποφασίζουμε να ασχοληθούμε μαζί της – πολλές φορές για λόγους εντυπώσεων – μόνον, όταν μας αναγκάζει να θρηνήσουμε θύματα, όπως συνέβη πρόσφατα στο Μάτι της Ραφήνας και πριν από λίγους μήνες στην Μάνδρα της Αττικής. Έτσι κάπως φτάσαμε σήμερα στο σημείο να μετράμε γενιές αυθαιρέτων ! Νόμοι για την καταπολέμηση της αυθαίρετης δόμησης υπήρχαν ανέκαθεν. Ωστόσο η άρνησή μας να τους εφαρμόσουμε, συνήθως για ψηφοθηρικούς λόγους, εξέθρεψε το «τέρας» της αυθαίρετης δόμησης.  

Εάν θέλουμε λοιπόν να εκλείψει η αυθαιρεσία από την ζωή μας, οφείλουμε όλοι, άρχοντες και αρχόμενοι, να «επανεντροχιάσουμε» την συμπεριφορά μας στις «ράγες» της νομιμότητας, ώστε να κινείται σταθερά και απαρέγκλιτα σε αυτές, όπως γίνεται με όλους τους συρμούς. Έτσι μόνο θα απελευθερωθούμε αληθινά από την «τουρκιά» που κουβαλάμε ακόμη μέσα μας, παρά την εθνική μας ανεξαρτησία επί δύο περίπου αιώνες, για να φτιάξουμε, όψιμα έστω, ένα ευνομούμενο κράτος, αντάξιο στο σημείο αυτό των προγόνων μας. Και τότε ίσως μπορέσουμε να διορθώσουμε πολλές από τις στρεβλώσεις, που ευθύνονται για την σημερινή μας κατάντια, και είναι συμφυείς προς την ανομία που διέπει την ζωή μας.