Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

Η παραβολή του Σπορέως, που διαβάζεται κάθε χρόνο τέτοια εποχή στις Εκκλησίες, σηματοδοτεί την έναρξη της λειτουργίας των Κατηχητικών Σχολείων. Με τον τρόπο αυτό έχουμε μια ευθυγράμμιση της εν λόγω παραβολής όχι μόνο με τη φυσική σπορά που επιτελούν αυτή την περίοδο οι αγρότες στα χωράφια τους, αλλά και με τη μεταφορική «σπορά» που καλείται να πραγματοποιήσει η Εκκλησία στους πνευματικούς «αγρούς» της, για να «καλλιεργήσει» σωστά το «γεώργιον» του Χριστού. Παραμελημένους αγρούς γεμάτους αγριάδες και ξερόχορτα μπορεί να συναντήσει κάποιος πολλούς στη φύση, διότι έπαψαν να ασχολούνται για διάφορους λόγους εκείνοι που τους φρόντιζαν προηγουμένως. Τέτοιους όμως χέρσους «αγρούς», όσο κι αν ψάξει κανείς, δεν θα τους βρει πουθενά στους κόλπους της Εκκλησίας, διότι είναι ασύμβατοι με την αποστολή της. Εκκλησία με «ακαλλιέργητους» πνευματικούς «αγρούς» είναι νεκρή Εκκλησία, που δεν έχει καμιά σχέση με την ευκληματούσα «Αμπελο» του Κυρίου, στην οποία τα ξερά «κλήματα» κόβονται και ρίχνονται στη φωτιά για να καούν, αφού ο Χριστός είναι Θεός ζώντων και όχι νεκρών.

Από τους πολλούς «αγρούς» που «καλλιεργεί» πνευματικά η Εκκλησία ξεχωριστή σπουδαιότητα έχει ένας «αγρός», τον οποίο «καλλιεργεί» παράλληλα και η Πολιτεία, διότι προσφέρεται για «πολυκαλλιέργειες». Είναι ο «αγρός» της νεολαίας, που έχει πολύ «αφράτο» και συνεπώς ιδιαίτερα «γόνιμο» «έδαφος». Αρκεί ο «σπόρος» που ρίχνει κάποιος επάνω σε αυτόν να είναι «μεστός» και όχι «κούφιος». Την «καλλιέργεια» αυτού του «αγρού» την έχει αναθέσει η Εκκλησία στο Κατηχητικό Σχολείο, που καλείται να «σπείρει» τον Λόγο του Θεού στις τρυφερές καρδιές των παιδιών. Να τα διδάξει αυτά που δεν θέλει να τους μάθει η Πολιτεία, διότι αποβλέπει σε άλλες διδαχές ή δεν μπορεί να τους τα μεταδώσει, όπως πρέπει η χριστιανική οικογένεια, μέσα στην οποία μεγαλώνουν. Εργο του Κατηχητικού είναι να μιλήσει στα χριστιανόπουλα με λόγια απλά και κατανοητά για τη μοναδικότητα που έχει στη  ζωή μας ο Χριστός. Να τα πάρει από το χέρι και να τους δείξει όλα τα Μυστήρια που Τον περιβάλλουν: Το Μυστήριο της Ενανθρωπίσεως του Υιού του Θεού, που μας εξηγεί, γιατί ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος και γιατί, αφού αποφάσισε να κατεβεί στη γη, δεν ήλθε με συνοδεία Αγγέλων και με τη δόξα της Θεϊκής Του Λάμψης, αλλά δέχθηκε να γεννηθεί σε μια φτωχική και ταπεινή Φάτνη. Να τα εισαγάγει ύστερα στο Σταυρό-Αναστάσιμο Μυστήριο που επισφραγίζει το Θείον Πάθος και μας δείχνει τον Χριστό να πεθαίνει επάνω στον Σταυρό ως Ανθρωπος, αλλά να ανασταίνεται μετά από τρεις ημέρες ως Θεός, όπως ακριβώς είχε προαναγγείλει στους Μαθητές και στους ακροατές των λόγων Του.

Για να έχει όμως απήχηση στην ευφάνταστη σκέψη των παιδιών η διδαχή του Κατηχητικού, πρώτιστο καθήκον αυτού είναι να πείσει τα παιδιά, που έχουν γαλουχηθεί με τα παραμύθια, ότι η Βασιλεία του Θεού, την οποία αποκάλυψε ο Χριστός στον κόσμο, δεν είναι παραμύθι σαν όλα εκείνα που άκουγαν, όταν ήσαν ακόμη νήπια. Το πέρασμα του Χριστού από τη γη είναι μια αληθινή ιστορική εμπειρία, που δεν τη βεβαιώνουν μόνο τα Ευαγγέλια των Μαθητών Του, αλλά και οι ακροατές των Λόγων Του, οι οποίοι δια της παραδόσεως μεταφέρουν από γενεά σε γενεά όσα είδαν ως αυτόπτες και άκουσαν ως αυτήκοοι μάρτυρες, αφού ο Χριστός έζησε ανάμεσά τους, κήρυξε το Ευαγγέλιό Του στους ανθρώπους και έδειξε τη θαυματουργό Του δύναμη που διέθετε ως Θεός. Τα Πάθη και η Σταυρική Του Θυσία δεν είναι απλά μια σκληρή και άδικη τιμωρία ενός αθώου από κάποιους κακούς ανθρώπους ενός εφιαλτικού μύθου. Ούτε η Ανάστασή Του έργο κάποιας καλής μάγισσας που συμπόνεσε τον Χριστό και θέλησε να τον επαναφέρει στη ζωή. Ολα όσα υπέστη ο Χριστός είναι τμήματα του σχεδίου της Θείας Οικονομίας, το οποίο  εκτελούσε ο Ιδιος, αφού δέχθηκε να μας λυτρώσει από το προπατορικό αμάρτημα, να φορτωθεί τις δικές μας αμαρτίες, να πεθάνει για μας επάνω στον Σταυρό και με την Ανάστασή Του να σπάσει τα δεσμά του θανάτου που μέχρι τότε τον φοβόμασταν όλοι. Ανεβαίνοντας δε με την Ανάληψή Του στους Ουρανούς, μας έδειξε πού είναι ο Θρόνος Του και πώς μπορούμε να φτάσουμε σε αυτόν.

Μέσα από τη διδαχή του Λόγου του Χριστού, αρχικά στα μικρά παιδιά και ύστερα στους εφήβους, το Κατηχητικό Σχολείο δεν θέλει να μεταδώσει στους μαθητές του μια απλή θρησκευτική πίστη στον Χριστό. Θέλει να «σπείρει» και στη συνέχεια να «βοτανίσει» μέσα στις ψυχές τους τον Λόγο του Ευαγγελίου, που έφερε στον κόσμο ο Χριστός. Να πείσει τα παιδιά να κάνουν τον Χριστό βίωμα στη ζωή τους και τον Σταυρό Του, είτε τον φορούν στο στήθος είτε τον έχουν «χαραγμένο» στην καρδιά τους, να τον χρησιμοποιούν ως «ταυτότητα» στις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους, γνωρίζοντας ότι ανάλογα με τη χρήση αυτής της «ταυτότητας» θα γίνονται αφορμή να δοξάζεται ή να βλασφημείται το όνομα του Θεού. Θα τους δείξει ακόμη το Κατηχητικό Σχολείο ότι η αληθινή αγάπη προς τον Θεό δεν εκδηλώνεται μόνο με τις προσευχές και τις άλλες πράξεις λατρείας, αλλά πρωτίστως με την έμπρακτη αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας, έτσι ώστε να μη μπορούμε να καυχηθούμε ότι αγαπούμε τον Θεό, εάν έχουμε μίσος ή έχθρα στην ψυχή μας για κάποιους συνανθρώπους μας. Για να «καρπίσει» ο Λόγος του Θεού στις ψυχές των παιδιών, πρέπει το Κατηχητικό μετά τη «σπορά» να κάνει σωστά το «βοτάνισμα» αφαιρώντας από τον «αγρό» τα «ζιζάνια» που τον «πνίγουν». Ιδιαίτερη χρησιμότητα στο έργο του Κατηχητικού Σχολείου έχει η ανυπέρβλητη παιδαγωγική του Παύλου, με την οποία ο Μέγας αυτός Κήρυκας του Ευαγγελίου έχει «χαρτογραφήσει» όλες τις «διαδρομές» της ζωής μας.

Με όλα αυτά γίνεται, νομίζω, φανερό ότι το Κατηχητικό Σχολείο είναι εξαιρετικά χρήσιμο, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, διότι εκπληρώνει την πολύ σπουδαία αποστολή να φτιάχνει σωστούς κοινωνούς. Δεν είναι μόνο «φυτώριο» θεογνωσίας. Είναι επί πλέον Σχολείο αγωγής και ήθους για τους μαθητές των πρώτων τουλάχιστον βαθμίδων της εκπαίδευσης, αφού προσφέρει σε αυτούς εκείνο ακριβώς που τους στερεί η Πολιτεία, η οποία με τα εκπαιδευτικά της προγράμματα έχει ρίξει όλο το βάρος στα γνωστικά γράμματα και έχει παραμελήσει εντελώς το ζήτημα της ηθικής και πολιτικής αγωγής των παιδιών στα σχολεία. Στο έργο του Κατηχητικού Σχολείου πρέπει να προσβλέπει με εμπιστοσύνη η παραδοσιακή οικογένεια, η δε Εκκλησία να φροντίζει να συντηρεί αυτή την εμπιστοσύνη επιλέγοντας με  σχολαστικότητα και ιδιαίτερη προσοχή εκείνους, στους οποίους αναθέτει το λειτούργημα του κατηχητή.