Του Σεβασμ. Μητροπολίτη Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ

Λατρεύω τον Θεό, σημαίνει αναγνωρίζω αυτό που είναι, τη μοναδικότητα και μεγαλειότητά Του και αυτό που έχει κάμει για μας, τις σωτηριώδεις ενέργειες του έργου Του. Λατρεία είναι το ξεχείλισμα της καρδιάς μας, που αισθάνεται και ανταποκρίνεται στην αγάπη του Θεού, που μας αγάπησε Εκείνος πρώτα. Η λατρεία είναι η µόνη περίπτωση στη σχέση µας με τον Θεό, που εμείς Του προσφέρουμε και Εκείνος δέχεται. Πρέπει λοιπόν να λατρεύουµε τον Θεό, διότι:

1. Είμαστε πλασμένοι για να λατρεύουμε. Μας έφτιαξε «διά την δόξαν Του», μας εξηγεί ο Ησαΐας μγ’, 7. Ακριβώς όπως έφτιαξε το λουλούδι για να αρωματίζει και το πουλί για να κελαηδεί, έφτιαξε κι εμάς για να Τον λατρεύουμε, να Τον δοξάζουμε, να διακηρύττουμε τα μεγαλειώδη έργα Του, να τον ευχαριστούμε για τις ποικίλες ευεργεσίες Του.

Αυτή τη δοξολογία ψάλλουν οι Αγγελικές Δυνάμεις στον ουρανό κατά τα οράματα του Ευαγγελιστού Ιωάννου στην Αποκάλυψη.

2. Μας λύτρωσε από την αμαρτία, για να μπορούμε ελεύθερα και ολόψυχα να Τον λατρεύουμε. Ο Χριστός ανέβηκε στον Γολγοθά για να κατοικήσει τον ουρανό και τη γη με λατρευτές. Καλεί εμάς τους πιστούς να είμαστε: «εις έπαινον της δόξης Αυτού», (Προς Εφεσίους α’, 12).

3. Ο Θεός ζητεί από εκείνους που Τον λατρεύουν, να Τον λατρεύουν «εν πνεύματι και αληθεία». Αυτή είναι και η μόνη σωστή λατρεία µας στον Θεό, (Ιωάννου δ’, 24).

4. Με τη σωστή λατρεία µας «μεταμορφούμεθα στην εικόνα του Θεού», μας βεβαιώνει το Προς Κορινθίους Β’, γ’, 18.

«Ημείς δε πάντες ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι την αυτήν εικόνα μεταμορφούμεθα από δόξης εις δόξαν, καθάπερ από Κυρίου Πνεύματος»

Δηλαδή: «Ολοι εμείς λοιπόν, χωρίς κάλυμμα στο πρόσωπο, κοιτάζουμε σε καθρέφτη τη λαμπρότητα του Κυρίου και μεταμορφωνόμαστε σ’ αυτήν τη λαμπρή εικόνα του, βαδίζοντας από δόξα σε δόξα με την ενέργεια του Κυρίου, που είναι το Πνεύμα».

Στη λατρεία πλησιάζουμε τον Θεό κι όσο Τον πλησιάζουμε μας φωτίζει το φως Του, μας λαμπρύνει η δόξα Του, μας ευφραίνει η κοινωνία μαζί Του.

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας διαβεβαιώνει ότι «Αγαπητοί, νυν τέκνα Θεού εσμεν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα· οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστι. Και πας ο έχων την ελπίδα ταύτην επ᾿ αυτώ αγνίζει εαυτόν, καθώς εκείνος αγνός εστι» (Α’ Ιωάννου γ’, 2-3).

Δηλαδή: «Αγαπητοί μου, τώρα είμαστε παιδιά του Θεού. Τι πρόκειται να γίνου­με στο μέλλον δεν έχει ακόμα φανερωθεί. Ξέρουμε όμως πως όταν ο Χριστός φανερωθεί στη δευτέρα παρουσία του, θα γίνουμε όμοιοι μ’ αυτόν, γιατί θα τον δούμε όπως πραγματικά είναι. Οποιος λοιπόν, μ’ εμπιστοσύνη στο Χριστό έχει αυτή την ελπίδα, προετοιμάζεται, κα­θαρίζει τον εαυτό του από την αμαρτία, έχοντας ως πρότυπο την καθα­ρότητα εκείνου».

Παραδείγματα σωστής λατρείας έχουμε άφθονα στις Γραφές:

α) Τη λατρεία των Μάγων και το µεγάλο τους ταξίδι για να την πραγματοποιήσουν (Ματθαίου β’, 1-11).

β) Της γυναίκας με το αλάβαστρο του μύρου και την προσφορά του πιο πολύτιμου που είχε, στον Κύριο (Ματθαίου κστ’,  6-13).

«Του δε Ιησού γενομένου εν Βηθανία εν οικία Σίμωνος του λεπρού, προσήλθεν αυτώ γυνή αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου και κατέχεεν επί την κεφαλήν αυτού ανακειμένου. Ιδόντες δε οι μαθηταί αυτού, ηγανάκτησαν λέγοντες· εις τι η απώλεια αύτη; Ηδύνατο γαρ τούτο το μύρον πραθήναι πολλού και δοθήναι τοις πτωχοίς. Γνούς δε ο Ιησούς, είπεν αυτοίς· τι κόπους παρέχετε τη γυναικί; Εργον γαρ καλόν ειργάσατο εις εμέ. Τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε. Βαλούσα γαρ αύτη το μύρον τούτο επί του σώματός μου, προς το ενταφιάσαι με εποίησεν. Αμήν λέγω υμίν, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω, λαληθήσεται και ο εποίησεν αύτη εις μνημόσυνον αυτής».

Δηλαδή: «Στο μεταξύ ο Ιησούς πήγε στη Βηθανία στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού. Εκεί τον πλησίασε μία γυναίκα που κρατούσε ένα αλαβάστρινο δοχείο με πάρα πολύ ακριβό μύρο κι έχυσε το μύρο στο κεφάλι του καθώς ο Ιησούς έτρωγε. Βλέποντάς το αυτό οι μαθητές, αγανάκτησαν κι έλεγαν: «Προς τι αυτή η σπατάλη; Θα μπορούσε αυτό το μύρο να πουληθεί ακριβά και το αντίτιμο να δοθεί στους φτωχούς». Ο Ιησούς όμως κατάλαβε και τους είπε: «Γιατί δημιουργείτε προβλήματα στη γυναίκα; Εκανε μία καλή πράξη για μένα. Οσο για τους φτωχούς, αυτούς πάντοτε θα τους έχετε μαζί σας, εμένα όμως δεν θα μ’ έχετε πάντοτε. Το μύρο που έριξε στο σώμα μου αυτή η γυναίκα ήταν προετοιμασία για την ταφή μου. Σας βεβαιώνω όμως πως σ’ όλο τον κόσμο, όπου κι αν κηρυχτεί το ευαγγέλιο, θα γίνεται λόγος και για την πράξη της, και έτσι θα τη θυμούνται».

γ) Της Μαρίας που αξιολόγησε ότι πρώτα ο Κύριος ζητάει τη λατρεία µας και μετά την υπηρεσία µας (Λουκά ι’, 38 -42).

«Εγένετο δε εν τω πορεύεσθαι αυτούς και αυτός εισήλθεν εις κώμην τινά. Γυνή δε τις ονόματι Μάρθα υπεδέξατο αυτόν εις τον οίκον αυτής. Και τήδε ην αδελφή καλουμένη Μαρία, η και παρακαθίσασα παρά τους πόδας του Ιησού ήκουε τον λόγον αυτού. Η δε Μάρθα περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν· επιστάσα δε είπε· Κύριε, ου μέλει σοι, ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν; Ειπέ ούν αυτή, ίνα μοι συναντιλάβηται. Αποκριθείς δε είπεν αυτή ο Ιησούς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δε εστι χρεία· Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ᾿ αυτής».

Δηλαδή: «Ο Ιησούς, καθώς πορευόταν με τους μαθητές του, μπήκε σε κάποιο χωριό και τον υποδέχτηκε σπίτι της κάποια γυναίκα που την έλεγαν Μάρθα. Αυτή είχε μία αδελφή με το όνομα Μαρία, που κάθισε στα πόδια του Ιησού κι άκουγε τη διδασκαλία του. Αντίθετα, η Μάρθα δούλευε ασταμάτητα, για να τους περιποιηθεί. Πήγε λοιπόν στον Ιησού και είπε: «Κύριε, δε νοιάζεσαι που η αδελφή μου με άφησε μόνη και σε περιποιούμαι; Πες της λοιπόν να με βοηθήσει». Κι ο Ιησούς της αποκρίθηκε: «Μάρθα, Μάρθα, ασχολείσαι κι αγωνιάς για τόσα πολλά πράγματα, ενώ ένα μόνο χρειάζεται. Αυτό διάλεξε κι η Μαρία, και κανείς δεν πρόκειται να της το αφαιρέσει».

δ) Του καθαρισμένου λεπρού που παίρνοντας από τον Κύριο τη θεραπεία του, Του προσφέρει την ευγνωμοσύνη και τη λατρεία του (Λουκά ιζ’, 12-19).

«Και εισερχομένου αυτού εις τινα κώμην, απήντησαν αυτώ δέκα λεπροί άνδρες, οι έστησαν πόρρωθεν· και αυτοί ήραν φωνήν λέγοντες· Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς. Και ιδών είπεν αυτοίς· πορευθέντες επιδείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι. Και εγένετο εν τω υπάγειν αυτούς, εκαθαρίσθησαν. Εις δε εξ αυτών, ιδών ότι ιάθη, υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης, δοξάζων τον Θεόν. Και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ· και αυτός ην Σαμαρείτης. Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ, ει μη ο αλλογενής ούτος; Και είπεν αυτώ, αναστάς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε».

Δηλαδή: «Καθώς έμπαινε σ’ ένα χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί άντρες που στάθηκαν μακριά του και του φώναζαν δυνατά: «Ιησού, αφέντη, ελέησέ μας!» Βλέποντάς τους εκείνος τους είπε: «Πηγαίνετε να σας εξετάσουν οι ιερείς». Και καθώς πήγαιναν, καθαρίστηκαν από τη λέπρα. Ενας απ’ αυτούς, όταν είδε ότι θεραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας με δυνατή φωνή το Θεό, έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του Ιησού και τον ευχαρίστησε. Κι αυτός ήταν Σαμαρείτης. Ο Ιησούς τότε είπε: «Δεν θεραπεύτηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννιά πού είναι; Κανένας τους δεν βρέθηκε να γυρίσει να δοξάσει τον Θεό παρά μόνον αυτός ο αλλοεθνής;». Του είπε τότε: «Σήκω και πήγαινε στο καλό, η πίστη σου σε έσωσε».