Του Μ. Γ. Βαρβούνη

Καθηγητή Λαογραφίας του Δημοκρίτειου  Πανεπιστήμιου Θράκης

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αναβιώσεις στοιχείων της αρχαίας ελληνικής θρησκείας εντάσσονται από τις κατά τόπους αυτοδιοικητικές αρχές στα δρώμενα της πολιτισμικής ζωής κάθε τόπου, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε η τουριστική κίνηση και η επισκεψιμότητα σε ορισμένους τόπους είναι ιδιαιτέρως αυξημένες. Συμβαίνει αυτό υπό το πρόσχημα της προβολής του πολιτισμού μας στους ξένους επισκέπτες, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια προβολή ψευδών στοιχείων, για την προβολή μιας ψευδούς ταυτότητας, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Είναι λάθος να δείχνουμε στους αλλοδαπούς αλλά και στους ημεδαπούς επισκέπτες μας αυτά που θέλουν να δουν, ενισχύοντας τις εντυπώσεις που συχνά σκόπιμα τους έχουν καλλιεργηθεί για την εξυπηρέτηση ποικίλων σκοπών.

Αντιθέτως, οφείλουμε να τους παρουσιάζουμε την πραγματική πολιτισμική φυσιογνωμία κάθε τόπου, ώστε να γνωρίσουν σε βάθος το πολιτισμικό παρόν, σχηματίζοντας μια πραγματική και ιστορικά θεμελιωμένη εντύπωση για τον πολιτισμό του κάθε τόπου και τα περιεχόμενά του. Εν προκειμένω, ο πολιτισμός μας είναι ελληνορθόδοξος, όχι γιατί έτσι θέλουμε να προβάλλουμε ή γιατί έτσι «συμφέρει» την Εκκλησία, αλλά επειδή αυτή είναι η πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στη διάρκεια των αιώνων, και αποτελεί το υπόβαθρο της συλλογικής μας πολιτισμικής ταυτότητας και ύπαρξης. Το να δείχνουμε λοιπόν στους επισκέπτες μας φολκλοριστικού τύπου και κατά κανόνα κακόγουστες αναπαραστάσεις μεμονωμένων στοιχείων του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά μας εκθέτει και ανεπανάληπτα στα μάτια των πλέον σοβαρών από αυτούς, καθώς επιβεβαιώνει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο ό,τι κακό διαδίδεται στον δυτικό κόσμο για τον λαό και τον τόπο μας, ιδίως κατά την τελευταία δεκαετία της απαξίωσής μας.

Από την άλλη πλευρά, σημαντικός είναι ο ρόλος στις περιπτώσεις αυτές και των σχεδιασμών και σκοπιμοτήτων των τοπικών –αυτοδιοικητικών κατά κανόνα– πολιτικών εξουσιών και ιεραρχιών, οι οποίες κάποτε και χρηματοδοτούν αυτές τις αναπαραστάσεις, είτε στο πλαίσιο της γνωστής αρχής της παροχής «άρτου και θεαμάτων», είτε στα μέτρα τοπικών πελατειακών πολιτικών σχέσεων και δικτύων, καθώς οι προϊστάμενοι των τοπικών αρχών παρίστανται, προσφωνούν και ενίοτε προβάλλονται δια των διοργανώσεων αυτών.

Και φυσικά δεν ενδιαφέρονται για την ποιότητα και την ιδεολογική ταυτότητα όσων υποβοηθούν ή συνδιοργανώνουν, αλλά αρκούνται απλώς στην παροχή ενός θεάματος, ακριβώς όπως άλλωστε συνέβη και την ανάλογη ιδεολογική εκμετάλλευση του παρελθόντος και σε άλλες πρόσφατες και επώδυνες στιγμές της νεώτερης και σύγχρονης ιστορίας μας.

Πρέπει όμως να γίνει συνείδηση ότι κάθε θέαμα δεν εξυπηρετεί οπωσδήποτε και τους σκοπούς της ανόδου του πολιτιστικού επιπέδου. Εν προκειμένω ούτε οι κάθε είδους «αρχαιοελληνικές» και παγανιστικές λατρευτικές αναπαραστάσεις, αλλά ούτε και η πολιτική και ιδεολογική χρήση του παραδοσιακού και του λαϊκού πολιτισμού μας, και μάλιστα ορισμένων στοιχείων του όπως ορισμένες τελετουργίες του «κύκλου του χρόνου», οι παραδοσιακές φορεσιές, οι χοροί κ.λπ. δεν συνιστούν αξιόλογες προσπάθειες πολιτισμικής ανόδου και καλλιέργειας μιας τοπικής ή περιφερειακής πολιτισμικής ταυτότητας.

Εκείνο ωστόσο που σε κάθε περίπτωση υποκρύπτεται υπό την λεοντή της πολιτιστικής εκδήλωσης είναι η συνειδητή αναβίωση ενός νεοπαγανισμού, όπως σε προηγούμενο άρθρο μας αναδείχθηκε. Η ιδεολογική εκμετάλλευση δηλαδή της αρχαιότητας, πέρα από κάθε επιστημονική λογική ή πρακτική, και η χρήση εξωτερικών στοιχείων αρχαίων θρησκειών για να εξυπηρετηθούν είτε ιδεοληψίες, είτε ενίοτε και οικονομικές σκοπιμότητες κέρδους ορισμένων από τους πρωταγωνιστές τέτοιων διοργανώσεων.

Στις πρακτικές αυτές είναι βέβαιο ότι όχι μόνο οι τοπικές πολιτικές αρχές οφείλουν να είναι υποψιασμένες και να μην συνεργούν, αλλά και οι ενεργοί πολίτες πρέπει να μπορούν να διακρίνουν περί τίνος πρόκειται, και κατά περίπτωση να αντιδρούν.