Την  μνήμη του Οσίου  Ιερωνύμου του Σιμωνοπετρίτου, που με συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 27 Νοεμβρίου 2019 ανεγράφη στις αγιολογικές δέλτους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τιμά σήμερα, για πρώτη φορά, η Πολιτεία του Αγίου Όρους.

Ο όσιος  προσήλθε στην Σιμωνόπετρα σε ηλικία δεκαεπτά ετών και εγκαταβίωσε σ’ αυτήν για 43 ολόκληρα χρόνια, διετέλεσε δε Ηγούμενος της Μονής κατά τα έτη 1920-1931. Στην συνέχεια και μέχρι την οσιακή κοίμησή του, το 1957, χρημάτισε Οικονόμος και πνευματικός στο γνωστό Σιμωνοπετρίτικο Μετόχιο της Αναλήψεως στους πρόποδες του Υμηττού, υφιστάμενου από εκατονταετίας και πλέον, προτού καν σχηματιστεί ο οικισμός των προσφύγων και αργότερα ο πολεοδομικός ιστός του Βύρωνα και της Καισαριανής, όπου εκοιμήθη και ετάφη και μέχρι σήμερα προσκυνείται ο τάφος του.

«Διό καί θεσπίζομεν Συνοδικῶς καί διοριζόμεθα καί ἐν Ἁγίῳ διακελευόμεθα Πνεύματι ὅπως, ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἑξῆς, εἰς αἰῶνα τόν ἅπαντα, ὁ ὅσιος Γέρων Ἱερώνυμος ὁ Σιμωνοπετρίτης, συναριθμῆται τοῖς ὁσίοις καί ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ἐτησίοις ἱεροτελεστίαις παρά τῶν πιστῶν τιμώμενος καί ὕμνοις ἐγκωμίων ἐσαεί μετά πάσης εὐλαβείας ἐν ὡρισμένῃ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ γεραιρόμενος, ἤτοι τῇ θ΄ τοῦ μηνός Μαΐου, ἡμέρᾳ ἐν ᾗ συνέφθασε καί ἡ ἀνακομιδή καί πρώτη προσκύνησις τοῦ τιμίου αὐτοῦ λειψάνου, μέχρι τερμάτων αἰώνων, τῆς ἁγίας μνήμης αὐτοῦ παρ’ οὐδενός διασειομένης ἤ κωλυομένης τό σύνολον», αναφέρει, μεταξύ άλλων, η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη.

Ο όσιος Γεννήθηκε στο χωριό Ρεΐζντερε της επαρχίας Κρήνης Μικράς Ασίας με το κατά κόσμον όνομα Ιωάννης Διακογιώργης από φτωχούς και ευσεβείς γονείς, τον Νικόλαο και τη Μαρία Διακογιώργη. Ήταν «πτωχός εκ πτωχών γονέων», όπως του άρεσε να λέει για τον εαυτό του. Η εκκλησία του χωριού αποτελούσε το κέντρο της ζωής του

Με την ενηλικίωσή του μετέβη στο Άγιο Όρος και συγκεκριμένα στη Μονή Σίμωνος Πέτρας (28 Οκτωβρίου 1888) όπου κατά κυρίο λόγο μόναζαν Μικρασιάτες μοναχοί. εκάρη μοναχός στις 21 Μαρτίου 1893, Κυριακή των Βαΐων.

Στις 11 Απριλίου 1920 χειροτονείται διάκονος, στις 12 Απριλίου του ιδίου έτους πρεσβύτερος και στις 20 Απριλίου 1920, Κυριακή των Μυροφόρων, ενθρονίζεται καθηγούμενος της μονής. Διετέλεσε καθηγούμενος της Μονής Σίμωνος Πέτρας από το 1920 έως το 1931.

Εξελέγη Καθηγούμενος της Μονής το 1920. Το 1924 γίνεται η ημερολογιακή μεταρρύθμιση και στην εορτή του Ευαγγελισμού λειτουργεί για πρώτη φορά με το νέο ημερολόγιο στο Μετόχι της Αναλήψεως. «Αυτό γεννά έντονη αντίδραση στην Μονή, ώστε, όταν επιστρέφει, να του απαγορευθεί από μια ομάδα μοναχών η είσοδος στον ναό για έξι μήνες. Αυτός ήρεμα υπομένει χωρίς να υποχωρεί στις θέσεις του, μια και πιστεύει ότι το θέμα προκαλείται από κάποιους ‘’οίτινες εκ δοκησισοφίας παραπλανηθέντες και αδιακρίτως εμόμένουν μετά πεισμονής εν οίς ουκ έόδει και νομίζοντες ότι έχουν το δικαίωμα να κρίνωσι και να επικρίνωσι…’’»

Συκοφαντήθηκε από συμμοναστές του για κακή οικονομική διαχείριση και με απόφαση της Κοινότητας του Αγίου Όρους εξορίστηκε στη Μονή Κουτλουμουσίου για έξι μήνες. Παρότι ο ίδιος γνώριζε τον πραγματικό καταχραστή, ποτέ δεν τον κατέδωσε και υπέστη ο ίδιος τις ταλαιπωρίες. Ακόμη, προσευχόταν θερμά για τους κατηγόρους και τους συκοφάντες του.

Ακολούθως η Κοινότητα, εμμέσως αναγνωρίζοντας την αθωότητά του, διακόπτει την εξορία του και τον αποστέλει στο Μετόχιο της Μονής Σιμωνόπετρας που βρισκόταν στην προσφυγική συνοικία του Βύρωνα στην Αθήνα. Εκεί, βοήθησε πολλούς κατοίκους που ήταν μάλιστα και συμπατριώτες του Μικρασιάτες πρόσφυγες και είχαν πολλές υλικές και πνευματικές ανάγκες. Η φιλανθρωπική του δράση ήταν τόσο έντονη που η Μονή τον επέπληξε θεωρώντας ότι έκανε υπερβολές. Κοιμόταν στο σκαμνί ή στην καρέκλα. Ηταν υπερβολικά λιτοδίαιτος, ακόμα και στο νερό. Αξιώθηκε με τα χαρίσματα της διάκρισης, της διόρασης και της προόρασης. Επισκεπτόταν επίσης και το Σιμωνοπετρίτικο Μετόχιο του Αγίου Χαραλάμπους στη Θεσσαλονίκη, για τη διακονία της εξομολογήσεως και της πνευματικής στήριξης προσώπων. Μάλιστα το έτος 1937 του προτάθηκε η επιστροφή στον ηγουμενικό θρόνο της Μονής, αλλά διακριτικά αυτός το αρνείται.

Εκοιμήθη σε ηλικία 86 ετών στις 7 Ιανουαρίου του 1957 και ετάφη στο μετόχι της Αναλήψεως στον Βύρωνα.

Η ανακομιδή των λειψάνων του πραγματοποιήθηκε το 1965 από τον συμπατριώτη του Μικρασιάτη Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Β΄ και όσοι παρίσταντο στην τελετή ανέφεραν ότι τα οστά του οσίου ευωδίαζαν. Σήμερα τα λείψανά του φυλάσσονται στη Μονή Σίμωνος Πέτρας και κατά την πρώτη λειτουργία μετά την αγιοκατάταξή του οι ξύλινες λάρνακες με την κάρα και τα λείψανά του τοποθετήθηκαν στον ηγουμενικό θρόνο ως έκφραση συγγνώμης για την άδικη δίωξή του. Μικρά τεμάχια των λειψάνων του μεταφέρθηκαν ως ευλογία στα δύο Σιμωνοπετρίτικα μετόχια της Αναλήψεως στον Βύρωνα και του Αγίου Χαραλάμπους στη Θεσσαλονίκη.

Ανακηρύχθηκε άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας το 2019 και η μνήμη του τιμάται στις 9 Μαΐου κάθε έτους

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος κατά την επίσκεψη του στο Άγιον Όρος, τον Οκτώβριο του 2019, ενώπιον της Σύναξης της Ιεράς κοινότητας, ανήγγειλε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα προχωρήσει στη μελέτη αγιοκατάταξης του Γέροντος Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτου. Αποδεχθείσα εισήγηση της Κανονικής Επιτροπής η Αγία και Ιερά Σύνοδος, που συνήλθε υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη στις 27 Νοεμβρίου 2019, τον ανέγραψε στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.