Γλυκερία μάρτυς

 

 

στην Τραϊνούπουλη κατά τον 2ο αιώνα μ. Χ. κατά την περίοδο του Αυτοκράτορα Αντωνίνου του Ευσεβή

(138-161 μ. Χ. ). Ο πατέρας, ονομαζόταν Μακάριος και κατείχε το αξίωμα του υπάτου. Η Αγία Γλυκερία, από πολύ μικρή ηλικία είχε ασπαστεί το χριστιανισμό και ξεχώριζε για την κατηχητική της δράση. Όταν ο ηγεμόνας της περιοχής Σαββίνος, ενημερώθηκε για την Γλυκερία, την κάλεσε να εμφανιστεί ενώπιόν του. Εκείνη, παρουσιάστηκε μπροστά του έχοντας σχηματίσει στο μέτωπό της το σημείο του σταυρού και παραδέχτηκε την πίστη της στο Χριστό. Εξοργισμένος ο Σαββίνος, πήρε την Αγία και την οδήγησε στον ειδωλολατρικό ναό, όπου την υποχρέωσε να κάνει θυσία στα είδωλα. Η Γλυκέρια, τότε άρχισε να προσεύχεται και συνέτριψε το άγαλμα του Δία, που βρισκόταν μέσα στο ναό. Οι ειδωλολάτρες και ο ηγεμόνας, εξοργισμένοι την έσυραν έξω από το ναό και άρχισαν να τη λιθοβολούν. Ως εκ θαύματος, όμως, καμία πέτρα δεν άγγιξε την Αγία και πολλοί πίστεψαν τότε πως πρόκειται για μάγισσα. Αφού την φυλάκισαν τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν, μα πάντα η Αγία γλίτωνε από το θάνατο με θαυμαστό τρόπο. Όσο καιρό παρέμεινε φυλακισμένη, κατάφερε να πείσει το δεσμοφύλακά της, Λαοδίκιο, για την ορθότητα του χριστιανισμού, ο οποίος πίστεψε στο Χριστό και βρήκε και αυτός μαρτυρικό θάνατο. Ο ηγεμόνας, όμως, διέταξε και πάλι τον βασανισμό της Αγίας, αυτή τη φορά ρίχνοντάς την στην αρένα με τα άγρια θηρία, όπου και βρήκε μαρτυρικό θάνατο.

ιερό λείψανο της Αγίας Γλυκερίας περισυνέλεξε ο, τότε επίσκοπος της Ηρακλείας, Δομίτιος, ο οποίος το τοποθέτησε κοντά στην πόλη. Η Αγία Γλυκερία είναι πολιούχος του Γαλατσίου Αττικής και η μνήμη της τιμάται κάθε χρόνο στις 13 Μαϊου.

 

 

 

Πέντε νεομάρτυρες εκ Σαμοθράκης: Μανουήλ, Γεώργιος, Μιχαήλ, Θεόδωρος και Γεώργιος

 

 

Άγιοι Μάρτυρες ο Εμμανουήλ, ο Θεόδωρος, ο Γεώργιος και ο νεότερος Γεώργιος, κατάγονταν από το νησί της Σαμοθράκης. Ο πέμπτος ο Μιχαήλ, καταγόταν από την μεγαλόνησο Κύπρο. Και οι πέντε μαρτύρησαν τον 19ο αιώνα, Kατά το 1821, όταν ξέσπασε η επανάσταση οιΤούρκοι σε αντίποινα εισέβαλαν από την Άβυδο και την Τένεδο στη Σαμοθράκη όπου έσφαξαν τους άντρες άνδρες ενώ τις γυναίκες μαζί με τα παιδιά, αφού τους απήγαγαν και με τη βία, τους έστειλαν αιχμαλώτους και στην Ανατολή και στην Ευρώπη και στην Αίγυπτο. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και οι πέντε άγιοι.
την απελευθέρωση οι υπό αιχμαλωσία αφού επανήλθαν στη Σαμοθράκη (αν και τελούσε υπό τον τουρκικό ζυγό) και έγιναν κάτοχοι της κτηματικής περιουσίας τους ο καθένας, ενώθηκαν με τους Χριστιανούς, αποκηρύσσοντας τον μωαμεθανισμό στον οποίο είχαν μυηθεί με την βία. Αυτό όμως έγινε γνωστό στους Τούρκους που κατοικούσαν στη Σαμοθράκη και μέσω αυτών σε αυτούς που ζούσαν στη Θράκη. Και ο ηγεμόνας της περιοχής μαζί με τον ιεροδικαστή, τους τους απείλησαν και τους υποχρέωσαν να καταβάλουν ένα σημαντικό ποσό και τους άφησαν ελεύθερους. Υπέστησαν πολλά και όταν οι άλλοι κάτοικοι τους παρότρυναν να φύγουν αυτοί ομόφωνα αποφάσισαν να μείνουν.
στιγμή έφτασε στην περιοχή ένας ιεροδικαστής, που είχε και πολλή εξουσία, αλλά ήταν και άνθρωπος πολύ σκληρός. Ο Απτιραχμάν - αυτό ήταν το ονομά του - υπεραμύνονταν με σφοδρότητα τη θρησκεία του Μωάμεθ. Από την πρώτη στιγμή κάλεσε τους «πέντε» και τους ζήτησε να αλλαξοπιστήσουν. Οι μάρτυρες απάντησαν ομόφωνα: «Εμείς, δικαστή, ήμασταν Χριστιανοί από τη γενιά των παττέρων μας˙ αλλά επειδή αιχμαλωτιστήκαμε σε μικρή ηλικία, βίαια υπαχθήκαμε στη δική σας πλάνη και ασέβεια. Ήδη αφού καταλάβαμε πόσο άσχημα πάθαμε και κυλιστήκαμε στο βυθό της απάτης, επανήλθαμε στη χάρη του Χριστού, στο θαυμαστό του φως, και καθόλου δεν αρνούμαστε την αλήθεια, αλλά είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε για τον Χριστό, τον μόνο και αληθινό Θεό».
και αυτός ο δικαστής αφού πήρε χρήματα τους άφησε ελεύθερους. Μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ανέλαβε άλλος δικαστής ο οποίος τους συνέλαβε και τους έκλεισε στη φυλακή. Επι 17 μέρες υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια μέχρι τον θανατό τους το 1835 στο παραθαλάσσιο χωρίο της Θράκης, τη Μάκρη, απέναντι από τη Σαμοθράκη.
μνήμη των Πέντε Νεομαρτύρων εορτάζεται κάθε χρόνο την Κυριακή του Θωμά πανδήμως στο νησί της Σαμοθράκης (όπου φυλάσσονται τα λείψανά τους) αλλά και στον τόπο μαρτυρίου τους, την Μάκρη.

 

 

 

 

Όσιος Θεοφάνης ο ομολογητής

 

 

Όσιος Θεοφάνης γεννήθηκε περίπου το 760 μ.Χ, από χριστιανούς γονείς, τον Ισάακ και τη Θεοδότη. Σε ηλίκια μόλις, 8 χρονών, ο Όσιος έμεινε ορφανός από πατέρα και την ανατροφή ανέλαβε εξ ολοκλήρου η μητέρα του.
λίγα χρόνια, η μητέρα του, αποφάσισε να παντρέψει το Θεοφάνη με μια πλούσια γυναίκα, τη Μεγάλω. Ο Όσιος Θεοφάνης, όμως, που επιθυμούσε να ακολουθήσει τη μοναστική ζωή, διέλυσε γρήγορα το γάμο αυτό. Η Μεγάλω, εκάρη μοναχή στη ιερά μονή της Πριγκίπου και μετονομάστηκε Ειρήνη. Ο Θεοφάνης, πήγε στη μονή του Μεγάλου Αγρού της Σιγριανής, όπου εκάρη μοναχός και αργότερα πρεσβύτερος της μονής. Ο τότε ηγούμενος της μονής Σακουδίωνος Πλάτωνα, αναγνωρίζοντας το υψηλό επίπεδο μορφώσεως του Οσίου, τον καλεί μαζί με άλλους σημαντικούς ηγούμενους της εποχής, να συμμετάσχουν στην 7η Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 787 μ. Χ.
ο Όσιος Θεοφάνης, επέστρεψε από τη Νίκαια, χειροτόνησε ηγούμενο στη μονή του τον μοναχό Στρατήγιο και εκείνος, αποσύρθηκε στο απέναντι νησί Καλώνυμον. Εκεί, ίδρυσε μια καινούργια μεγάλη μονή, όπου έζησε έξι χρόνια και ασχολήθηκε αποκλειστικά με την συγγραφή κειμένων και την καλλιγραφία.
από λίγο καιρό, όμως, ο Όσιος αρρώστησε βαριά από οξεία λιθίαση και παρ όλο που ήταν άρρωστος, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, ύστερα από την πρόσκληση του Λέοντος του Αρμένιου. Στη συνάντηση αυτή, μέσω του Πατριάρχη Ιωσήφ του εικονομάχου, προσπάθησαν να πείσουν τον Όσιο Θεοφάνη να ταχθεί υπέρ της εικονομαχίας. Ο Όσιος μη μπορώντας να προδώσει την Ορθόδοξη πίστη, αρνήθηκε και έτσι τον φυλάκισαν. Στη συνέχεια τον εξόρισαν στο νησί της Σαμοθράκης, όπου εκοιμήθη το έτος 815 ή 818 μ.Χ. Το 822 μ.Χ. οι μαθητές του πήραν τα ιερά λείψανα του Οσίου Θεοφάνη και τα μετέφεραν στην μονή του, όπου φυλάσσονται μέχρι και σήμερα. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 12 Μαρτίου.

 

 

 

 

 

 

 

Άγιος Αναστάσιος νεομάρτυς

 

Άγιος Αναστάσιος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ναύπλιο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και εργαζόταν ως ζωγράφος. Σε νεαρή ηλικία αρραβωνιάστηκε με μια κοπέλα, αλλά άκουσε κάποια άσχημα λόγια για την αρραβωνιαστικιά του και αποφάσισε να την αφησεί. Οι γονείς της κοπέλας, όμως, προκειμένου να ξαναγυρίσει ο Άγιος Αναστάσιος του έκαναν μάγια, που είχαν ως αποτέλεσμα να χάσει εντελώς το μυαλό του και να τριγυρίζει σαν τρελός. Οι Τούρκοι, βλέποντας πως ο Άγιος Αναστάσιος έχει τρελαθεί, τον έκαναν να αλλαξοπιστήσει.
από λίγο καιρό, όμως, ο Άγιος -με τη βοήθεια του Θεού- έγινε εντελώς καλά και μόλις κατάλαβε πως είχε γίνει μουσουλμάνος, πέταξε την τούρκικη φορεσιά που του είχαν βάλει και άρχισε να φωνάζει πως πάντα χριστιανός ήταν και χριστιανός θα μείνει. Οι Τούρκοι, τότε, τον οδήγησαν στον κριτή, ο οποίος, προσπάθησε με πολλούς τρόπους να μεταπείσει τον Άγιο, χωρίς, όμως κανένα αποτέλεσμα. Ο κριτής, διέταξε τον αποκεφαλισμό του, οι Τούρκοι στρατιώτες, όμως, αψήφησαν την εντολή του κριτή και άρχισαν να τον χτυπούν με ξύλα, σπαθιά και μαχαίρια μέχρι που τον κατέκοψαν σε μικρά κομμάτια.
Άγιος Αναστάσιος μαρτύρησε την 1η Φεβρουαρίου του 1655 ή 1654 μ. Χ. και από το 1935 έχει καθιερωθεί πολιούχος της πόλης του Ναυπλίου. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο την 1η Φεβρουαρίου.

 

 

 

Άγιος Λεωνίδης και οι συνοδοί του

 

Άγιος Λεωνίδης καταγόταν από την Τροιζήνα και έζησε κατά τον 3ο αιώνα μ. Χ. στην ευρύτερη περιοχή της Επιδαύρου. Ο Άγιος μαρτύρησε μαζί με 7 γυναίκες (Χαρίσση, Νίκη, Γαλήνη, Καλλίδα, Νουνεχία, Βασίλισσα, Θεοδώρα), που απ ότι φαίνεται ήταν μαθήτριες του και ζούσαν κοντά του.
Μεγάλο Σάββατο του 250 μ. Χ. , ύστερα από εντολή του ανθυπάτου Βενούστου, ο Άγιος Λεωνίδας συνελήφθη μαζί με τις 7 γυναίκες, και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα της περιοχής, ο οποίος τους ζήτησε να απαρνηθούν τον χριστιανισμό προκειμένου να τους χαρίσει τη ζωή τους. Ο Άγιος Λεωνίδης μαζί με τις συνοδούς τους, αρνήθηκαν να αλλαξοπιστήσουν και έτσι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Τον Άγιο Λεωνίδη, αφού πρώτα τον βασάνισαν τον κρέμασαν. Τις γυναίκες που ακολουθούσαν τον Άγιο, της έδεσαν τις έβαλαν πάνω σε ένα πλοίο και όταν έφτασαν σε ικανοποιητικό βάθος, τις έριξαν στον βυθό. Οι υπόλοιποι χριστιανοί της Επιδαύρου, περισυνέλεξαν τα νεκρά σώματα και τα ενταφίασαν. Ο πρώτος ναός προς τιμή του Αγίου Λεωνίδη χτίστηκε το 1833 από τον εφημέριο της κοινότητας τον Νικόλαο Νάτσουλη. Τα λείψανα του Αγίου και των 7 μαρτύρων βρέθηκαν αρκετά αργότερα το 1916, από τους κατοίκους της περιοχής. Η μνήμη του Αγίου Λεωνίδη και των 7 μαθητριών του τιμάται στις 16 Απριλίου.

 

 

 

Άγιος Αγγελής νεομάρτυρας Αργείου

 

Άγιος Αγγελής γεννήθηκε στο Άργος της Πελοποννήσου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και έζησε, όμως, στο Κουσάντασι της Μικράς Ασίας, όπου εργαζόταν ως πρακτικός γιατρός.
μέρα, γνώρισε ένα Γάλλο άθεο, ο οποίος κορόϊδευε τη χριστιανική πίστη. Ο Άγιος τότε, προσπαθώντας να τον μεταπείσει τον κάλεσε μέχρι και σε μονομαχία, πιστεύοντας πως θα τον κερδίσει, μόνο με την πίστη του. Το ίδιο βράδυ, ο Άγιος πήγε στον πνευματικό του ζητώντας την ευχή του και την ευλογία του και στη συνέχεια προσευχήθηκε όλη τη νύχτα, ζητώντας βοήθεια από το Θεό για τη δοκιμασία που τον περίμενε την επομένη. Όταν ξεκίνησε η μονομαχία, ο Γάλλος, κυριευμένος από φόβο πέταξε τα όπλα του και ανακηρύχθηκε νικητής ο Άγιος Αγγελής. Ύστερα από αυτή τη μονομαχία η συμπεριφορά του Αγίου, άλλαξε πολύ και μάλιστα προς το χειρότερο. Κλέιστηκε στο σπίτι του, δεν δεχόταν σχεδόν κανέναν και διατυμπάνιζε πως νίκησε τον αντίπαλό του χάρη στη μεγάλη του πίστη.
απεγνωσμένα να μαρτυρήσει για το Χριστό, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που προκαλούσε συνεχώς τους Τούρκους με τις παράλογες πράξεις του.
και στο σημείο να αλλαξοπιστήσει, προσπαθώντας να ξεγελάσει τους Τούρκους, οι οποίοι στο τέλος τον θεώρησαν απλώς τρελό και αντί να τον οδηγήσουν στο δικαστήριο (όπως επιθυμούσε ο ίδιος) τον έστειλαν στη Χίο. Και στη Χίο, όμως,η αλλοπρόσαλη συμπεριφορά του Αγίου συνεχίστηκε.
επιτέλους, κατάλαβε πως είχε υποπέσει στο αμάρτημα της υπερηφάνιας, μετανόησε και ζήτησε συγχώρεση από το Θεό.
μέρα ξύρισε τα γένια του και πήγε στο τελωνείο. Όταν οι Τούρκοι τον είδαν, τον ρώτησαν για ποιό λόγο ξυρίστηκε και εκείνος απάντησε, πως παλιά ήταν Τούρκος, τώρα, όμως που έγινε χριστιανός θα ξυρίζεται, όπως κάνουν και οι υπόλοιποι χριστιανοί. Τότε, οι Τούρκοι τον φυλάκισαν στο κάστρο, όπου τον βασάνιζαν όλη τη νύχτα. Την επόμενη μέρα τον οδήγησαν στον διοικητή, ο οποίος τον καταδίκασε σε θάνατο. Έτσι, στις 3 Δεκεμβρίου του 1813 ο Άγιος Αγγελής θανατώθηκε δια αποκεφαλισμό στην περιοχή Βουνάκι. Το ιερό λείψανο του Αγίου παρέμεινε στο τόπο αποκεφαλισμού του για τρεις μέρες. Οι χριστιανοί της γύρω περιοχής, προσπάθησαν να πάρουν τα λείψανα του Αγίου, δωροδοκόντας τους Τούρκους στρατιώτες. Αυτοί, όμως, εξοργίστηκαν τόσο πολύ από την επιμονή των χριστιανών, που έριξαν τα λείψανα του Αγίου στη θάλασσα. Η μνήμη του Αγίου Αγγελή τιμάται στις 3 Δεκεμβρίου.

 

 

 

 

Άγιος Αρσένιος

 

όσιος Αρσένιος (κατά κόσμον Αθανάσιος), γεννήθηκε στα Ιωάννινα το1800 μ. Χ. από ευσεβείς και πιστούς γονείς. Σε πολύ μικρή ηλικία, ορφάνεψε από μητέρα και πατέρα και έτσι στα εννιά του χρόνια πήγε στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου με την καθοδήγηση του Σχολάρχη Αρχιμανδρίτη Γρηγορίου, γράφτηκε στη στη σχολή του.
παρέμεινε για πέντε χρόνια, στη διάρκεια των οποίων γνωρίστηκε με τον γέροντα Δανιήλ, τον οποίο και αποφάσισε να ακολουθήσει στο Άγιο Όρος, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Αρσένιος. Πιστός ακόλουθος του γέροντα Δανιήλ, ο Άγιος Αρσένιος, ταξίδεψε στην Ιερά Μονή Πεντέλης, στην συνέχεια στην Πάρο, στις ιερές Μονές Λογγοβάρδας και Αγίου Αντωνίου Μαρπήσσης, στα νησιά Σίκινος και Φολέγναδρος.
Φολέγανδρο έμεινε για πολλά χρόνια, χειροτονήθηκε διάκονος,  διορίστηκε μέγας ελληνοδιδάσκαλος και αφιερώθηκε στο ιερποστολικό του έργο.
την κοίμηση του γέροντα Δανιήλ, ο Αρσένιος, θέλησε να επιστρέψει στο Άγιο Όρος, ο Αρχιμανδρίτης Πάρου, όμως, Ηλίας Γεωργιάδης, έπεισε τον Αρσένιο να παραμέινει μαζί του στην Πάρο, στην Ιερά μονή Αγίου Γεωργίου. Όσο καιρό παράμεινε στη μονή αυτή ο Άγιος Αρσένιος, επιδόθηκε στον ασκητικό βίο, έτρωγε ελάχιστα και προσευχόταν όλη μέρα. Ο Αρσένιος, αποτελούσε παράδειγμα ασκητή για τους υπόλοιπους συμοναστές του, οι οποίοι και πρότειναν να γίνει πρεσβύτερος της μονής. Ο ίδιος, όμως, από ταπεινότητα αρνήθηκε, μα ύστερα από προτροπή του Μητροπολίτη Κυκλάδων Δανιήλ, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
φήμη του Αγίου Αρσενίου εξαπλώθηκε γρήγορα στη γύρω περιοχή και πολλοί ήταν εκείνοι που τον επισκέπτονταν για να εξομολογηθούν, να τον συμβουλευτούν και να τους ευλογήσει. Ο Άγιος, όμως, ήθελε να αφιερωθεί στη μοναστική ζωή και έτσι άρχισε να απομονώνεται. Η σκληρή άσκηση σωματική και πνευματική, η συνεχής νηστεία και οι κακουχίες, κούρασαν τον Άγιο και άρχισαν να επηρεάζουν την υγεία του. Προαισθανόμενος, το θάνατό του ο Αρσένιος, κάλεσε όλους τους μοναχούς, τους συμβούλεψε για τελευταία φορά και την επόμενη μέρα 31 Ιανουαρίου του 1877 εκοιμήθη. Στην κηδεία του Αγίου συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου και το ιερό λείψανό του τέθηκε για τρεις μέρες σε λαϊκό προσκήνυμα. Η Ορθόδοξη Εκκλλησία, ανακήρυξε ως Άγιο, τον Αρσένιο, τον Ιούνιο του 1967. Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε και ένας μικρός ναός προς τιμήν του Αγίου.
τίμια κάρρα του Αγίου και μέρη του Ιερού λειψάνου, φυλάσσονται στην Ιερά μονή Χριστού Δάσους. Η Εκκλησία τιμά την κοίμηση του Αγίου στις 31 Ιανουαρίου και την ανακομιδή των λειψάνων του στις 18 Αυγούστου.

 

 

 

 

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
Άγιος Νικόδημος (κατά κόσμον Νικόλαος) γεννήθηκε το 1749 στη Χώρα της Νάξου, από ευσεβείς γονείς τον Αντώνιο και την Αναστασία, οι οποίοι τον δίδαξαν τη χριστιανική πίστη και ιδιαιτέρως η μητέρα του. Από μικρή ηλικία γράφτηκε στη σχολή Αγίου Γεωργίου της Νάξου, έχοντας δάσκαλο τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο. Στη συνέχεια πήγε στην Ευαγγελική σχολή της Σμύρνης, όπου έμεινε για 5 χρόνια, με δάσκαλο τον Ιερόθεο Βουλισμά (διευθυντής της σχολής).  Όσο καιρό έμεινε στη Σμύρνη ο  Άγιος Νικόδημος, σπούδασε εκτός της θεολογίας, φιλοσοφία, ιατρική, αστρονομία και πολλές άλλες επιστήμες. Μίλουσε, άριστα γαλλικά, ιταλικά και λατινικά. Το 1770, αφού αποφοίτησε από τη σχολή της Σμύνης, επέστρεψε στην Νάξο, όπου εργάστηκε ως γραμματέας της Μητρόπολης Παροναξίας, επί του μητροπολίτη Άνθιμου του Γ. Η μητέρα του έγινε μοναχή στην Ιερά μονή Χρυσοστόμου (Νάξο), μα και ο Άγιος γοητευμένος από τη μοναστική ζωή ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι. Έτσι, το 1775 πήγε στο Άγιο Όρος στη μονή Διονυσίου, όπου εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Νικόδημος. Γρήγορα, ο Άγιος διακρίθηκε για την ασκητικότητα και την πνευματικότητά του. Ιδιαίτερα, γνωστός, έγινε και λόγω των θεολογικών συγγραμάτων του όπως: “Συναξαριστής”, “Ερμηνεία των επιστολών του Παύλου” κ.α.
ηλικία, μόλις 60 χρονών, την Τετάρτη 14 Ιουλίου του 1809 ο Άγιος Νικόδιμος εκοιμήθη, στο κελί των Σκουρταιών, στις Καρυές του Αγίου Όρους. Μέχρι και σήμερα ο Άγιος Νικόδημος αποτελεί πρότυπο μοναχού, θεολόγου και διδασκάλου για την Εκκλησία. Κατά τον V. Grumel, “υπήρξε κανονολόγος, λειτουργιολόγος, αγιογράφος –δηλαδή ερμηνευτής των Γραφών, ασκητικός συγγραφεύς, εκδότης βιβλίων, εις των πλέον γονίμων συγγραφέων και αναμφιβόλως ο πλέον φιλόπονος Μοναχός, παρά του οποίου δοξάζεται η ελληνική Εκκλησία”. 
Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο το 1955 και η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 14 Ιουλίου. Επίσης η μνήμη του τιμάται την πρώτη και την τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, στη Νάξο, όπου τιμάται η Σύναξις των πέντε Αγίων της Προναξίας.

 

 

 

Άγιος Νικόλαος Πλανάς

 

 

Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς, γεννήθηκε το 1851 στη Νάξο, από ενάρετους γονείς τον Καπετάν- Γιάννη και την Αυγουστίνα, οι οποίοι είχαν ένα καϊκι που ταξίδευε από τη Νάξο στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη ακομά και την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Άγιος Νικόλαος από μικρό παιδί, περνούσε τις ώρες του στην εκκλησία, όπου προσευχόταν και έψελνε.
παππούς του Αγίου, που ήταν και ιερέας, έμαθε στον μικρό Άγιο τα πρώτα του γράμματα. Τον έμαθε να διαβάζει το Ιερό Ψαλτήριο και τον έπαιρνε μαζί του στις Θείες Λειτουργίες.
ο Νικόλαος, έφτασε 14 χρονών, ο πατέρας του πέθανε και αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Αθήνα με την μητέρα του και την αδερφή του. Σε ηλικία 17 ετών, η μητέρα του τον πάντρεψε με την Ελένη Προβελεγγίου, η οποία καταγόταν από τα Κύθηρα. Ο Άγιος Νικόλαος, απέκτησε ένα γιο, τον Ιωάννη μα ύστερα από κάποια χρόνια η γυναίκα του πέθανε.
στις 28 Ιουλίου του 1879 χειροτονήθηκε διάκονος στον Ιερό ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Πλάκας. Στις 2 Μαρτίου του 1885 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε στον Ιερό ναό Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού. Τα επόμενα χρόνια, ο Άγιος Νικόλαος βοήθησε πάρα πολλούς χριστιανούς υλικώς αλλά και πνευματικώς.
28 Φεβρουαρίου του 1932 ο Άγιος Νικόλαος λειτούργησε για τελευταία φορά, καθώς μετά τη Θεία Λειτουργία έχασε τις αισθήσεις του. Οι πιστοί της ενορίας του, προσπάθησαν να τον βοηθήσουν, μα δεν τα κατάφεραν. Έτσι, στις 2 Μαρτίου του 1932 εκοιμήθη. Το επόμενο πρωί μετέφεραν το λείψανό του στο ναό του Αγίου Ιωάννη στη Βουλιαγμένη και για τρεις μέρες τέθηκε σε λαϊκό προσκήνυμα. Το μεγάλο πλήθος κόσμου που συγκεντρώθηκε για να αποχαιρετήσει τον Άγιο Νικόλαο, φανερώνει για μια ακόμα φορά, πόσο πολύ τον αγαπούσαν και τον σέβονταν όλοι.
1992, τα θαυματουργά λείψανα του Αγίου μετφέρθηκαν  στο ναό που χτίστηκε προς τιμήν του, όπου φυλάσσονται σε ασημένια λάρνακα.
Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο κατά την Οικουμενική Σύνοδο του 1991-1992. Η μνήμη του τιμάται στις 2 Μαρτίου, μα και την πρώτη και τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου (Σύναξις Αγίων Παροναξίας).

 

Ο Άγιος Νέος Ιερομάρτυρας Ραφαήλ ο Ιθακήσιος

 

Άγιος Ραφαήλ (κατά κόσμον  Γεώργιος Λάσκαρης ή Λασκαρίδης), γεννήθηκε τον 15ο αιώνα στην Ιθάκη και συγκεκριμένα στην τοποθεσία Μύλοι, που βρισκόταν έξω από το χωριό Περαχώρι. Σε μικρή ηλικία κατατάχθηκε στον βυζαντινό στρατό, όπου και κατέκτησε πολλά αξιώματα. Σε ηλικία 35 ετών ο Άγιος γνωρίστηκε με τον ηγούμενο Ιωάννη, ο οποίος κάποια Χριστούγεννα επισκέφτηκε το στρατώνα με σκοπό να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους στρατιώτες. Ο ηγούμενος τους μίλησε όμως και για το Χριστό και τα λόγια του εντυπωσίασαν τον αξιωματικό, τότε, Γεώργιο (Ραφαήλ), ο οποίος και αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Χωρίς, λοιπόν, να ανακοινώσει τίποτα και σε κανέναν (ούτε στον ίδιο του πατέρα), έφυγε με τον ηγούμενο και έμειναν για πέντε χρόνια σε μια σπηλιά. Εκεί ο Άγιος, επιδόθηκε στην προσευχή, τη νηστεία και την άσκηση. Όταν πέθανε ο ηγούμενος Ιωάννης ο Άγιος Ραφαήλ, επέστρεψε στο σπίτι του. Την ίδια ακριβώς περίοδο, χειροτονείται ιερέας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, όπου χάρη στην υψηλή του μόρφωση και στα προσόντα του, απέκτησε γρήγορα το οφίκιο του Πρωτοσύγγελου.
καιρό αργότερα στάλθηκε από το Πατριαρχείο στο Μορλαί της Γαλλίας, όπου έλαβε μέρος σε σπουδαίες θεολογικές συζητήσεις με ανθρώπους από διάφορες χώρες. Σε αυτό του το ταξίδι, ο Άγιος Ραφαήλ, συναντήθηκε με τον νεαρό, τότε Νικόλαο που καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Όταν επέστρεψαν μαζί στην Ελλάδα, ο Άγιος, άρχισε να στέλνει τον Νικόλαο σε διάφορες περιοχές, με σκοπό να κηρύττει τον λόγο του Θεού.
1453, όμως, με την άλωση της Πόλης, ο Άγιος Ραφαήλ και ο Νικόλαος, ενεγκάστηκαν να φύγουν και έτσι ξεκίνησαν από κάποια ακτή της Αλεξανδρούπολης με προορισμό την Ενετοκρατούμενη, ακόμα Λέσβο. Όταν έφτασαν εκεί, εγκαταστάθηκαν στο μοναστήρι της Παναγίας των Καρυών, όπου ήδη κατοικούνταν και από άλλους μοναχούς.
1462, όμως, οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Λέσβο και αμέσως προχώρησαν σε διωγμούς εναντίον των χριστιανών, οι οποίοι προκειμένου να γλιτώσουν κρυβόντουσαν στα βουνά του νησιού αλλά και στο μοναστήρι των Καρυών. Όταν οι Τούρκοι κατάλαβαν, πως χρησιμοποιούν το μοναστήρι ως κρησφύγετο, κάλεσαν ενισχύσεις από τη Μικρά Ασία και επιτέθηκαν στο μοναστήρι τη Μ. Παρασκευή του 1463. Ο Άγιος Ραφαήλ μα και όλοι οι χριστιανοί, υποβλήθηκαν σε πολύ σκληρά βασανιστήρια και για πολλές συνεχόμενες ημέρες. Αφού, σταμάτησαν τα βασανιστήρια, τους αποκεφάλισαν και έβαλαν φωτιά στη μονή.
ιερά λείψανα των μαρτύρων ενταφιάστηκαν από τον παπα- Σάββα, τον μοναχό Σταύρο και τον επιστάτη της μονής. Πολύ αργότερα χτίστηκε ο ναός του Αγίου Ραφαήλ στο Περαχώρι της Ιθάκης, στον οποίο μετάφερθηκαν και τα ιερά λείψανά του. Η μνήμη του Αγίου Ραφαήλ τιμάται την πρώτη Κυριακή μετά την 3η Ιουλίου, κάθε χρόνο.