Σε όλη τη διάρκεια της μεσαιωνικής ιστορίας, η βυζαντινή τέχνη, αναγνωρισμένης αισθητικής και αναμφισβήτητης τεχνικής ποιότητας, επηρέαζε τη Δύση και συνέβαλλε στην καλλιτεχνική της έκφραση. Το ζήτημα των καλλιτεχνικών επιδράσεων του Βυζαντίου στη Δύση είναι εξαιρετικά πολύπλοκο, αλλά ωστόσο πολυσυζητημένο, ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες έξι δεκαετίες. Στη σύντομη παρουσίαση που ακολουθεί θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τις βασικές πορείες των βυζαντινών καλλιτεχνικών ρευμάτων στη Δύση.

Κατά την περίοδο πριν την Εικονομαχία, οι βυζαντινές επιδράσεις στη Δύση εστιάζονται στην Ιταλική χερσόνησο: στη Ραβέννα, που ανήκε στη βυζαντινή επικράτεια, και στη Ρώμη όπου μεταξύ του 606 και του 741 δεκατρείς πάπες κατά σειρά ήταν Ελληνες ή Σύροι. Στη συνέχεια, εξαιτίας των εικονομαχικών ερίδων αλλά και του αραβικού κινδύνου, ελληνικά μεταναστευτικά ρεύματα, προερχόμενα κυρίως από τις ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας, εύρισκαν καταφύγιο στην Ιταλία. Παρ’ ότι λοιπόν το βυζαντινό κράτος συρρικνωνόταν τον 8ο και 9ο αιώνα στην Ιταλία, το ελληνικό στοιχείο συνέχιζε να κάνει έντονη την παρουσία του τόσο στην ίδια τη Ρώμη όσο και στο Νότο, όπως στο Βενεβέντο. Τον 10ο αιώνα, στην Καμπανία ακμάζουν τρία μοναστήρια των βασιλικανών (Βasilicani) μοναχών (που προέρχονται από τη βυζαντινή Ανατολή) και στη Νότιο Ιταλία υπάρχει πληθώρα σπηλαίων και υπογείων ναών (11ος -15ος αι.) με καθαρά βυζαντινό-ανατολικό διάκοσμο. Επιπλέον, η Σικελία στο Νότο και η Βενετία στον Βορρά θα αποτελέσουν σπουδαία κέντρα ακτινοβολίας της βυζαντινής τέχνης στη Δύση.

Πέραν των Αλπεων, προς τη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη, τα βυζαντινά ρεύματα μεταδίδονταν με τρόπους που δεν είναι πάντα ευδιάκριτοι. Γεγονός είναι πάντως ότι οι διαδικασίες είχαν αρχίσει από νωρίς, αν θεωρήσουμε ότι με τις ιεραποστολές της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας (6ος αι.), οι βόρειοι λαοί (Σάξονες της Αγγλίας) ήλθαν σε επαφή όχι μόνο με τις πρακτικές της, αλλά και με τις καλλιτεχνικές επιδράσεις της Μεσογείου (Ηenry 1940, Snyder 1989, σ. 175 κ.εξ.). Η μεγάλη όμως στιγμή που οι βυζαντινές επιδράσεις εισέρχονται συνειδητά στη Δύση είναι με την πολιτική που εγκαινιάζει ο Καρλομάγνος (Ηumbert κ.ά. 1968), ο οποίος θέλει να αναβιώσει την αυτοκρατορία της αρχαίας Ρώμης και στρέφεται για exempla στην Ανατολή. Στα νομίσματά του τυπώνει απροκάλυπτα: renovatio imperii romani, ενώ ο ίδιος απεικονίζεται κατά το πρότυπο του Μεγάλου Κωνσταντίνου (εικ. 59). Το 794 στο Ααχεν, ο φράγκος μονάρχης στην προσπάθειά του να δημιουργήσει τη Roma secunda θα στραφεί προς τη μεγαλοπρέπεια και τα πρότυπα της Νέας Ρώμης. Το παρεκκλήσιό του στο Ααχεν που σήμερα σώζεται, έχει δομή αντίστοιχη με αυτήν του ναού της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα και του αυτοκρατορικού παρεκκλησίου του Λατερανού στη Ρώμη. Επίσης, φαίνεται ότι παρακολουθεί τη δομή του Χρυσοτρίκλινου, αίθουσας τελετών του Ιερού Παλατιού στην Κωνσταντινούπολη, που είχε κτίσει ο αυτοκράτορας Ιουστίνος ο Β΄ (565578). Το παρεκκλήσιο του Καρόλου στο Ααχεν παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τον Αγιο Βιτάλιο, κτίσμα του Ιουστινιανού στη Ραβέννα. Ο φράγκος μονάρχης επιλέγει να τοποθετήσει τον θρόνο του στα δυτικά του ναού, απέναντι από την αγία τράπεζα (τον θρόνο του Χριστού) που βρίσκεται ανατολικά. Με τη χωροθεσία αυτή οικειοποιείται ο Κάρολος τη βυζαντινή ιδέα ότι ο αυτοκράτορας είναι «μίμησις Χριστού».

 

H Βενετία αποτελεί έναν πραγματικό θεματοφύλακα της βυζαντινής τέχνης με ακτινοβολία στην Ευρώπη. Έξω από τον Αγιο Μάρκο ψηφιδωτά με βυζαντινές επιδράσεις υπάρχουν στο Τοιχείιο (Ροΐικχο 1984), στην Τεργέστη, στο Μουράνο. Παράλληλα, τοιχογραφίες που μαρτυρούν την παρουσία βυζαντινών τεχνιτών υπάρχουν στην Ακυληία καθώς και διάσπαρτες στη Βόρειο Ιταλία, κυρίως στη Λομβαρδία. Πέραν των Αλπεων, οι βυζαντινές τάσεις εξαπλώνονται προς Βορρά.

Πρέπει να αναφέρουμε ότι η βυζαντινή επίδραση στη Δύση φθάνει στο απόγειό της γύρω στο 1200. Ιδιαίτερα στην Ιταλία τον 13ο αιώνα διαμορφώθηκε ένα καλλιτεχνικό ιδίωμα που είχε τόσο πολύ απορροφήσει το βυζαντινό στοιχείο, ώστε οι θεωρητικοί της αναγεννησιακής τέχνης να το ονομάσουν maniera graeca (αρ. κατ. 169171). Ομως στο τέλος του αιώνα αυτού, οι βυζαντινές επιδράσεις παρουσιάζουν οριστική υποχώρηση (με κάποιες εξαιρέσεις κυρίως στο Νότο της Ιταλικής χερσονήσου), για να δώσουν τη θέση τους στη Μεγάλη Αναγέννηση. Παρ’ όλα αυτά στη Βενετία θα υπάρξουν κύματα βυζαντινών επιδράσεων και κατά τον επόμενο αιώνα ( Μurano 1969. Ο ίδιος 1972) (βλ. αρ. κατ. 173).

 

Στη μέχρι στιγμής ανασκόπηση είδαμε εν ολίγοις ποιες πορείες διέγραψαν οι βυζαντινές τάσεις και μέσα σε ποιο ιστορικοπολιτικό πλαίσιο κινήθηκαν. Τονίζουμε ότι οι παράγοντες που συνετέλεσαν σε αυτές τις επιδράσεις είναι δύο ειδών ( Demus 1970, σ. 20). Ο πρώτος αφορά στη μεταφορά προτύπων από το Βυζάντιο λόγω πολιτιστικών ανταλλαγών (διπλωματικά δώρα, παραγγελίες, ιερά προσκυνήματα στην Κωνσταντινούπολη και τους Αγίους Τόπους κ.λπ.) και μπορεί να θεωρηθεί έμμεσος. Ο άλλος, ο άμεσος, είναι η μετακίνηση των καλλιτεχνών. Οπως είδαμε, έντονη υπήρξε η δραστηριότητα Ελλήνων τεχνιτών στη Δύση. Ομως κατά τον 12ο και 13ο αιώνα με τις Σταυροφορίες, συμβαίνει και το αντίθετο ( Weitzmann 1984). Δυτικοί καλλιτέχνες από πάρα πολλές χώρες εγκαθίστανται και εργάζονται στα βασίλεια των Σταυροφόρων στην Ανατολή, Ιερουσαλήμ, Ακρα, Κύπρο (πρβλ. αρ. κατ. 163, 167, 168), αλλά και σε άλλα κέντρα όπως στο Σινά (Demus 1984), όπου ασκούνται στην «πιστή» αντιγραφή των βυζαντινών έργων. Να σημειώσουμε ότι κατά τη «μύηση» των Δυτικών στη βυζαντινή τέχνη μεγάλη είναι η συμβολή των χειρογράφων και των εικόνων. Ιδιαίτερα στην Ιταλία κατά τον 13ο αιώνα η ακτινοβολία των φορητών βυζαντινών εικόνων είναι τεράστια. Τα νέα δημιουργήματα φθάνουν στη Δύση αρκετά νωρίς. Ομως και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, όταν επιστρέφουν στην αρχική τους κοιτίδα, συντελούν στην απορρόφηση του βυζαντινού ιδιώματος από την εντόπια παράδοση.

Για πολλούς αιώνες, η βυζαντινή τέχνη επιδρούσε στη Δύση σε αλλεπάλληλα κύματα. Η έρευνα έχει επισημάνει ότι οι επιδράσεις αυτές οφείλονται στο ότι η βυζαντινή τέχνη ήταν φορέας των αξιών της κλασικής παραδόσεως, που έλειπαν από τη δυτική καλλιτεχνική παράδοση. Ενώ λοιπόν η Δύση προσπαθούσε να διαμορφώσει το δικό της καλλιτεχνικό ιδίωμα, σε αυτή τη διαδικασία η βυζαντινή τέχνη επέδρασε καταλυτικά, κληροδοτώντας της τη γνώση της ανθρώπινης μορφής, τη χρήση του χρώματος και διάφορες τεχνικές (Demus 1970, σ. 15 κ.εξ.). Ετσι, το Βυζάντιο συνέβαλε αποφασιστικά στη μετάβαση από τη ρομανική τάση, που διέλυε την ανθρώπινη μορφή σε αφηρημένα σχήματα, στη γοτθική που είχε αντίληψη των κλασικών αξιών και της οργανικότητας της μορφής.

Ιδιαίτερα έχει διατυπωθεί ότι στον χώρο της Ιταλίας, τόσο το κλασικό παρελθόν όσο και η έντονη παρουσία του ελληνικού στοιχείου, συνετέλεσαν ώστε η τέχνη εκεί να μην εναγκαλισθεί ποτέ απόλυτα τη ρομανική αισθητική. Επιπλέον τον 13ο αιώνα, μέσω της βυζαντινής ζωγραφικής το κλασικό στοιχείο εισχώρησε και αναμείχθηκε αφενός με τα νέα καλλιτεχνικά στοιχεία που είχαν αρχίσει να ανακαλύπτονται πάνω στο ιταλικό έδαφος, δηλαδή την αρχαιότητα και την παλαιοχριστιανική τέχνη, και αφετέρου με τα στοιχεία της γοτθικής τέχνης που εισέρχονταν από τον Βορρά. Ετσι η ιταλική τέχνη από τη maniera graeca πέρασε αβίαστα στη μεγάλη Αναγέννηση.

 

Από το 1220/30 ως το 1260/65 παρατηρείται η κατάκτηση της τρισδιάστατης, ογκηρής μορφής τόσο στη βυζαντινή τέχνη όσο και στη δυτική. Οι ειδικοί το ερμηνεύουν ως παράλληλο φαινόμενο και όχι ως αποτέλεσμα καλλιτεχνικών αλληλεπιδράσεων. Αξίζει όμως να στρέψουμε την προσοχή μας σε μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση που διετύπωσε τελευταία η Tania Velmans (Velmans κ.ά. 1999, σ. 179 κ.εξ.). Συνέδεσε την εμφάνιση της τέχνης που ονομάζεται «αναγέννηση των Παλαιολόγων», με το πνευματικό φαινόμενο της έντονης στροφής στην Αρχαιότητα. Ουσιαστικά η συγγραφέας τοποθετεί τις αρχές αυτής της τεχνοτροπίας γύρω στα 1220-1230 και όχι στην αρχή της δυναστείας των Παλαιολόγων. Τα μνημεία που συνδέονται με αυτό το φαινόμενο είναι ουσιαστικά η Αχειροποίητος της Θεσσαλονίκης (χρονολόγηση τοιχογραφιών 12241230 ή 12401250), η εκκλησία της Αναλήψεως στη Mileseva της Σερβίας (πριν το 1228), η Αγία Σοφία στην Τραπεζούντα (οι τοιχογραφίες πραγματοποιούνται ανάμεσα στα 1260 και 1280), ενώ το απόγειο αυτής της αναγεννήσεως φθάνει στην Αγία Τριάδα της Μονής του Sopocani (1263-1268). Δηλαδή, παρατηρεί η συγγραφέας, η κατάλυση της Κωνσταντινουπόλεως από τους σταυροφόρους το 1204 ξύπνησε στους Βυζαντινούς της Νικαίας την αναζήτηση της πολιτιστικής τους ταυτότητας στην ελληνική αρχαιότητα. Εξού και η έντονη εμφάνιση των κλασικών αξιών στην τέχνη.

 

Με τις παρατηρήσεις αυτές οδηγούμεθα να σκεφθούμε ότι ενδεχομένως οι Σταυροφόροι Φράγκοι και Βενετοί, με την εγκατάστασή τους στην Κωνσταντινούπολη ήλθαν σε επαφή με τους βυζαντινούς ανθρωπιστές και εμπνεύσθηκαν από αυτούς. Ετσι στη συνέχεια, τα διάφορα ρεύματα του protorinascimento βρήκαν τον δρόμο τους στα ποικίλα κέντρα της Δυτικής Ευρώπης (Βενετία, Chartes Ρείμους, Αμιένη, Στρασβούργο κ.λπ.), ανεξάρτητα μεν ως καλλιτεχνικές εκφράσεις, ορμώμενα όμως από μία κοινή πνευματική κίνηση που εκπορεύεται από το Βυζάντιο.


 

* Ελενα Παπασταύρου, Δρ. Ιστορίας της Τέχνης, Aποστολική Διακονία