Του Χρήστου Λευκαδίτη

H επιστροφή των κειμηλίων, τα οποία πριν από περίπου 100 χρόνια έκλεψαν οι Βούλγαροι από μονές της Βορείου Ελλάδος και κυρίως από την Παναγία της Εικοσιφοίνισσα της Δράμας, επανέρχονται στο προσκήνιο, μετά από απόφαση και του πρωθυπουργού, ο οποίος συζήτησε το θέμα με τον υφυπουργό Εξωτερικών κ. Μάρκο Μπόλαρη.

Ο κ. Μπόλαρης, άριστος γνώστης του θέματος, ενημέρωσε τον κ. Τσίπρα για όλες τις πτυχές του ζητήματος, το οποίο έχει απασχολήσει τις δύο χώρες, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά και το Ευρωκοινοβούλιο.

Σήμερα η Βουλγαρία δεν παραδέχεται οτι έχει όλα τα κειμήλια τα οποία εκλάπησαν, ωστόσο υπάρχουν πολλά περιθώρια διεκδίκησης, καθώς έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για επανέναρξη ουσιαστικών συζητήσεων. Και παλιότερα είχαν γίνει συζητήσεις χωρίς όμως αποτέλεσμα αφού, εκτός των άλλων, οι Βούλγαροι ζητούσαν να τους αποδοθούν τα οστά το βασιλιά  τους Συμεών, που φυλάσσονται στο Βυζαντινό μουσείο της Θεσσαλονίκης.

Το θέμα των κειμηλίων εκτός των Ελλήνων αρχιερέων και πολιτικών είχε θέσει και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος κατά την επίσκεψή του στη Βουλγαρία το 2015, γεγονός που προκάλεσε τότε την αντίδραση της πολιτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας της γειτονικής χώρας. Τις λεπτομέρειες του ζητήματος γνωστοποίησε στον πρωθυπουργό ο κ. Μάρκος Μπόλαρης και αυτό που μένει είναι να  γίνει η κατάλληλη προετοιμασία για τη διεκδίκηση και επιστροφή των κειμηλίων.

Η μεγάλη κλοπή

Οι Βούλγαροι κατά την πρώτη δεκαετία του 20αιώνα κινήθηκαν βάσει σχεδίου, εστιάζοντας κυρίως στις ιστορικές μονές Εικοσιφοινίσσης στη Δράμα και Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες. Τότε είχαν αρπάξει σπάνια χειρόγραφα και κειμήλια, τα οποία σήμερα φυλάσσονται σε πυρηνικό καταφύγιο στη Σόφια, που ανήκει στο Ιδρυμα Σλαβοβυζαντινών Μελετών «Ιβάν Ντούιτσεφ» (χειρόγραφα) και στο εθνολογικό μουσείο της Σόφιας (κειμήλια).

Από το 1975 και μετά, η ελληνική πλευρά άρχισε να αναζητά τρόπους να τα φέρει στην Ελλάδα, για να φτάσουμε σήμερα οι δήμοι της περιοχής, οι μονές και οι μητροπόλεις, αλλά και επιστήμονες κυρίως από τις Σέρρες να έχουν κάνει αρκετά βήματα, με τους Βούλγαρους αυτή τη φορά να μην ισχυρίζονται ότι «δεν γνωρίζουν κάτι», αλλά να είναι διατεθειμένοι να ανταλλάξουν τα κλεμμένα χειρόγραφα και τα κειμήλια με τα οστά του βασιλιά τους Συμεών, που βρίσκονται στο Βυζαντινό Μουσείο της Θεσσαλονίκης -οστά τα οποία είχαν ανακαλύψει σε ανασκαφές που είχαν γίνει στον Αγιο Αχίλλειο στις Πρέσπες.

Σημαντική στην αναζήτηση λύσης είναι η συμβολή της κίνησης Ε.Μ.Ε.Ι.Σ - Εταιρεία Μελέτης και Ερευνας Ιστορίας Σερρών, η οποία προσπαθεί χωρίς «κραυγές» να τεκμηριώσει τις ελληνικές θέσεις. Εκτός της κίνησης, οι μητροπολίτες Σερρών Θεολόγος, Δράμας Διονύσιος και Ξάνθης Παντελεήμων έχουν αναλάβει κατά καιρούς πρωτοβουλίες για να αναδείξουν το θέμα, χωρίς ωστόσο σημαντικά αποτελέσματα.

Από τη σύληση έως τη διεκδίκηση

Κατά την πρώτη δεκαετία του 1900 οι Βούλγαροι, σε μια προσπάθεια να αποδείξουν ότι η Μακεδονία είναι δικό τους έδαφος, έστειλαν βάσει σχεδίου στα πατριαρχικά -σταυροπηγιακά μοναστήρια τον φερόμενο ως βυζαντινολόγο Αυστριακό Βλαδίμηρο Σις, ο οποίος κινούνταν με τσεχικό διαβατήριο και κατάφερε να συγκεντρώσει πολλά στοιχεία για τους θησαυρούς που βρίσκονταν στις Μονές Τιμίου Προδρόμου και Εικοσιφοινίσσης. Το 1916 Βούλγαροι στρατιώτες άρπαξαν σπάνια χειρόγραφα και κειμήλια, τα οποία μετέφεραν στη Σόφια. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση μοναχών της Εικοσιφοινίσσης, σύμφωνα με την οποία οι Βούλγαροι φόρτωσαν τους θησαυρούς σε 18 μουλάρια!

 

Εικόνα (φωτό 1) της Παναγίας Οδηγήτριας της Ιεράς Μονής Εικοσιφοινίσσης, από τα κειμήλια που συλήθηκαν από τους Βούλγαρους κατακτητές.

Kειμήλια της Ιεράς Μονής Εικοσιφοινίσσης που συλήθηκαν από τους Βούλγαρους (φωτό 2). 

 

Το χρονολόγιο της φρίκης

Η χρονολογική έκθεση για τα «μαρτύρια των πατέρων της Μονής Εικοσιφοινίσσης» και τη σύλησή της από τους Βούλγαρους, η οποία συντάχτηκε το 1916, αποτυπώνει με απόλυτη σαφήνεια όσα συνέβησαν εκείνη την περίοδο στη Μακεδονία.

1916

1 Αυγούστου. Ο βουλγαρικός Στρατός φτάνει στη Δράμα. Πολλές οικογένειες φτάνουν στην Εικοσιφοίνισσα. 9 Αυγούστου. Το Παγγαίο γεμίζει από γυναικόπαιδα, τα οποία αναζητούν ασφάλεια. 11 Αυγούστου. Λόχος του τουρκικού στρατού, που έχει αναμίχθεί με ατάκτους, περικυκλώνει το χωριό Νικήσιανη και προχωρά σε ωμότητες, «πράξαντες πάντα τα όργια».

1917

27 Μαρτίου. Την ημέρα εκείνη φτάνουν στη μονή ο οπλαρχηγός ληστής Πανίτσας με κομιτατζήδες. Μαζί του και ο Αυστριακός στην καταγωγή αρχαιολόγος Βλαδίμηρος Σις, ο οποίος ήταν γνωστός και ως τυμβωρύχος των αρχαίων μνημείων στους Φιλίππους την περίοδο 1916-1917. Το απόσπασμα των ατάκτων αρχίζει να βασανίζει τους μοναχούς, ενώ βάζει στην αυλή να καούν βιβλία και ενδύματα. Σύμφωνα με το σχέδιο των κομιτατζήδων, η φωτιά μπαίνει για να νομίζουν οι μοναχοί ότι όλα κάηκαν και, έτσι, με την ησυχία τους να φορτώσουν όλα τα κειμήλια, τα χειρόγραφα, τα άμφια, τα λείψανα, τις εικόνες και ό,τι άλλο βρουν.

Αναφέρεται στην έκθεση: «Πάντα ταύτα εφορτώθησαν εις 18 ημιόνους και μετεφέρθησαν εις Δράμαν. Την ιστορικήν αξίαν αυτών ουδείς θα δυνηθή να περιγράψει...». Και, αφού πέρασε η πρώτη μπόρα, όπως αναφέρεται, στις 23 Ιουνίου «Βούλγαροι στρατιώται μετά του επί κεφαλής αυτών αξιωματικού ήλθον εις την μονήν, απήγαγον και εξώρισαν ημάς πάντας ανεξαιρέτως (τινές ημών ασθενείς, άλλοι ενενηκοντούντεις), απαγορεύσαντες ρητώς να συναποκομίσωμεν τι εκ της μονής, ει μη ασπρόρουχα έως πέντε οκάδων βάρους. Την επαύριον, λίαν πρωί, μετά την Θείαν Λειτουργίαν, ωδηγήθημεν εις Δράμαν. Την αυτήν ημέραν συναπεκόμισαν εις Δράμαν άπαντα τα κτήνη, κατόπιν δε άπασαν την υπολειφθείσαν περιουσίαν της μονής, κατερημώσαντες αυτήν».

1918

10 Οκτωβρίου. Οι μοναχοί στην έκθεσή τους για τα γεγονότα, την οποία κοινοποιούν στην τότε κυβέρνηση, αναφέρουν: «Επεστρέψαμεν άπαντες οι εξορισθέντες μοναχοί πλην ιεροδιακόνου Χατζηδορωθέου, αποθανόντος εν τη εξορία εν ηλικία 88 ετών. Εύρομεν την μονήν έρημον παντός. Ευρέθησαν δι’ εντός αυτής άγρια αιμοβόρα ζώα και τα άγρια χόρτα της αυλής εδήλουν την ερήμωσιν της μονής. Νυν δε η Ελληνική ημών σεβαστή κυβέρνησις η πανσθενής δύναται να εξακριβώση το τοιούτον, την σύλλησιν δηλ. και ερήμωσιν της μονής, να συλλάβη τους δράστας και ν’ ανεύρη τα κλαπέντα».

Η πρώτη απόπειρα για τον εντοπισμό των κλαπέντων

Το 1923, στο πλαίσιο της Συνθήκης Νεϊγύ, στάλθηκε στη Βουλγαρία ο καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας και διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, Γεώργιος Σωτηρίου, για να παραλάβει τα κλαπέντα κειμήλια, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο ίδιος αργότερα, το 1934, σε επιστολή του προς το ηγουμενοσυμβούλιο της μονής, γράφει ότι τα μοναστήρια δεν έδωσαν τότε καταλόγους των κλαπέντων και ότι ο ίδιος και οι συνεργάτες του συνέταξαν πρόχειρους καταλόγους από δημοσιεύματα «οίτινες, όπως λένε κατέστησαν ανωφελείς, καθ’ όσον οι Βούλγαροι είχαν συσκευάσει εις κιβώτια τα προωρισμένα, συμφώνως προς τη συνθήκη Νεϊγύ, ν’ αποδοθώσιν εις την Ελλάδα κειμήλια και ταύτα άνευ καταλόγων. Εν Βουλγαρία ηναγκάσθημεν μετά του πρεσβευτού κ. Ραφαήλ να παραλάβωμεν τα κειμήλια ως είχον, αι ιδιωτικαί ημών έρευναι εις Σόφιαν εις ουδέν απέληξαν. Κατά την εν Αθήναις διαλογήν των κειμηλίων τούτων είδομεν ότι πάντα τα παραδοθέντα προήρχοντο εκ της Μονής του Τιμίου Προδρόμου, ήτοι τριακόσιοι περίπου χειρόγραφοι κώδικες...».

«...Οσον αφορά εις την ημετέραν μονήν εγένοντο ενέργειαι περί των κειμηλίων αυτής παρά τη τσεχοσλοβακική κυβερνήσει υπό του υπουργείου Εξωτερικών διά της εν Πράγα Ελληνικής Πρεσβείας καθ’ οσον επληροφορήθημεν ότι ο αυστριακός Βλαδίμηρος Σις είχεν αποκρύψει τα κειμήλια της Μονής δι’ ίδιον λογαριασμόν. Η εκείθεν δε επίσημος απάντησις διά του υπ’ αριθμ’ 10519 της 23ης Οκτωβρίου 1923 εγγράφου του υπουργείου Εξωτερικών, διαβιβάζοντος ενέργειαν της εν Πράγα αστυνομίας, ήτο ότι η Βιβλιοθήκη της μονής Εικοσιφοινίσσης κατεστράφη υπό ατάκτων Τούρκων και, επομένως, ότι δεν παρελήφθησαν εκείθεν χειρόγραφα και κειμήλια».

Ο επίλογος του «προπυργίου της Χριστιανοσύνης» γράφτηκε στις 12/7/1943, όταν οι Βούλγαροι και πάλι πυρπόλησαν τη μονή.

Το χρονικό της κλοπής των χειρογράφων του Τιμίου Προδρόμου

Οπως αναφέρεται σε σχετική έκθεση της Μητρόπολης Σερρών, το σύνολο των χειρόγραφων κωδίκων και εντύπων της Ιεράς Μονής τιμίου Προδρόμου φυλασσόταν στον πύργο της μονής, που είναι κτίσμα του 1500 και μετασχηματίστηκε, έπειτα από ριζική ανακαίνιση το 1856, σε βιβλιοθήκη. Οι Βούλγαροι, στο πλαίσιο ενός σχεδίου αφελληνισμού της περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας, εξουσιοδότησαν τον Βλαδίμηρο Σις να επισκεφτεί τη μονή και, υπό το πρόσχημα του μελετητού των βυζαντινών μνημείων που υπάρχουν στα όρια της Αν. Μακεδονίας, να καταγράψει τις διάφορες αρχαιότητες και να τις μεταφέρει στη Βουλγαρία.

Το σχέδιο αυτό, που εκπονήθηκε από το Γενικό Επιτελείου του βουλγαρικού στρατού, έγινε στο υπουργείο Εξωτερικών της χώρα μας με απόρρητη έκθεση της ελληνικής πρεσβείας του Βερολίνου, στις 9 Φεβρουαρίου του 1917. Στις 23 Ιουνίου του 1917 ένα βουλγαρικό απόσπασμα με τριάντα οπλοφόρους και επικεφαλής τον υπολοχαγό Πετρώφ κατέλαβε τη μονή... Στις 27 Ιουνίου εκτόπισαν ένδεκα πατέρες της μονής και στις 28 και τις 29 του μήνα, με οδηγό τις καταγραφές των κειμηλίων του Σις, λεηλάτησαν τη μονή.

Σύμφωνα με την καταγραφή του επισκόπου Καμπανίας Διοδώρου, που ήταν εκείνο το χρονικό διάστημα τοποτηρητής της Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης, εκλάπησαν από τη βιβλιοθήκη της μονής 313 χειρόγραφα, ήτοι 100 χειρόγραφα σε μεβράνη, 200 χειρόγραφα χαρτώα, 4 χρυσόβουλα βυζαντινών αυτοκρατόρων, 5 πατριαρχικά σιγίλλια και 4 αρχαίοι κώδικες.

Για τα κλαπέντα υπάρχουν και άλλες μαρτυρίες, αλλά τα περιστατικά επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο Σις, με τον κατάλογο των κλοπιμαίων που συνέταξε στο μεσοδιάστημα 1917-1923.

Στον κατάλογο των ελληνικών χειρογράφων της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών, που σήμερα βρίσκεται στο αρχείο του Κέντρου Σλαβοβυζαντινών Σπουδών «Ιβάν Ντούιτσεφ», περιγράφει 537 περγαμηνά και χαρτώα χειρόγραφα που προέρχονται από τις βιβλιοθήκες της μονής. Εμβόλιμα σημειώνεται πως από τους σημαντικότερους κώδικες της μονής ήταν οι δύο γνωστοί ως «συλλογή Α» και «συλλογή Β».

Η «συλλογή Α» περιείχε το τυπικό τη μονής και 14 αντίγραφα από χρυσόβουλα, αυτοκρατορικά προστάγματα και σιγίλλια. Ο κώδικας αυτός κλάπηκε το 1917 και εντοπίστηκε στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη της Πράγας. Παρά τα αιτήματα, δεν έχει επιστραφεί.

Η «συλλογή Β» περιέχει έγγραφα χρονολογημένα από το 1279 έως και το 1800. Σήμερα βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Κέντρου Σλαβοβυζαντινών Σπουδών.

 

Την περίοδο της Κατοχής

Με την είσοδο των Βουλγάρων στην πόλη των Σερρών, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η στρατιωτική και πολιτική διοίκηση των κατακτητών εγκατέστησε στην Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου δύο Βούλγαρους μοναχούς, τον μοναχό Βασίλειο Αθανασίου Κούτλιο και τον ιερομόναχο Στέφανο Ντοστοΐσκη, προερχόμενους από το βουλγαρικό κελί «Αξιον Εστίν» της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος του Αγίου Ορους. Οι δύο μοναχοί διοίκησαν το μοναστήρι από τον Ιανουάριο του 1942 έως τα μέσα Οκτωβρίου του 1944. Στις 5 Αυγούστου του 1942 επισκέφτηκε το μοναστήρι ο Δημήτρι Ρίζωφ ως εκπρόσωπος του συνοδικού Εκκλησιαστικού Μουσείου της Βουλγαρίας και αφαίρεσε από το καθολικό της μονής, για να εκτεθούν στο Εκκλησιαστικό Μουσείο 22 βυζαντινές φορητές εικόνες και διάφορα άλλα κειμήλια. Μάλιστα, είχε συνταχθεί τότε και πρωτόκολλο παραλαβής, αλλά, παρά τις προσπάθειες, δεν έχουν αποδοθεί στη μονή...