Γράφει ο Μ. Γ. Βαρβούνης

Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

 

Οταν έχεις τη συνείδηση ότι η ενορία είναι «σώμα Χριστού» και ότι όλοι είμαστε μέλη του σώματος αυτού ξέρεις παραλλήλως ότι όπως γράφει ο απόστολος Παύλος, όταν πονάει ένα μέλος πονάει το σώμα ολόκληρο. Πώς λοιπόν να λειτουργηθώ και να κοινωνήσω όταν το ίδιο δεν θα μπορούσε να πράξει και ο θέλων αλλά μη δυνάμενος αδελφός μου; Πώς να χρησιμοποιήσω το εκκλησιαστικό διακόνημα που μου ανέθεσε η Εκκλησία ως αφετηρία και αφορμή διακρίσεων, για να κοινωνήσω Εκείνον που μας δίδαξε ότι ήρθε να μας διακονήσει και όχι να διακονηθεί; Πώς να τολμήσω να μεταχειριστώ το σώμα και το αίμα του Χριστού σαν μακαρόνια που σπεύδει κάποιος να πάρει σε καιρό κρίσεως για να προλάβει να γεμίσει τα ντουλάπια του; Και μάλιστα τη βλάσφημη αυτή συμπεριφορά να επιδείξω, καθώς θα γιορτάζαμε τη σταυρική θυσία και την Ανάστασή Του;

Εμεινα λοιπόν ακοινώνητος, αντιμετωπίζοντας πνευματικά το ζήτημα ως παιδαγωγικό επιτίμιο που μας επιβλήθηκε από τον Κύριο, και εκτελώντας το, όπως εκτελούμε τα επιτίμια των πνευματικών. Κι έμεινα να βλέπω και να μαθαίνω τις στρατηγικές για την υπέρβαση των απαγορεύσεων αυτών, στρατηγικές βλάσφημες και ασεβείς, αφού τίποτε από εκείνα που μας διδάσκει η θρησκεία μας δεν γίνεται χωρίς τη θέληση του Θεού, που πάντα έχει τους λόγους Του όταν μας επιβάλλει πράγματα και καταστάσεις. Να μαθαίνω και να λυπούμαι για την ασέβεια, τον εγωισμό και την αλαζονεία κάποιων κληρικών και λαϊκών – γιατί η συντριπτική πλειοψηφία υπήκουσε όπως κι εγώ – που εξήντλησαν προσωπικές γνωριμίες και πελατειακές διασυνδέσεις για να επιτύχουν τον νομιζόμενο ως ευσεβή και ευλαβή, στην πραγματικότητα όμως ανόσιο και ασεβέστατο σκοπό τους.

Φυσικά και υπήρχαν περιπτώσεις που ο κληρικός κατά την κρίση του – και πάντοτε με την άδεια και την ευλογία του Επισκόπου του – θα μπορούσε να κοινωνήσει ανθρώπους για συγκεκριμένους πνευματικούς λόγους που ο ίδιος γνωρίζει, και που – να είστε σίγουροι – θα κληθεί να εξηγήσει λεπτομερώς στον Κύριό μας εν ημέρα κρίσεως. Γιατί αν οι λόγοι αυτοί δεν υπάρχουν, αλλά ό,τι έγινε τελέσθηκε στο όνομα του εθίμου, της συνήθειας ή της δικαιολογίας ότι αυτοί είναι «ευλαβείς και δικοί μας άνθρωποι», είμαι σίγουρος ότι ο Δικαιοκρίτης Θεός θα διαχωρίσει τον πράξαντα μετά της ευωνύμου μερίδος. Αντιθέτως, αν η εξαίρεση θεράπευσε πνευματικά, ο λειτουργός θα ακούσει το «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Αυτά όμως ανήκουν στον Θεό και όχι σε μας τους ανθρώπους.

Σε μας τους πιστούς ανήκει η υπακοή. Η συναίσθηση ότι η θεία κοινωνία δεν είναι δικαίωμα αναφαίρετο αλλά παραχώρηση του Κυρίου, και η υποχρέωση, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ιώβ, να δεχόμαστε από τον Κύριο όχι μόνο τα καλά αλλά και τα κακά, με δοξολογική διάθεση, υπακοή και ελπίδα. Γι’ αυτό και διάβασα με έκπληξη δήλωση πιστού που διατράνωνε: «Εγώ πάντως Πάσχα θα κάνω», εννοώντας ότι και θα εκκλησιαστεί και θα κοινωνήσει. Δήλωση που κατ’ εμέ κριτή, αποξένωσε, φευ, τον αυτουργό της από τη λογική ποίμνη, οδηγώντας τον στον δρόμο της παρακοής. Και τι άραγε θα ωφελήσει η θεία κοινωνία αν είναι αποτέλεσμα διεκδίκησης – όπως γίνεται λ.χ. με τα δικαιώματα του ανθρώπου – ή προϊόν νομικών συλλογισμών και διαδικασιών και όχι δώρο της χάριτος, της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού; Γιατί κι αυτά ακούστηκαν και γράφτηκαν τις μέρες αυτές. Την απάντηση έχει δώσει ο Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή, αλλά και η παραδοχή ότι «της χάριτος ελθούσης» η νομική αντιμετώπιση των πνευματικών προβλημάτων όχι μόνο ακυρώθηκε, αλλά στην κυριολεξία εξευτελίστηκε.

Επέλεξα λοιπόν να μην πιέσω συνειδήσεις, να μην μεγαλώσω το συνειδησιακό βάρος των ποιμένων μας, να μην επιδεινώσω τη θλίψη τους, αλλά να υπακούσω και να υπομείνω. Και βέβαια να μην είμαι συμμέτοχος πρακτικών όπως ο χαρακτηρισμός μίας πρεσβυτέρας ως καθαρίστριας του ναού, για να μπει και να είναι παρούσα στη λειτουργία διότι η παραμονή της στο σπίτι της μπορεί να της δημιουργούσε ψυχολογικά προβλήματα, ή όπως η καπηλική εκμετάλλευση και η μονοπώληση της θέσης του διακονήματος του επιτρόπου για να είμαι εγώ και ο γιός μου μονίμως στις ακολουθίες παρών, λες και οι υπόλοιποι χριστιανοί δεν είχαν ψυχή ή δεν είχαν κι αυτοί βαθιά μέσα στη συνείδησή τους συνδυάσει τη Μεγάλη Εβδομάδα και την ορθόδοξη λειτουργική ζωή.

Η υπόθεση είναι σπουδαία και ο Θεός θα κρίνει σίγουρα και θα αποδώσει τη δικαιοσύνη του σε κληρικούς και λαϊκούς, τους ελάχιστους που παρήκουσαν και προσκύνησαν μεγαλοβδομαδιάτικα τον υπερτροφικό εγωισμό τους, και τους πολλούς που υπήκουσαν ευπρεπώς και με πόνο ψυχής απροσμέτρητο.