Του Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία

2 εν τω ελθείν Δωήκ τον Ιδουμαίον και αναγγείλαι τω Σαούλ και ειπείν αυτώ· ήλθε Δαυΐδ εις τον οίκον Αβιμέλεχ. 3 Τι εγκαυχά εν κακία, ο δυνατός, ανομίαν όλην την ημέραν; 4 Αδικίαν ελογίσατο η γλώσσά σου· ωσεί ξυρόν ηκονημένον εποίησας δόλον.

5 Ηγάπησας κακίαν υπέρ αγαθωσύνην, αδικίαν υπέρ του λαλήσαι δικαιοσύνην. (διάψαλμα). 6 Ηγάπησας πάντα τα ρήματα καταποντισμού, γλώσσαν δολίαν. 7 Διά τούτο ο Θεός καθέλοι σε εις τέλος· εκτίλαι σε και μεταναστεύσαι σε από σκηνώματός σου και το ρίζωμά σου εκ γης ζώντων. (διάψαλμα). 8 Οψονται δίκαιοι και φοβηθήσονται και επ’ αυτόν γελάσονται και ερούσιν· 9 ιδού άνθρωπος, ος ουκ έθετο τον Θεόν βοηθόν αυτού, αλλ’ επήλπισεν επί τω πλήθει του πλούτου αυτού και ενεδυναμώθη επί τη ματαιότητι αυτού. 10 Εγώ δε ωσεί ελαία κατάκαρπος εν τω οίκω του Θεού· ήλπισα επί το έλεος του Θεού εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος. 11 Εξομολογήσομαί σοι εις τον αιώνα, ότι εποίησας, και υπομενώ το όνομά σου, ότι χρηστόν εναντίον των οσίων σου.

 

1. Ο τίτλος του ψαλμού μας παραπέμπει στο κ. 22 του Α’ Βασιλειών. Κατά το κεφάλαιο αυτό ο Δωήκ ο Σύριος, που είχε την επιστασία των ημιόνων του Σαούλ, είπε στον βασιλέα, ο οποίος κατεδίωκε τον Δαβίδ, ότι τον είδε στη Νομβά να λαμβάνει από τον αρχιερέα Αβιμέλεχ τροφές και όπλα. Ο βασιλεύς τότε, γεμάτος οργή, διέταξε να θανατωθεί ο Αβιμέλεχ, και αυτός και όλος ο οίκος του. Κανείς όμως δεν μπορούσε να επιβάλει χέρι στον σεβάσμιο λειτουργό του Υψίστου, αλλά ο Δωήκ εξετέλεσε την απάνθρωπο διαταγή του παράφρονα βασιλέως Δαβίδ και θανάτωσε τον αρχιερέα και τους μαζί με αυτόν τριακοσίους πέντε ιερείς και τις οικογένειες αυτών. Ο ψαλμός μας αναφέρεται από τον Δαβίδ στην κακουργία αυτή του Δωήκ, τον οποίο βλέπουμε χαρακτηριζόμενο όπως και στο βιβλίο των Βασιλειών.

2. Ο ποιητής μας επιτίθεται εναντίον του Δωήκ και λέγει γι’ αυτόν, «τον τύραννο», «γιατί να καυχάται και να επαίρεται για την κακία του;» (στιχ. 3), σαν αυτή να είναι αρετή; «Αδίκους λογισμούς, λάλησε η γλώσσα σου», του λέγει συνεχίζοντας (στιχ. 4). Βέβαια η γλώσσα δε λογίζεται για να λέγει ότι «ελάλησε λογισμούς», αλλά, αφού υπηρετεί σε λογισμούς, είναι σα να λαλεί αυτή τους λογισμούς. Τα λόγια δε της γλώσσης και οι προσβολές της εικονίζονται στην Αγία Γραφή με βέλη, με ρομφαίες, με μαχαίρια και ξυράφια (βλ. Ψαλμ. 54,21. 56,6. 58,8. 63,4 κ.α.), γι’ αυτό και εδώ ο ποιητής ομιλών για τα κακά της γλώσσης λέγει, «ωσεί ξυρόν ηκονημένον εποίησας δόλον» (στιχ. 4). Ομιλεί έτσι ο Δαβίδ, γιατί η κακία του ήρωα Δωήκ συνεκεντρώνετο κυρίως στη γλώσσα του, στις σατανικές συμβουλές του, που έδιδε και σ’ αυτόν τον βασιλιά Σαούλ, λόγω της σχέσεώς του μαζί του. Σ’ αυτό το αμάρτημα της γλώσσης του Δωήκ αναφέρονται και οι επόμενοι δύο στιχ. «ηγάπησας κακίαν υπέρ αγαθωσύνην, αδικίαν υπέρ του λαλήσαι δικαιοσύνην. Ηγάπησας πάντα τα ρήματα καταποντισμού, γλώσσαν δολίαν» (στιχ. 5.6). Την τελευταία έκφραση «γλώσσαν δολίαν» μπορούμε να την νοήσουμε και ως κλητική. Απευθυνόμενος δηλαδή ο Δαβίδ στον Δωήκ του λέγει: «Ω γλώσσα δολία»!

3. Ο Θεός θα τιμωρήσει τον Δωήκ για το αμάρτημά του. Θα τον γκρεμίσει παντελώς: «Καθέλοι σε εις τέλος» (στιχ. 7). «Εις τέλος»! Δηλαδή, παντελώς. Θα σωριάσει σε ερείπια αυτόν που νόμιζε τον εαυτό του οχυρό. Ο Θεός θα τον ξεριζώσει, όπως ξεριζώνει κάποιος το χόρτο από τη γη, θα τον μεταναστεύσει σε άλλη χώρα, θα τον θανατώσει. Εδώ ο ποιητής χρησιμοποιεί τρία ισχυρά ρήματα για να εκφράσει την καταστροφή που θα υποστεί ο Δωήκ, ως τιμωρία του βέβαια, για τη βάρβαρη πράξη του κατά του αρχιερέως Αβιμέλεχ και των ιερέων του. Τα ρήματα είναι: «Καθέλοι σε», «εκτίλαι σε», «μεταναστεύσαι σε» (στιχ. 7)!

4. Στη συνέχεια λέγονται τα αποτελέσματα της τιμωρίας και της πτώσεως του Δωήκ. Το πρώτο αποτέλεσμα θα είναι η κατάπληξη, η οποία θα λάμψει στην ψυχή των δικαίων, για τη φανέρωση της δικαιοσύνης του Θεού με την καταστροφή του ασεβούς: «Οψονται δίκαιοι και φοβηθήσονται» (στιχ. 8α)! Γι’ αυτή τη συντριβή του ασεβούς, που κόμπαζε και θριαμβολογούσε για τη μεγάλη του επιρροή, πολλοί θα γελάσουν και θα χαρούν: «Γελάσονται» (στιχ. 8α)! Και στην Αποκάλ. 18,20. 19,1-2 προτρέπονται οι άγιοι να χαρούν και να ψάλουν αλληλούια, γιατί έπεσε η Βαβυλών, η πόρνη η μεγάλη. Οχι μόνο δε, θα χαρούν και θα εκπλαγούν οι δίκαιοι για τη συντριβή του Δωήκ, αλλά και θα υψώνουν το δάκτυλό τους και θα δείχνουν τα ερείπιά του και προς δίδαγμα και σωφρονισμό και των άλλων ασεβών θα λέγουν: «Ιδού άνθρωπος, ος ουκ έθετο τον Θεόν βοηθόν αυτού, αλλά επήλπισεν επί τω πλήθει του πλούτου αυτού και ενεδυναμώθη επί τη ματαιότητι αυτού» (στιχ. 9)! Ιδού το κατάντημά του!

5. Τέλος, ο ποιητής μας λέγει για τον εαυτό του ότι θα είναι ερριζωμένος ως αιωνόβιος ελαία, η οποία θα είναι ερριζωμένη και θα αποδίδει καρπούς των αρετών. Και πού θα είναι ερριζωμένη; Εις τον οίκο του Κυρίου (στιχ. 10)! Παρομοιάζει δε ο ποιητής τον εαυτό του με ελαία, γιατί με ελαία πράγματι παριστάνονται οι ευσεβείς (βλ. Ψαλμ. 127,4). Ιερ. 11,16-17). Και ο προφήτης Ιερεμίας παρομοιάζει την Ιερουσαλήμ προς ελαία ωραία που φυτεύτηκε από τον Κύριο. Και υπόσχεται στον Κύριο ότι θα τον δοξολογεί αιώνια «ότι εποίησας»... Τι εποίησε; Είναι πράγματι ελλειπτική η πρόταση. Θα ποιήσει το ορθόν και το πρέπον, την τιμωρία δηλαδή των κακούργων. Και τελικά ο Δαβίδ λέγει προς τον Θεό: «Και υπομενώ το όνομά σου, ότι χρηστόν εναντίον των οσίων σου» (στιχ. 11). Το όνομα είναι η θεία παρουσία, την οποία ο Δαβίδ θα περιμένει για να θέσει τα πράγματα στην τάξη τους.