Ιωσήφ Αντωνόπουλος, o μάρτυρας της Θεσσαλονίκης

 

Ο Ιωσήφ Γ΄ Αντωνόπουλος ή Δαλίβαρης (13 Ιανουαρίου 1749 - 3 Ιουνίου 1821) ήταν διαδοχικά Μητροπολίτης Δράμας και Θεσσαλονίκης και έχει ανακηρυχθεί άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Οι πηγές γύρω από τη ζωή του είναι πενιχρές και εμποδίζουν μία διεξοδική βιογράφησή του. Γεννήθηκε στη Δημητσάνα στα μέσα του 18ου αιώνα. Τα πρώτα γράμματα πρέπει να τα έλαβε στη γενέτειρά του και ίσως να φοίτησε στο σχολείο της Μονή Φιλοσόφου ή στη Σχολή Δημητσάνας. Εικασίες μόνο μπορούν να γίνουν και για τα μετέπειτα βήματά του. Αγιο Ορος, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, είναι κάποιοι από τους πιθανούς μα όχι βέβαιους προορισμούς του, με σκοπό την περαιτέρω μόρφωσή του. Το 1780 ή το 1787 διαδέχεται τον μητροπολίτη Γεράσιμο τον εκ Πάρου, στον μητροπολιτικό θρόνο της Δράμας. Μετά τον θάνατο του Θεσσαλονίκης Γεράσιμου, μετατίθεται το Νοέμβριο του 1810 στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Τόσο κατά την αρχιερατεία του στη Δράμα όσο και στη Θεσσαλονίκη, μεταβαίνει συχνά στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να συμμετάσχει ως συνοδικό μέλος στην Πατριαρχική Σύνοδο. Πατριαρχικά έγγραφα που έχουν εκδοθεί κατά το διάστημα 1815-1821, φέρουν και τη δική του υπογραφή.

Με την έναρξη της Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ο Σουλτάνος θα ζητήσει για εγγύηση επτά αρχιερείς, ένας από τους οποίους ήταν και ο Ιωσήφ. Οι τουρκικές αρχές τότε τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν στην Κωνσταντινούπολη στις φυλακές του Μποσταντζή μαζί με τους συλληφθέντες επίσης επισκόπους Νικομηδείας Αθανάσιο, Δέρκων Γρηγόριο, Αγχιάλου Ευγένιο, Εφέσου Διονύσιο, Αδριανουπόλεως Δωρόθεο και Τυρνόβου Ιωαννίκιο.

Στις 10 Απριλίου απαγχονίστηκε ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ και ακολούθησε την ίδια ημέρα ο απαγχονισμός των αρχιερέων Αθανασίου Νικομηδείας, Ευγενίου Αγχιάλου και Διονυσίου Εφέσου. Στις 3 Ιουνίου 1821, έλαβαν χώρα οι απαγχονισμοί των υπόλοιπων φυλακισμένων μητροπολιτών σε διαφορετικό σημεία της Κωνσταντινούπολης: του μητροπολίτη Τυρνόβου Ιωαννικίου στο Αρναούτκιοϊ, του μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Δωροθέου στο Μέγα Ρεύμα, του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ιωσήφ στο Νεοχώρι και τέλος του μητροπολίτη Δέρκων Γρηγορίου στα Θεραπειά.

Ο Μανουήλ Γεδεών τον χαρακτηρίζει «πεπαιδευμένον και φιλόμουσον κληρικόν». Ενδεικτικό της φιλομάθειάς του ήταν το γεγονός πως ήθελε να προμηθεύεται νεοεκδοθέντα βιβλία. Ετσι αναφέρεται στον κατάλογο που εκδόθηκε το 1806 “Επιτομής χρονολογικής της Γενικής Ιστορίας, εκ της Γαλλικής εις την ημετέραν μετενεχθείσης διάλεκτον, μετά πλείστων σημειώσεων επαυξηθείσης υπό του φιλογενούς Λάμπρου Αντωνιάδου,του εκ Μοισίας”‧ εξάλλου συνδρομητής υπήρξε και της “Γεωγραφίας” του Διονυσίου Πύρρου του Θεσσαλού. Ταυτόχρονα ενισχύει την έκδοση και άλλων βιβλίων θρησκευτικού περιεχομένου, όπως του “Μαρτυρολογίου” του Νικόδημου του Αγιορείτη.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 3 Ιουνίου.


 

Βίος και πολιτεία του Αγίου ενδόξου ιερομάρτυρος Σεραφείμ Αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου

 

Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

 

Ο Αγιος Σεραφείμ καταγόταν από την Πεζούλα Αγράφων. Οι γονείς του, Σωφρόνιος και Μαρία, τον ανέθρεψαν με τα νάματα της πίστης, εγγράφοντάς τον στο σχολείο των ιερών γραμμάτων. Ο μικρός Σεραφείμ, ακόμη και όταν δεν πήγαινε στο σχολείο, τον περισσότερο καιρό τον περνούσε με ανάγνωση γραφών και βίων αγίων, ενώ ποτέ δεν έλειπε από τις ιερές ακολουθίες. Οταν ενηλικιώθηκε, ψάχνοντας για τόπο ησυχίας και άσκησης, κατέληξε στην Ι. Μονή της Κρυεράς Πηγής ή Κυρίας Θεοτόκου (Κορώνης), όπου εκάρη μοναχός. Με τον καιρό, βλέποντας οι συμμοναστές του τις αρετές του (νηστεία, αγρυπνία, ταπείνωση, αγάπη), πρότειναν και ο άγιος δέχτηκε να χειροτονηθεί, αρχικά αναγνώστης, μετέπειτα διάκονος και εν τέλει πρεσβύτερος. Ηταν τόση η εκτίμηση του λαού στο πρόσωπό του, που μετά την εκδημία του Μητροπολίτη Φαναρίου και Νεοχωρίου, ο Σεραφείμ εκλέχτηκε Επίσκοπος. Ο Αγιος, αναλαμβάνοντας τη φροντίδα και την καθοδήγηση τόσων ψυχών, πολλαπλασίασε τους αγώνες του φροντίζοντας με ταπείνωση το ποίμνιό του, αποκαλώντας συχνά τον εαυτό του αχρείο δούλο. Την περίοδο εκείνη, αρχές του 17ου αι., ο μητροπολίτης Λάρισας, Διονύσιος Φιλόσοφος, κήρυξε την επανάσταση στις περιοχές Ηπείρου και Θεσσαλίας όπου απέτυχε, ενώ ο ίδιος, ως υπαίτιος, φονεύτηκε βασανιζόμενος από τους Οθωμανούς.

ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Σ’ αυτή τη συγκυρία ο Σεραφείμ μετέβη στο Φανάρι Καρδίτσας για να δώσει τα καθιερωμένα πεσκέσια στους αγάδες. Οι Οθωμανοί, πιστεύοντας ότι και ο Σεραφείμ μετείχε στην επανάσταση, του επετέθησαν, στην αρχή λεκτικά, προτείνοντάς του να απαρνηθεί την πίστη του, για να γλυτώσει από την τιμωρία σβήνοντας τις υποψίες. Μετά τη θαρρετή άρνηση του Αγίου, ο τουρκικός όχλος τον οδήγησε στον Χαμούζ μπέη, πασά του Φαναρίου. Ο πασάς άρχισε με ήρεμο τρόπο να μιλά στον Αγιο, λέγοντάς του ότι ακόμα κι αν απατήθηκε από τον Διονύσιο, μπορούσε να γλυτώσει αν γινόταν μουσουλμάνος. Ο Αγιος υπερασπίστηκε την αλήθεια των λόγων του, επιμένοντας ότι και δεν είχε ανάμειξη στην επανάσταση και ότι δεν είχε σκοπό να αποχωρισθεί ποτέ τον Ιησού Χριστό, προσθέτοντας: «Καν μυρίους θανάτους ήθελα λάβει διά το όνομά Του το άγιον, χαράν μου και ευφροσύνην το έχω· προς ταύτα, ω ηγεμών, παίε, κόπτε, ποίει, ό,τι είναι της εξουσίας σου». Τότε ο αγάς διέταξε να τον δείρουν ανηλεώς και να του κόψουν τη μύτη. Ενώ ο Αγιος έπασχε αυτά, ευχαριστούσε τον Θεό που τον αξίωνε να μαρτυρήσει για το όνομά Του. Κατόπιν φυλακίστηκε χωρίς φαγητό και νερό. Εκεί ο Αγιος έχαιρε και δοξολογούσε τον Θεό, ευχαριστώντας τον για τα παθήματα που αξιώθηκε να υπομένει προς δόξαν του Αγίου Τριαδικού Θεού, προσευχόμενος να του δώσει δύναμη για να αντέξει το μαρτύριο. Την επομένη ο τύραννος διέταξε να του ξαναφέρουν τον Σεραφείμ. Ο Χαμούζ, με νέες απειλές, προσπαθούσε να κάμψει το φρόνημα του Αγίου. Μα εκείνος επαναλάμβανε αποφασιστικότερα την απόφασή του να μην αρνηθεί τον Ιησού Χριστό. Τότε ο αγάς διέταξε να τον ξαναδείρουν αγριότερα. Οι βασανιστές συνέχισαν τα απάνθρωπα κατορθώματά τους, τανώντας με σχοινιά χέρια και πόδια του Αγίου, ενώ συγχρόνως του έβαλαν στην κοιλιά μία μεγάλη πέτρα και τον κατέκοπταν με μαχαίρια συνεχώς. Επειτα του έδωσαν να πιει νερό με χώμα και χολή, ενώ το πρόσωπο του Αγίου έλαμπε δείχνοντας σαν να μετείχε σε ευωχία κι όχι σε βασανισμό. Ακόμη και οι βασανιστές του θαύμαζαν. Κοντά σ’ ένα κυπαρίσσι, στον χώρο του φαναριώτικου παζαριού, ο Αγιος παρέδωσε το πνεύμα του πληγωμένος θανάσιμα στα σπλάχνα του. Ηταν 4 Δεκεμβρίου. Το άγιο σώμα έμεινε εκεί αρκετές μέρες, καρφωμένο στο βασανιστικό ξύλο, αλλά δεν αλλοιώθηκε. Το αντίθετο: φαινόταν σαν σώμα ζωντανού και έβγαζε άρρητη ευωδία, προξενώντας θαυμασμό στους πιστούς και απορία στους Οθωμανούς. Μετά από ημέρες διετάχθη να αποκοπεί η κεφαλή του Αγίου και να μεταφερθεί στα Τρίκαλα μαζί με άλλα κεφάλια αγωνιστών της επανάστασης του Διονυσίου. Εκεί τοποθετήθηκαν όλα πάνω σε κοντάρια, δημιουργώντας ένα μακάβριο δάσος για να παραδειγματιστούν οι “γκιαούρηδες” της περιοχής. Ο ηγούμενος της Μονής Δουσίκου που βρέθηκε στα Τρίκαλα, έδωσε σε κάποιον Αλβανό χριστιανό πενήντα γρόσια για να κλέψει την κεφαλή του Αγίου, με σκοπό να την αποθησαυρίσει στη Μονή του. Την προσπάθεια κλοπής του λειψάνου αντιλήφθηκαν φύλακες που όρμησαν κυνηγώντας τον χριστιανό που έτρεχε γρήγορα μαζί με το λείψανο. Κοντά σε γέφυρα του Πηνειού, οι διώκτες του τον πλησίασαν επικίνδυνα. Τότε εκείνος έριξε το άγιο λείψανο στο ποτάμι ξεφεύγοντας από τους Τούρκους, που σταμάτησαν βλέποντας την προηγούμενη σκηνή. Λίγο πιο κάτω από τη γέφυρα δύο ψαράδες που είχαν στήσει φράκτη στην κοίτη του Πηνειού, με θαυμαστό τρόπο βρήκαν το άγιο λείψανο κι αφού το αναγνώρισαν, το πήραν ευλαβικά και το παρέδωσαν στον ηγούμενο που προαναφέραμε. Αργότερα ο ηγούμενος της Ι.Μ. Κορώνης ζήτησε το λείψανο από τους Δουσικιώτες, επειδή ο Αγιος Σεραφείμ εκεί είχε μονάσει, δίνοντάς τους και τα πενήντα γρόσια που είχαν πληρώσει στον χριστιανό που πήγε να το κλέψει. Εκτοτε η κάρα του Αγίου βρίσκεται εκεί αποθησαυρισμένη και μέχρι σήμερα ευωδιάζει και ελευθερώνει τους προσφεύγοντας στη μεσιτεία του Αγίου από κάθε νόσο ή κακό.


 

Ο Γρηγόριος Αργυροκαστρίτης

 

Ο Γρηγόριος γεννήθηκε στο Αργυρόκαστρο της επαρχίας Δρυϊνουπόλεως, όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία της Μοσχόπολης. Δεν γνωρίζουμε πότε εντάχθηκε στις τάξεις του κλήρου και εκάρη μοναχός. Στα 1798 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Παραμυθίας, αλλά έμεινε εκεί λίγους μόνο μήνες.

Το 1799 μετατέθηκε στον επισκοπικό θρόνο Ευρίπου. Η μετάθεσή του ίσως ήταν αποτέλεσμα της άρνησής του να αφορίσει τους ξεσηκωμένους Σουλιώτες όταν του το ζήτησε ο Αλή πασάς. Στη νέα του θέση παρέμεινε μέχρι το 1823. Κατά τη διάρκεια της θητείας του εμπόδισε την ίδρυση σχολείων από τον ιατροφιλόσοφο Γεώργιο Χρυσοχόο ή Χρυσοφό (ή Κονίστρο ή Κονιστριάτη), επειδή διέδιδε την αθεΐα. Ο Γρηγόριος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Αφού συνεννοήθηκε με καπεταναίους Χορμοβίτες, Αργυροκαστρίτες και Χιμαρέους, τους κάλεσε να κατέβουν στην Εύβοια και να οργανώσουν τις απαρχές της επανάστασης στην περιοχή αυτή. Με την έναρξη της Επανάστασης φυλακίσθηκε από τους Τούρκους στη Χαλκίδα. Ο Μουσελίμης της Χαλκίδας τον πήρε μαζί του σε περιοδεία που έκανε σε χωριά της Καρυστίας, με σκοπό να αποθαρρύνει τους ξεσηκωμένους Ελληνες. Η απελευθέρωση του Μητροπoλίτη επιτεύχθηκε όταν ο Αλέξανδρος Κριεζής απείλησε πως θα κρεμούσε έντεκα Τούρκους και έναν Εβραίο αιχμάλωτο. Τελικά μετά από λίγες μέρες απελευθερώθηκε. Ξαναφυλακίσθηκε αλλά δραπέτευσε, αφού δωροδόκησε τους δεσμοφύλακές του το καλοκαίρι του 1822. Εστειλε επιστολή στην Κεντρική Διοίκηση της Ελλάδος στο Ναύπλιο ζητώντας να αξιοποιηθεί σε κάποια θέση για τις ανάγκες του αγώνα. Ο Γρηγόριος δεν έλαβε την επιθυμητή απάντηση και κατέφυγε στην Κέρκυρα, διατηρώντας όμως ακόμα τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Ευβοίας.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1827 εκλέγεται Μητροπολίτης Αθηνών μετά από εισήγηση του Πατριάρχη Αγαθάγγελου. Στη θέση του δεν έμεινε παρά λίγους μόνο μήνες, αφού στις αρχές του 1828 (Μάρτιος) πέθανε. Τάφηκε στη Χαλκίδα. Μεταξύ των πράξεων και ενεργειών που του αποδίδονται κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του είναι η μεταφορά της κινητής και ακίνητης περιουσίας της μονής Καισαριανής και της βιβλιοθήκης αυτής στη μητρόπολη Αθηνών. Ο Γρηγόριος ήταν ο πρώτος που μετέφρασε την Καινή Διαθήκη στην Αλβανική γλώσσα και μπορεί να θεωρηθεί ο θεμελιωτής της αλβανικής φιλολογίας. Θέλοντας να συμβάλει στη διάδοση της ορθόδοξης πολιτιστικής παράδοσης στη Βαλκανική, αλλά και στη διατήρηση της γλωσσικής ποικιλίας, έθεσε απέναντι από την αλβανική μετάφραση όχι το αρχέτυπο κείμενο, αλλά το νεοελληνικό κείμενο του Μάξιμου Καλλιπολίτη.


 

Ο Επίσκοπος Αθηνών Διονύσιος Β΄

 

Οπως γράφει ο Ελ. Σκιαδάς, υπάρχουν προσωπικότητες τις οποίες είχε γνωρίσει και ήταν στη σκέψη του Γέρου του Μοριά, όταν απευθυνόμενος σε μαθητές στην Πνύκα έλεγε πως «Οταν πήραμε τα όπλα, είπαμε πρώτα Υπέρ Πίστεως και ύστερα Υπέρ Πατρίδος»! Ανάμεσά τους και ο Μητροπολίτης Αθηνών Διονύσιος Β΄, ο οποίος αρχιεράτευσε την πλέον κρίσιμη περίοδο του Αγώνα, από το 1820 έως το 1823. Κάθε προσπάθεια να βιογραφηθεί ο σπουδαίος εκείνος άνδρας οδηγεί σε βαθύτερες σκέψεις.

 

Η Εκκλησία

 

Ποια είναι τα στοιχεία που διατήρησαν οι σκλαβωμένοι Ελληνες κατά τη διάρκεια της σκοτεινής και μακραίωνης δουλείας; Πρώτα η πατριαρχική κοινωνική οργάνωση. Μετά ο τοπικισμός. Ευρύτερου συλλογικού χαρακτήρα ήταν η θρησκεία. Οπως κάθε ταυτότητα, έτσι και η θρησκευτική, προήρχετο από έναν πανίσχυρο μηχανισμό, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μηχανισμό συνδεδεμένο από την ίδρυση του Βυζαντίου έως και τον 19o αιώνα με τη λειτουργία δύο αλληλοδιάδοχων αυτοκρατορικών συστημάτων, του Βυζαντινού και του Οθωμανικού.

Πρόκειται περί διαπιστώσεων στις οποίες έχει πλέον καταλήξει αβίαστα η επιστημονική έρευνα και οι πηγές. Εχει ήδη γραφεί πως η παρακμιακή ισοπέδωση που προέκυψε στη χώρα μας από τις αρχές της δεκαετίας 1980, πριμοδότησε πλουσιοπάροχα και την προσπάθεια πραγματικής σκυλεύσεως των πηγών. Με πρόσχημα την εκλαΐκευση και προσαρμογή της ιστορικής γνώσεως στα σύγχρονα δεδομένα, επανήλθαν στην επικαιρότητα άλογες θεωρίες για την κοινωνική ταυτότητα της Επανάστασης, τον «κάτω λαό» και την «άρχουσα τάξη».

 

Ο Αρχιερεύς

 

Η πρακτική αδυναμία να αναπτυχθούν οι θεωρίες αυτές σε πανεπιστημιακό επίπεδο, οδήγησε στη διάχυσή τους – με τη μορφή πρωτογενών ερευνών – στα διάφορα επίπεδα της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων που γεννήθηκαν στους κόλπους τους (πνευματικά και ερευνητικά κέντρα, λαογραφικές εταιρείες, ινστιτούτα κ.ά.). Προέκυψε λοιπόν υπερπαραγωγή εντύπων, τα οποία αποσκοπούν στην απαξίωση διαφόρων ηρώων της Επαναστάσεως, την ανάδειξη άλλων, την υποτίμηση του ρόλου της Εκκλησίας και των Φιλελλήνων κ.ά.

Απαντήσεις που είχαν δοθεί από τον 19ο αιώνα ακόμη, επανέρχονται ως «νέες» ανακαλύψεις. Επιμελώς αμελούνται εκκλησιαστικές φυσιογνωμίες, όπως ο καταγόμενος από τη Δημητσάνα Διονύσιος Β΄, ανεψιός του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε΄. Μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, βρέθηκε επικεφαλής της Αθηναϊκής Εκκλησίας όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Προσέφερε τα μέγιστα και αρχιεράτευσε για μία τριετία. Ηταν ένας από τους πέντε «βουλευτές» -όπως απεκλήθησαν- που αναδείχθηκαν τον Μάιο 1821 υπό δυσμενέστατες συνθήκες και εκείνος που υπέγραψε το βεβαιωτικό για την εκλογή των Εφόρων των Αθηνών για το πρώτο έτος της Επανάστασης.

 

Στον Ιερό Βράχο

 

Αποστεωμένος πλέον και ήδη άρρωστος, τον Αύγουστο 1821, έτρεξε να φροντίσει για τους κυνηγημένους από τον Ομέρ Βρυώνη Αθηναίους, στην Αίγινα και τη Σαλαμίνα. Ηταν ο ρασοφόρος αρχιερέας που υπέγραψε το Πρακτικό της Συνέλευσης των Αθηναίων (Δεκέμβριος 1821 και Ιανουάριος 1822) αλλά και τον ορισμό των πληρεξουσίων στην Πρώτη Εθνοσυνέλευση στην Πιάδα (Επίδαυρο).

Ο Αθηνών Διονύσιος Β΄, σε συνεργασία με τον πρόξενο της Αυστρίας Γκρόπιους, συνέταξαν τη Συνθήκη Παράδοσης των Τούρκων (Ιούνιος 1822). Προηγουμένως όρκισε τους καπεταναίους στο Ευαγγέλιο ότι θα τηρήσουν πιστά όλους τους όρους της παραδόσεως. Κατόπιν δε, υπέγραψε πρώτος τη συνθήκη. Δεν βρέθηκε ακόμη ο καλλιτέχνης που θα αποδώσει σε πίνακα εκείνον τον Ιεράρχη, την ώρα που εισερχόταν στην Ακρόπολη τον Ιούνιο του 1822. Πρώτος πάτησε το πόδι του στον Ιερό Βράχο, στέλνοντας το μήνυμα που χαροποίησε το επαναστατημένο Εθνος και έδωσε τη νέα διάσταση του Ελληνικού Αγώνα στις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Μήνα Ιούνιο του 1456 είχε παραδοθεί η Ακρόπολη στους Τούρκους, μήνα Ιούνιο απελευθερωνόταν. Μετά από 366 χρόνια!