Αρχική » Η θεωρία της ήσσονος προσπάθειας

Η θεωρία της ήσσονος προσπάθειας

από kivotos

Tης Εύας Μαριανού, ιατρού, απόφοιτης κατηχήτριας της Αποστολικής Διακονίας

 

Η νέα τάξη πραγμάτων, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, επιθυμεί να προωθήσει μια πανθρησκεία, στην οποία ο Θεός μεν παρουσιάζεται απρόσωπος, ο δε άνθρωπος παρουσιάζεται ως κεντρικός πρωταγωνιστής της υπόθεσης. Έτσι, όλο και συχνότερα ακούμε θεωρίες για έναν Θεό που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια απρόσωπη «ανώτερη δύναμη», για τη δυνατότητα της αυτοθέωσης και αυτοσωτηρίας, για μια θεϊκή αγάπη χωρίς πνευματικούς όρους και κριτήρια. Αυτό το τελευταίο μαζί με την αποστροφή προς τη χριστιανική άσκηση και τον πνευματικό αγώνα φαίνεται να κερδίζει έδαφος ανάμεσα στους σύγχρονους Χριστιανούς. Πρόκειται, όμως, για μια μεγάλη πνευματική παγίδα, αφού από τη διδασκαλία του Χριστού αλλά και των Πατέρων δεν προκύπτει καμία θεωρία «αυτόματης σωτηρίας» που βασίζεται απλώς και μόνο στην αγάπη του Θεού προς το δημιούργημά Του. Αντίθετα, απαιτείται συνέργεια Θεού και ανθρώπου και βούληση από τη μεριά μας να διορθώσουμε τη μεταπτωτική μας κατάσταση ώστε να γίνουμε κατά χάριν θεοί.

Ο Θεός ως δημιουργός μας φυσικά και μας αγαπάει απεριόριστα. Αυτή η χωρίς τέλος αγάπη Του για εμάς έγινε η αιτία της ενσαρκώσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και της θυσίας Του, ώστε να εξαγοραστούμε με το πιο ακριβό τίμημα, δηλ. το άγιο αίμα Του. «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. 3, 16).

Αυτή η ίδια αγάπη μάς προσκαλεί συνεχώς εδώ και 2.000 χρόνια στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας για να ενωθούμε μαζί Του και να κερδίσουμε την αιώνια ζωή. «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ήμερα» (Ιω. 6, 54).

Όσο, όμως, κι αν πρόκειται για μια απεριόριστη αγάπη, αυτή δεν είναι απροϋπόθετη. Οι προϋποθέσεις είναι οι εντολές του Θεού. «Όποιος έχει τις εντολές μου και τις τηρεί, εκείνος είναι που με αγαπά. Και εκείνος που με αγαπά θα αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του εμφανίσω τον εαυτό μου» (Ιω. 14, 21).

Η πρώτη και σημαντικότερη εντολή μάς έρχεται ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. Αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή» (Ματθ. 22, 36-38). Αυτός ο Θεός που πρέπει να αγαπήσουμε έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Είναι ο Τριαδικός Θεός, ο Πατέρας Παντοκρατορας, «ποιητής ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων», ο Υιός «μονογενής, δι’ ου τα πάντα εγένετο» και το Άγιο Πνεύμα «το εκ του πατρός εκπορευόμενον, το συν πατρί και υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον». Αφού, λοιπόν, πρόκειται για προσωπικό Θεό, άρα και η σχέση μας μαζί Του είναι προσωπική και μοναδική. Επίσης, είναι σχέση εξωστρεφής και περνά μέσα από τη σχέση με τον συνάνθρωπο. Ο Θεός θέλει τα δημιουργήματά Του να αγαπιούνται, όπως κάθε πατέρας θέλει να αγαπιούνται τα παιδιά του. «Δευτέρα δε ομοία αυτή (εντολή): “Αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν”» (Ματθ. 22, 39-40). O Θεός δεν θέλει απλώς να έχουμε καλές σχέσεις με τον πλησίον, να είμαστε αλληλέγγυοι στα προβλήματά του, αλλά να τον αγαπάμε όπως τον ίδιο μας τον εαυτό, με θυσιαστική διάθεση και πνεύμα. Αντίθετα, στην παγκοσμιοποιημένη νέα θρησκεία, όπου προωθείται η κοινωνική ευγένεια , το «εγώ» παραμένει στο κέντρο του τρόπου ζωής του ατόμου, η κοινωνία με τον συνάνθρωπο αλλοιώνεται και η ενορία αποδομείται.

Ο Θεός μας αγαπά όπως είμαστε, μας δέχεται όπως είμαστε, αλλά μας σώζει όταν πια δεν είμαστε οι ίδιοι, όταν, δηλαδή, η ειλικρινής μετάνοια γεφυρώσει τη μεταξύ μας απόσταση και ελκύσει τη Θεία Χάρη

Άλλη σημαντική παράμετρος για τη σωτηρία μας είναι ο σταυρός. Όχι μόνο ως σύμβολο της θείας θυσίας, αλλά και ως τρόπος ζωής – και ζωή με σταυρό σημαίνει συνειδητή άρνηση της αμαρτίας. Όχι αναμαρτησία, αυτό δεν είναι δυνατό για κανέναν, αλλά αγώνα για να κρατηθούμε μακριά από αυτήν, ειδικά σε μια εποχή που η ανομία θριαμβεύει και η διαστροφή νομιμοποιείται, πρώτα στη συνείδηση των ανθρώπων και στη συνέχεια στο Αστικό και Ποινικό Δίκαιο. Ούτε, όμως, και οι εκκλησιαστικές δομές μένουν στο απυρόβλητο. Έτσι, ακούμε όλο και πιο συχνά για χειροτονίες γυναικών, ομοφυλόφιλων ιερέων, περιστατικά παιδεραστίας, που, ασχέτως με το αν συμβαίνουν σε εκτός Ορθόδοξης πίστης εκκλησίες, δεν παύουν να ενισχύουν την παραφιλολογία της αόριστης θεϊκής αγάπης που δήθεν δεν δίνει σημασία σε λεπτομέρειες και μας σώζει όπως είμαστε. Νομίζω πως αξίζει να υπογραμμίσουμε εδώ μια πολύ σημαντική διαφορά με τα Ορθόδοξα «πιστεύω». Ο Θεός μας αγαπά όπως είμαστε, μας δέχεται όπως είμαστε, αλλά μας σώζει όταν πια δεν είμαστε οι ίδιοι, όταν, δηλαδή, η ειλικρινής μετάνοια γεφυρώσει τη μεταξύ μας απόσταση και ελκύσει τη Θεία Χάρη. Ο Κύριος είναι γρήγορος στη συγχώρηση και αργός στην τιμωρία. Ας μην απελπιζόμαστε για τη σωτηρία μας, αλλά κι ας μην εφησυχάζουμε και πλανηθούμε. Τηρώντας τις εντολές και εφαρμόζοντας την έμπρακτη μετάνοια, με εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, θα αξιωθούμε της Βασιλείας των Ουρανών «εν Χριστώ Ιησού, ω εστίν η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων».

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ