Οἱ ἅγιοι Πεντεκαίδεκα Ἱερομάρτυρες, πού τιμῶνται ἰδιαιτέρως καί εἶναι πολιοῦχοι τῆς πόλεως τοῦ Κιλκίς, ἀνήκουν στήν εὐρύτερη χορεία τῶν ἁγίων της Ἐκκλησίας μας καί εἰδικότερα τῶν μαρτύρων. Μάρτυρες ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζει τούς ἀγωνισαμένους μέχρι ψυχῆς καί αἵματος καί μαρτυρήσαντας τή δόξη τοῦ Χριστοῦ. (ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων). Μάρτυρας εἶναι αὐτός πού ὑπομένει θεληματικά τόν σωματικό θάνατο, προκειμένου νά παραμείνει πιστός στήν ὁμολογία τῆς πίστης του στόν Χριστό. Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἀποκαλεῖ τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Μαρτύρων τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου τους, γενέθλια ἡμέρα, διότι αὐτήν τήν ἡμέρα εἰσῆλθαν στεφανηφόροι στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό οἱ πιστοί πανηγυρίζουν καί ἑορτάζουν μέ χαρά τήν μέρα μνήμης τῆς ἀθλήσεως τῶν μαρτύρων.

«Ὁ θάνατος τῶν μαρτύρων εἶναι παρηγοριά τῶν πιστῶν, παρρησία τῶν Ἐκκλησιῶν, σύσταση τοῦ χριστιανισμοῦ, κατάλυση τοῦ θανάτου, ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως, γελιοποίηση τῶν δαιμόνων, κατηγορία τοῦ διαβόλου, διδασκαλία τῆς ἐνάρετης ζωῆς, παρακίνηση γιά περιφρόνηση τῶν παρόντων πραγμάτων καί ὁδός γιά ἐπιθυμία τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν, παρηγοριά γιά τίς παρηγοριές πού μᾶς ἔχουν βρεῖ καί αἰτία γιά ὑπομονή, καθώς καί ρίζα καί πηγή καί μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν» γράφει ὁ χρυσορρήμων ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.

Οἱ προστάτες καί πολιοῦχοι τῆς πόλεως τοῦ Κιλκίς Πεντεκαίδεκα Ἱερομάρτυρες ἔζησαν τόν 4ο μ.Χ. αἰώνα, ὅταν αὐτοκράτορας στήν Κωνσταντινούπολη ἦταν ὁ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης (361-363 μ.Χ.). Άγνωστη παραμένει η καταγωγή τους, ενώ το Συναξάρι και το μαρτύριό τους (Πέτρου Βλαχάκου, ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ ΑΧΡΙΔΟΣ – ΟΙ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΤΙΒΕΡΙΟΥΠΟΛΗΣ, Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ) συνέγραψε ο Άγιος Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος και πάσης Βουλγαρίας (11ος – 12ος μ.Χ. αιώνας).

 Στή σύντομη βασιλεία τοῦ ὁ Ἰουλιανός προσπάθησε νά ἀνασυγκροτήσει τήν αὐτοκρατορία μέ βάση τῆς φιλοσοφικές καί εἰδωλολατρικές πεποιθήσεις του. Πρωταρχικό μέλημα τοῦ Ἰουλιανοῦ ἦταν ἡ ἀποκατάσταση καί ἐπαναφορά τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας. Ἄνοιξε ξανά τούς ναούς τῶν εἰδώλων, ἐπέστρεψε τίς περιουσίες τους καί ἄρχισε προσφορά δημοσίων θυσιῶν.

Ταυτόχρονα ἔλαβε μέτρα κατά τῶν Χριστιανῶν «τῶν Γαλιλαίων» ὅπως περιφρονητικά τους ἀποκαλοῦσε. Τούς ἀπομάκρυνε ἀπό τά δημόσια ἀξιώματα, τούς ἀπαγόρευσε νά φοιτοῦν στίς διάφορες σχολές, ἀντικατέστησε τά χριστιανικά σύμβολα μέ εἰδωλολατρικά. Ἡ ἀρχική του ἀποτυχία τόν ἐξαγρίωσε ἀφάνταστα ἐναντίων τῶν Χριστιανῶν. Ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ Ἰουλιανός πρόσταξε τούς διοικητές τῶν πόλεων νά συλλαμβάνουν τούς Χριστιανούς καί ἄν δέν ἀρνοῦνταν τόν Χριστό, νά τούς βασανίζουν μέχρι θανάτου.

Σύμφωνα μέ αὐτήν τήν διαταγή ὁ τότε ἄρχοντας τῆς Νίκαιας διέταξε τούς χριστιανούς τῆς περιοχῆς του νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους, διαφορετικά τους περίμεναν ἀνεκδιήγητα βασανιστήρια καί ὁ θάνατος. Οἱ χριστιανοί ὅταν τά ἄκουσαν αὐτά φώναξαν ὅλοι ἀπό κοινοῦ «Ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε τόν Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό καί νά θυσιάσουμε στά κουφά καί ἄφωνα εἴδωλα». Αὐτός γέμισε μέ πολύ θυμό καί ἀκατάσχετη μανία καί ἄλλους ἀπ’ αὐτούς τούς ὑπέβαλε σέ φρικτά βασανιστήρια καί θανατώσεις, ἐνῶ πολλοί ξέφυγαν στά ὅρη καί τίς ἐρημιές κάποιοι διασκορπίσθηκαν σέ ἄλλους τόπους.

Ἀνάμεσα στούς τελευταίους ἦταν οἱ Τιμόθεος, Κομάσιος, Εὐσέβιος καί Θεόδωρος οἱ ὁποῖοι κατέφυγαν κάτ΄ ἀρχάς στήν Θεσσαλονίκη. Δέν ἔμειναν ὅμως πολύ καιρό καί στήν πόλη αὐτή, λόγω τῶν διωγμῶν, καί κατέφυγαν βόρεια στή πόλη Στρώμνιτσα πού τότε ὀνομαζόταν Τιβεριούπολη.

Ἡ Στρώμνιτσα βρίσκεται στίς ὑπώρειες τῆς βορειοδυτικῆς προεκτάσεως τῆς Κερκίνης, στή Βόρεια Μακεδονία, πλησίον εὔφορης πεδιάδας καί ἀπέχει ἀπό τή Θεσσαλονίκη 104 χιλιόμετρα. Στήν ἀρχαιότητα στήν ἴδια θέση βρισκόταν ἡ ἀρχαία ἑλληνική πόλη τῶν Παιόνων, πού ὀνομαζόταν Ἀστραῖον ἤ Αἰστραῖον ἤ καί Ἀστέριον. Κατά τόν 3ο π.Χ. αἵ. μετενομάσθηκε σέ Καλλίπολη. Κατά τήν βυζαντινή περίοδο ἡ πόλη ὀνομάζεται Τιβεριούπολη. Ἔτσι ὀνομάζεται ἀπό τόν ἅγιο Θεοφύλακτο Αρχιεπίσκοπο Αχρίδος και πάσης Βουλγαρίας (τέλη τοῦ 11ου αἰώνα), σέ χρυσόβουλα τῶν Κομνηνῶν καί ἀπό βυζαντινούς συγγραφεῖς κυρίως ἀπο τον Νικηφόρο Γρηγορά.

Ὑπό ποιές προϋποθέσεις πῆρε τήν ὀνομασία αὐτή δέν ὑπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία. Ὁ κάθηγητής Ἀθανάσιος Ἀγγελόπουλος στό βιβλίο τοῦ «Βόρειος Μακεδονία – Ὁ Ἑλληνισμός τῆς Στρωμνίτσης» γράφει ὅτι ἡ ὀνομασία ἔγινε μᾶλλον ἐπί αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου ὀνόματι Τιβερίου. Αὐτοκράτορες μέ αὐτό τό ὄνομα ὑπῆρξαν δύο. Ὁ πρῶτος βασίλευσε λίγο μετά τόν Ἰουστιανό (578-582) καί ὁ δεύτερος ἀργότερα (689-705). Τό πιθανότερο εἶναι νά δόθηκε ἐπί τοῦ πρώτου Τιβερίου. Δέν ἀποκλείει ὁ καθηγητής τό ἐνδεχόμενο νά μετενομάστηκε σέ Τιβεριούπολη λόγω τῆς παραμονῆς τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορα Τιβερίου (14-37μ.Χ.). Στά χρόνια της Σερβοβουλγαρικῆς κατοχῆς τῆς πόλης ἡ Τιβεριούπολη ἔλαβε τήν ὀνομασία «Στρώμνιτσα». Ἀπό τό 11ο αἰώνα ἕως τόν 13ο αἰώνα ἡ πόλη καθίσταται ἀντικείμενο ἔριδος μεταξύ Βυζαντινῶν καί Βουλγάρων, ὡς παραμεθόριο κάστρο καί τότε ὀνομάστηκε προφανῶς Στρώμνιτσα.
Ἡ ὀνομασία αὐτή προῆλθε ἀπό τόν ποταμό Στρυμώνα ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται ἀπό τούς Βουλγάρους «Στρούμα». Τήν περιοχή τῆς Στρώμνιτσας διαρέει ὁμώνυμος παραπόταμος τοῦ Στρυμώνα, τόν ὁποῖο οἱ Βούλγαροι ὀνομάζουν «Στρούμιτζα» ἤ «Στρώμνιτσα». Ἔτσι, διατηρήθηκε ἡ ὀνομασία Στρώμνιτσα καί ἡ πόλη κατοικεῖται ἀπό ἀνθηρό Ἑλληνισμό ὅλη τήν περίοδο τῆς αἰχμαλωσία τοῦ Γένους στούς Ὀθωμανούς ὡς τό 1913.

Στήν Τιβεριούπολη, λοιπόν, τήν κατόπιν Στρώμνιτσα κατέφυγαν οἱ τέσσερις πρῶτοι Ιερομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι μέ τήν ἁγία ζωή τους καί τήν φλογερή διδασκαλία τούς «ἔσπειραν τό σπόρο τοῦ θείου λόγου στά χωράφια τῶν ψυχῶν καί δημιούργησαν μέ ἐπιμέλεια γιά τόν Χριστό ἕνα εὔφορο καί καλλιεργημένο χωράφι γεμάτο στάχυα» (ἅγιος Θεοφύλακτος).

Ὁ ἅγιος βίος καί ἡ χαριτόβρυτος πολιτεία τούς εἵλκυσε καί ἄλλους ἕντεκα ἱερεῖς καί μοναχούς της Τιβεριούπολης, ἀπαρτίζοντας «τήν Τρίτη πεντάδα» τῶν πιστῶν δούλων καί ἐργατῶν τοῦ ἀμπελῶνος Χριστοῦ. Τά ὀνόματα τῶν ἁγίων εἶναι: Τιμόθεος, καί Θεόδωρος ἐπίσκοποι. (Ὁ Θεόδωρος εἶναι ἕνας ἀπό τούς 318 θεοφόρους πατέρες τῆς Ἅ’ Οἰκουμενικῆς συνόδου ενώ ο Τιμόθεος κατέστη ἐπίσκοπος Τιβεριουπόλεως). Πέτρος, Ἰωάννης, Σέργιος, Θεόδωρος , Νικηφόρος οι ἱερεῖς, Βασίλειος καί Θωμάς οι διάκονοι. Ἰερόθεος, Δανιήλ, Χαρίτων, Σωκράτης, Κομάσιος καί Εὐσέβιος οι μοναχοί.

Ὅλοι μαζί οἱ ἅγιοι ζοῦσαν ἰσαγγελική ζωή, φώτιζαν τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, ἤλεγχαν τήν πλάνην τῶν εἰδώλων στην Τιβεριούπολη και την ευρύτερη περιοχή ενώ ἔλαβαν ἀπό τόν μισθαποδότην Κύριο καί τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας καί μάλιστα τῶν ἰάσεων.

Ἡ ἱεραποστολική καί χριστιανική δράση τῶν Δεκαπέντε ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου διαδόθηκε «ἐπί πτερύγων ἀνέμων» και ἔφτασε ὡς τήν Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ ἦταν διοικητές ὁ Οὐάλλης καί ὁ Φίλιππος, φανατικοί εἰδωλολάτρες, τυφλά ὄργανα τοῦ δυσσεβούς Ἰουλιανοῦ. Ἀκούγοντας οἱ δύο τήν δράση τῶν ἁγίων ἔσπευσαν στήν Τιβεριούπολη, τούς συνέλαβαν καί τούς προσήγαγαν σέ δημόσια δίκη. Ἐκεῖ τους ἐπιτίμησαν καί τούς κατηγόρησαν ὅτι περιφρονοῦν τά διατάγματα τούς Βασιλέως καί πιστεύουν ὡς Θεό αὐτόν πού σταυρώθηκε μέ ληστές. Οἱ ἅγιοι, χωρίς δισταγμό καί μέ θάρρος στόν ἀληθινό Θεό, ὁμολόγησαν τήν πίστη τους, διαλαλώντας τό ἀποστολικό «οὐδείς ἠμᾶς χωρίσει τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ», ἀποδεικνύοντας ταυτόχρονα τό ἄλογόν της εἰδωλολατρείας.

Μάλιστα ἡ πειστικότητα τῶν ἐπιχειρημάτων τούς ἦταν τέτοια ὥστε οἱ δύο τύραννοί τους διέκοψαν τόν εἱρμό τοῦ λόγου τους, λέγοντας τούς «ὁμολογεῖτε τούς ἀθανάτους θεούς ἤ ὄχι;», «Ποτέ» εἶπαν οἱ μάρτυρες «δέν θά θυσιάσουμε στούς δαίμονες καί τά εἴδωλά τους, ἀφοῦ ὁ Χριστός ὁ Θεός μᾶς ἀπάλλαξε ἀπό τή δουλεία τῶν δαιμόνων».

Ἡ γενναία ἀπάντησή τους ἐξόργισε τούς δύο διοικητές πού ἀποφάσισαν τήν μέ ξίφος θανάτωση τῶν ἁγίων. Ξεκίνησαν λοιπόν μέ χαρά καί ἀγαλλίαση γιά τόν τόπο τοῦ μαρτυρίου τους, ὅπου καί ἔλαβαν τά ἀμάραντα στέφανα τῆς ἀθλήσεώς τους. Ἕνας ἀπό τούς Πεντεκαίδεκα ἁγίους, ὁ ἱερεύς Πέτρος «θείω ζήλω πυρωθεῖς τήν καρδίαν» φώναξε λίγο πρό τοῦ μαρτυρίου: «Παραβάτες τῶν ἔργων καί ἐχθροί της ἀλήθειας γιατί χύνετε χωρίς αἰτία τό αἷμα τῶν δικαίων, γιά τούς ὁποίους δέν ἀποδείχτηκε τίποτε πού ν’ ἀξίζει τοῦ θάνατο, ἀλλά μᾶλλον ὅλες οἱ πράξει τούς ἀξίζουν τιμές καί στεφάνια;». Αὐτά τά λόγια μόλις τά ἄκουσαν οἱ μιαροί ἐκεῖνοι ἄρχοντες, πρόσταξαν νά ξαπλώσουν καταγῆς τόν μάρτυρα καί νά τόν χτυπήσουν μέ ραβδιά, ἔπειτα νά τοῦ κόψουν τά χέρια καί τελικά νά τόν θανατώσουν μέ ξίφος. Τά χέρια τοῦ ἁγίου τά πέταξαν στά σκυλιά. Ἕνα ἀπό αὐτά , τό δεξί χέρι ἔπεσε στά πόδια μίας ἐκ γενετῆς τυφλῆς, ἡ ὁποία μόλις τό ἀντιλήφθηκε τό πῆρε στό σπίτι της καί τό φρόντισε. Καί ἀπό τή χαρά της γιά τόν ἀνεκτίμητο θησαυρό πού κατεῖχε, καταφιλοῦσε τό χέρι τοῦ μάρτυρα, τό ἀγκαλίαζε, τό τοποθετοῦσε στά μάτια της. Καί τότε ἔγινε τό μεγάλο θαῦμα τοῦ Κυρίου, ἀνοίξανε τά μάτια της καί βρῆκε τό φῶς της. Τό ἅγιο αὐτό λείψανο ἡ εὐσεβής γυναίκα τό ἐναπέθεσε ἀργότερα στήν Θεσσαλονίκη, στόν Ιερό Ναό τῆς καλλινίκου μάρτυρος Ἀναστασίας το οποίο όμως αργότερα επέστρεψε στην Στρώμνιτσα.

Μετά τήν ἐπιστροφή τῶν χριστιανομάχων διοικητῶν στήν Θεσσαλονίκη, οἱ πιστοί της Τιβεριούπολης πῆραν τά ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων, τά τοποθέτησαν σέ λάρνακες, στίς ὁποῖες ἔγραψαν τό ὄνομα, τή ζωή καί τό ἀξίωμά τους. Ἦταν 28 Νοεμβρίου τοῦ 362 μ.Χ. Ἀργότερα ἀνήγειραν καί μεγαλοπρεπῆ ναό, ὅπου τοποθετήθηκαν οἱ Δεκαπέντε λάρνακες, πού ἀποτέλεσαν πηγή θαυμάτων καί ἰάσεων, πολλά ἀπό τά ὁποία διασώζει ὁ βιογράφος τούς ἅγιος Θεοφύλακτος, ὥστε ὅπως γράφει «νά γίνει ἡ Τιβεριούπολη ἕνας λαμπρός πυρσός, πού ἅπλωνε τό φῶς τῆς πίστης σέ ἄλλες πόλεις καί ἀνακαλοῦσε ἀπό τήν σκοτεινή πλάνη, ὅσους βρίσκονταν στό πέλαγος τῆς ἀπιστίας». Δυστυχῶς ἐξαιτίας βαρβαρικῶν ἁλώσεων καί καταστροφῶν τά λείψανα τῶν ἁγίων χάθηκαν καί μόνο τό δεξί χέρι τοῦ Ιερομάρτυρα Πέτρου διασώθηκε, τό ὁποῖο ἐπεστράφη στήν Στρώμνιστα καί τό κρατοῦσαν οἱ εὐσεβεῖς Ἕλληνες τῆς Στρώμνιτσας ὡς θησαυρό πολυτίμητο, στούς δίσεκτους χρόνους τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς.

Κατά τή διάρκεια τοῦ Δευτέρου Βαλκανικοῦ Πολέμου, ὁ ἔνδοξος ἑλληνικός στρατός, ἀπελευθερώνει καί τήν Στρώμνιτσα ἀπό τόν βουλγαρικό ζυγό. Στίς 26 Ἰουνίου τοῦ 1913 εἰσέρχεται στήν πόλη μία ἴλη τοῦ ἑλληνικοῦ ἱππικοῦ καί τήν ἀπελευθερώνει. Χαρᾶς εὐαγγέλια. Ἡ πόλη πλημμυρισμένη ἀπό τήν κυανόλευκη ὑποδέχεται τούς ἀπελευθερωτές μέ τό «Χριστός Ἀνέστη». Δυστυχῶς ὅμως μέ τή συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου στίς 26 Ἰουλίου τοῦ 1913 ἡ πόλη ἐπιδικαζόταν στούς Βουλγάρους.

Τό τρομακτικό νέο γνωστοποιεῖται τηλεγραφικῶς στόν τότε Μητροπολίτη Στρώμνιτσας Ἀρσένιο καί ἐκεῖνος περίλυπος καί μέ δάκρυα στά μάτια τό ἀνακοινώνει στό ποίμνιό του. Τά ἄδικα καί θλιβερά νέα διαδόθηκαν ἀστραπιαία. Ἡ κατάφωρα ἄδικη ἀπόφαση τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ὑποχρέωνε τούς Στρωμνιτσιώτες νά ζήσουν κάτω ἀπό τό μένος τῶν Βουλγάρων. Ἀποφάσισαν νά ἐγκαταλείψουν τήν ἀγαπημένη τούς πατρίδα καί νά καταφύγουν στήν Ἑλλάδα, ἀφοῦ πρῶτα κάψουν τά σπίτια καί τά ἀκίνητα ὑπάρχοντά τους, γιά νά μήν βροῦν τίποτε οἱ Βούλγαροι.
Ἔτσι, ὁ Ἑλληνισμός τῆς πανάρχαιας ἑλληνικῆς πόλεως Αἰστραῖον ἤ Τεβεριουπόλεως ἤ Στρώμνιστας ἐγκατέλειπε κατώδυνος τήν προγονική του γῆ. Πολλοί ἐξ αὐτῶν τῶν προσφύγων Στρωμνιτσιωτῶν ἐγκαταστάθηκαν στήν ἐρειπωμένη ἀπό τόν πόλεμο πόλη τοῦ Κιλκίς (περίπου 3.500), τήν ὁποία μέ πολύ ζῆλο καί ἀγάπη ἄρχισαν γρήγορα νά τήν ἀνοικοδομοῦν. Άλλοι εγκαταστάθηκαν στην Θεσσαλονίκη.

Οι Στρωμνιτσιώτες έφεραν μαζί τους στο Κιλκίς, ως ιερά κειμήλια μία παλαιά εικόνα των Πεντεκαίδεκα Ιερομαρτύρων την οποία ἐναπέθεσαν σ’ ἕναν παλαιό ναό τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, κοντά στό Κοιμητήριο, τον οποίο μετονόμασαν σε σέ ναό τῶν Πεντεκαίδεκα Ἱερομαρτύρων και μία παλαιά Εικόνα του Αγίου Δημητρίου την οποία εναπόθεσαν επίσης σε έναν παλαιό ναό του Αγίου Αθανασίου, που μετονόμασαν και αυτόν σε ναό του Αγίου Δημητρίου λόγω του ότι και στην Στρώμνιτσα υπήρχε ναός προς τιμήν του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου ο οποίος μάλιστα ήταν ο Μητροπολιτικός ναός της πόλεως.

Ὁ μεγαλύτερος θησαυρός ὅμως πού ἔφεραν ἀπό τήν πατρίδα εἶναι τό ἱερό λείψανο, τό δεξί χέρι τοῦ Ἱερομάρτυρα Πέτρου του Πρεσβυτέρου, ἑνός ἀπό τούς Πεντεκαίδεκα, όπου αναπόθεσαν και αυτό στο μετενομασθέντα ναό. Οι στρωμιτσιώτες εγκατστάθηκαν στο Κιλκίς γύρω από τους δύο προαναφερθέντε ναούς. Το 1967 με ενέργειες του τότε Μητροπολίτη Πολυανής και Κιλκισίου Χαρίτωνα Συμεωνίδη του ποντίου προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και προς το αρμόδιο Υπουργείο καθιερώθηκε με Βασιλικό Διάταγμα της 19ης Ιουλίου 1967 να εορτάζονται επίσημα ως πολιούχοι της πόλεως Κιλκίς και η ημέρα της γιορτής τους (28 Νοεμβρίου) ως αργία για τον τόπο. Στα επόμενα χρόνια όμως ο παλαιός ναός έπαθε σημαντικές ζημιές από σεισμούς και γκρεμίσθηκε. Την 12ην Ιουνίου 1977 θεμελιώθηκε ὁ σημερινός περικαλλής ναός τῶν ἁγίων, από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αμβρόσιο Στάμενα, τον μετέπειτα Παροναξίας, ιερατεύοντος του π. Σταματίου Χατζοπούλου. Τα Θυρανοίξια του νέου ναού έγιναν την 27ην Νοεμβρίου 1989 ενώ τα Εγκαίνια την 21ην Οκτωβρίου 1990 ιερατεύοντος του π. Σταύρου Χριστοφορίδη.

Στον νέο πλέον ναό βρίσκεται θησαυρισμένο καί τό ἱερό λείψανο και η παλαιά εικόνα. Ὁ εὐσεβής λαός τούς Κιλκίς κάθε χρόνο στίς 27 και 28 Νοεμβρίου τιμᾶ καί γεραίρει τήν μνήμη τῶν πολιούχων καί προστατῶν τοῦ Πεντεκαίδεκα Ἱερομαρτύρων.