Toυ Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία

Πάντα τα έθνη 2 κροτήσατε χείρας, αλαλάξατε τω Θεώ εν φωνή αγαλλιάσεως. 3 ότι Κύριος ύψιστος, φοβερός, βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην. 4 υπέταξε λαούς ημίν και έθνη υπό τους πόδας ημών· 5 εξελέξατο ημίν την κληρονομίαν αυτού, την καλλονήν Ιακώβ, ην ηγάπησεν (διάψαλμα). 6 ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμώ, Κύριος εν φωνή σάλπιγγος. 7 ψάλατε τω Θεώ ημών, ψάλατε, ψάλατε τω βασιλεί ημών, ψάλατε, 8 ότι βασιλεύς πάσης της γης ο Θεός, ψάλατε συνετώς. 9 εβασίλευσεν ο Θεός επί τα έθνη, ο Θεός κάθηται επί θρόνου αγίου αυτού. 10 άρχοντες λαών συνήχθησαν μετά του Θεού Αβραάμ, ότι του Θεού οι κραταιοί της γης σφόδρα επήρθησαν.

1. Ο μικρός και ωραιότατος αυτός ψαλμός αναφέρεται στην επικράτηση της βασιλείας κατά την εσχατολογική εποχή. Οι εικόνες και εκφράσεις του ψαλμού είναι παρμένες από την εγκαθίδρυση του επιγείου βασιλέως στον βασιλικό του θρόνο.

Ο ποιητής μας καλεί από την αρχή όλα τα έθνη για να ζητωκραυγάσουν και να αλαλάξουν από χαρά δοξάζοντας τον Θεό για την αναγνώρισή Του και ανακήρυξή Του ως παγκοσμίου βασιλέως (στιχ. 2). Αυτό γινόταν και κατά την εγκατάσταση του Ιουδαίου βασιλέως στον θρόνο του. Συγκεντρώνονταν όλοι οι άρχοντες και τον ζητωκραύγαζαν και τον επευφημούσαν (βλ. Δ’ Βασ. 11,12. Ψαλμ. 97,8). Και βεβαίως ο Θεός πρέπει να ανακηρυχθεί παγκόσμιος βασιλεύς και να τιμάται από όλους, γιατί είναι «ύψιστος», «φοβερός», «βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην» (στιχ. 3)!

Πράγματι ο Θεός κατετρόπωσε όλα τα έθνη και τα υπέταξε στον Ισραήλ (στιχ. 4). Ναί! Αποτέλεσμα της καθυποτάξεως αυτής πάντων των εθνών είναι ότι ο Θεός «επλάτυνε την κληρονομία Του», όπως λέγει το Εβρ. (στιχ. 5). Και αναφέρεται πάλι ο ποιητής μας στη μεγαλειότητα του Θεού στον θρόνο Του με αλαλαγμούς και σάλπιγγες λέγοντας: «Ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμώ, Κύριος εν φωνή σάλπιγγος» (στιχ. 6). Προτρέποντας ο ποιητής μας τον λαό να ψάλει άσματα στον Θεό (στιχ. 7), λέγει τώρα να ψάλουν και το «μασκείλ» (οι Ο’ μετέφρασαν «συνετώς»), ένα ειδικό άσμα, δηλαδή, που διαλαλεί ισχυρά τη δόξα του Θεού.

Στο τέλος του ψαλμού του ο ποιητής μας λέγει αυτό που του κάνει μεγαλύτερη εντύπωση, ότι οι άρχοντες των λαών των διαφόρων εθνών μετεστράφησαν κατά τη θρησκεία τους και δέχθηκαν τον Θεό του Αβραάμ (στιχ. 10). Και για τελευταία φορά ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να βεβαιώσει την απόλυτη εξουσία του Θεού στους κραταιούς της γης, οι οποίοι παριστάνονται ότι ανήκουν στην εξουσία Του.