Μια από τις πλέον σημαντικές προσωπικότητες  του Αγίου Ορους ο ηγούμενος της μονής Κουτλουμουσίου κ.Χριστόδουλος φαίνεται πως έχει αποφασίσει να παραιτηθεί από τα καθηκοντά  του για λόγους υγείας. Έχει πίσω του σπουδαίο πνευματικό έργο και κατά καιρούς με τις παρεμβάσεις του έχει φέρει το λόγο του θεού στο προσκήνιο με σεμνότητα  και κυρίως  με γνώσεις.

 

Ενα άρθο  άρθρο παρέμβαση του κ.Χριστόδουλου

 

Η  στάση των αγίων απέναντι στα δεινά της εποχής τους
Δεν αρκεί να εφησυχάζεις, και να λες «εγώ δεν έχω πειράξει κανένα». Αυτό δε σε σώζει, δε σε αναδεικνύει άνθρωπο, ούτε σε φέρνει κοντά στον Χριστό. Το ζητούμενο είναι να πλησιάζεις, να σκύβεις στο πρόβλημα του άλλου, να του προσφέρεις από τη δική σου περιουσία, είτε χρήμα είτε χάρισμα είτε χαμόγελο από το περίσσευμα της καρδίας σου.

Δεν χρειάζεται πάντα υλικά ο πλησίον σου, κάποτε χρειάζεται τον καλό λόγο, το ειλικρινές ενδιαφέρον, την ευγενική συμπεριφορά.Η υψηλότερη έκφραση της αγάπης είναι ο κόπος και πόνος για την ανάπαυση και αύξηση και προκοπή του αδελφού. Αυτή η αύξηση και προκοπή δε σημαίνει μόνο κάλυψη υλικών αναγκών, αλλά αύξηση και προκοπή εν Χριστώ.

Με το να υπηρετώ τη σχέση του με τον Χριστό γίνομαι μητέρα και πατέρας και αδελφός. Αλλά και σε υλικό επίπεδο, αυτό που περισσεύει από τη δική σου άσκηση και εγκράτεια, να μη συσσωρεύεται στις αποθήκες σου -διότι μπορεί και ο φιλάργυρος να κάνει άσκηση από τσιγγουνιά- αλλά να προσφέρεται για τις ανάγκες των δεομένων και αδυνάτων. Έτσι το περίσσευμά σου θα καλύψει το υστέρημα του ελάχιστου αδελφού σου.

Αλλά και το προσωπικό σου χάρισμα να διατίθεται στη θεραπεία των αναγκών των άλλων. Ώστε χρήματα και χαρίσματα να μη κατέχονται, αλλά να διανέμονται. Γιατί δεν είναι δικά σου, είναι δώρα του Θεού. Κι αν σου τα δίνει, είναι για να γίνεις πέρα για πέρα άνθρωπος με τη μετάδοσή τους.

Αυτή είναι η πρόταση των Αγίων και η ζωή των Αγίων: η αγάπη, η συναλληλία, η φιλανθρωπία, η ευαισθησία για τον πλησίον και για όλη την κτίση. Κατά τον απόστολο Παύλο, κοινωνία σημαίνει μετάδοση. Χωρίς μετάδοση, καμιά κοινωνία μεταξύ μας, καμιά κοινωνία με τους Άγιους.

Το προσωπικό αυτό ήθος το συναντάμε μέσα στην ιστορία και σε πολιτικά πρόσωπα. Πρέπει να αναφέρουμε, σαν ένα διαχρονικό μνημείο πολιτικού και κοινωνικού φρονήματος, τον λόγο του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, του φονευθέντος Ιωάννη Καποδίστρια: «Ελπίζω ότι όσοι εξ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν, θέλουν γνωρίσει μετ εμού, ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα, δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμόν του υψηλού υπουργήματός των, αλλ’ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η κυβέρνησις εις την εξουσίαν της.»

Εν συνεχεία ο αληθινός αυτός Έλληνας, με μια προσωπική δέσμευση, εκφράζει εμπράκτως το ήθος του σεβασμού και της ανιδιοτέλειας. Λέγει λοιπόν: «Εφ’ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων, και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν.» Το φρόνημα αυτό βέβαια έρχεται σε αντίθεση με τη συνήθεια που επικράτησε και καθαγιάσθηκε στη συνέχεια και μέχρι σήμερα.

Σήμερα διαδίδεται παντού το ευαγγέλιο της λεγόμενης νέας εποχής. Ένας ψευτοανθρωπισμός, που λέει στον καθένα «είσαι Θεός», άλλα στην πραγματικότητα τον υποτάσσει ολοκληρωτικά σε μια παγκόσμια τάξη πραγμάτων, που ανοίγει το δρόμο για την έλευση ενός άλλου Μεσσία και Σωτήρα.

Όμως, το μυστήριο της ανομίας ενεργείται από τη στιγμή της έλευσης του Χριστού στον κόσμο. Από τη στιγμή που ο Χριστός σαρκώνεται, η νέα εποχή κάνει την αναδίπλωσή της. Το ψευδευαγγέλιο του πονηρού επαναλαμβάνεται. Γι’ αυτό και τα ανθρώπινα πάθη όχι μόνο συντηρούνται, αλλά και εξαγιάζονται. Εμείς όμως δεν γνωρίζουμε νέα εποχή. Γνωρίζουμε την καινή κτίση: είναι ο ίδιος ο Χριστός, οι άγιοί του, οι αρετές, η ελευθερία του Πνεύματος. Αν θέλουμε να πολεμήσουμε το κακό, ας το κάνουμε με το να εφαρμόζουμε το ευαγγέλιο, με το να αγαπάμε τον Θεό και όλη τη δημιουργία, με το να καταπολεμούμε τα πάθη μας και να εργαζόμεθα τις αρετές.

Μέχρι το τέλος της μικρής εδώ ζωής μας, που θα γίνει ζωή μεγάλη και άφθαρτη. Κι αν επιδιώκουν να μας εξαθλιώσουν, ας γνωρίζουμε ότι κανένας άνθρωπος και κανένας λαός δεν εξαθλιώνεται, αν ζει μέσα στο φως και στον πλούτο του Χριστού.

Αυτό που μένει ως παράδειγμα και αίτημα διαχρονικό είναι η άρση της φιλαυτίας και ιδιοτέλειας. Αυτό το πρότυπο ενσαρκώνουν οι Άγιοι ως αντίγραφα του Χριστού. Κενώνουν τον εαυτό τους, για να φανερωθεί ο Χριστός μέσα από τη ζωή τους. Αυτό έφθασε σε τέλειο βαθμό η Παναγία, ώστε όχι μόνο να φανερώσει, αλλά και να σαρκώσει τον Χριστό μέσα της. Πρόσφερε όλη την ύπαρξή της, με θείο έρωτα, και έλαβε όλη την αγάπη του Αγίου Πνεύματος. Η ίδια μας δείχνει το δρόμο της σωτηρίας. Είναι ο αγώνας για την ταύτιση των θελημάτων μας με το αγαθό θέλημα του Θεού.

Ο αγιασμός μας, που είναι το πρώτο και αγαθό θέλημα του Θεού, επιτυγχάνεται με την αγάπη, και δηλώνεται από την αγάπη. Και η αγάπη δεν είναι ωραία λόγια. Είναι συμπάθεια, μέριμνα, ενεργό ενδιαφέρον για την προκοπή και την αύξηση του άλλου, του οποίου είμαι ο πλησίον. Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη, αν προσέξουμε, θα δούμε ότι αντιστρέφει τους όρους και μας λέει ξεκάθαρα: Πλησίον μου δεν είναι ο άλλος, δηλαδή εκείνος που με πλησιάζει ή εκείνος που είναι ομόπιστος ή ομοεθνής.

Εγώ είμαι εκείνος που καλούμαι να γίνω πλησίον του άλλου -όποιος και να είναι- με το να τον πλησιάσω και να σκύψω στην πληγή του. Οι πράξεις των Αγίων είναι συνδεδεμένες με τις ανάγκες των άλλων.

Ο Μέγας Βασίλειος παρουσιάζει ως πρότυπο της αληθινής κοινωνίας, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε, το μοναστικό κοινόβιο. Λέει συγκεκριμένα: «Εγώ ονομάζω τελειότατη κοινωνία βίου εκείνη, όπου ιδιοκτήτες δεν υπάρχουν, η διχογνωμία εξορίσθηκε, η ταραχή και φιλονικία έχει απομακρυνθεί, και όλα είναι κοινά: ψυχές και σώματα, και εκείνα με τα οποία τρέφονται και υπηρετούνται, κοινός ο Θεός, κοινό το εμπόρευμα της ευσέβειας, κοινή η σωτηρία, κοινά τα αγωνίσματα, κοινοί οι κόποι, κοινοί οι στέφανοι.

Όπου οι πολλοί είναι ένας, και ο ένας δεν είναι μόνος, αλλά μέσα σε πολλούς. Ο ασθενής στο σώμα έχει πολλούς που υποφέρουν μαζί του, ο αδύναμος στην ψυχή έχει πολλούς που τον θεραπεύουν και τον ανορθώνουν… Έτσι μας θέλησε εξ αρχής ο Θεός, και γι’ αυτό μας δημιούργησε.»

Ο μοναχικός θεσμός με τη φιλοσοφία και τη ζωή του επαναλαμβάνει το ίδιο αίτημα προς όλους: Το περίσσευμά μας -αυτό που επιφέρει η άσκησή μας- να γίνει συμπλήρωμα στο υστέρημα των άλλων. Η μέριμνα για τον αδελφό μας να καλλιεργήσει περισσότερο την αγάπη. Η ανοχή και κατανόηση των αδυναμιών του άλλου να συμβάλλει στην αποκατάσταση της εν Χριστώ ενότητάς μας. Και ευρύτερα, κάθε ενορία και κοινότητα, έχοντας ένα κοινό ταμείο και ένα πραγματικό ενδιαφέρον για όλα τα μέλη της, να γίνει κρουνός ζωής και παρακλήσεως σε καιρούς χαλεπούς.

Είναι βέβαιο ότι ο κόσμος αυτός δεν μπορεί να γίνει βασιλεία του Θεού. Όμως, σύμφωνα με τον λόγο του Χριστού, «η βασιλεία του Θεού εντός ήμών έστι». Γι’ αυτό και αρχίζει από αυτή τη ζωή. Υπάρχει σαν δυνατότητα, που περιμένει από μας να λάβει σάρκα και οστά. Και δεν παίρνει σάρκα και οστά με συλλογισμούς, ρεμβασμούς, φιλοσοφίες και προγραμματικές δηλώσεις, αλλά με αγάπη, δικαιοσύνη και άσκηση.

Φανερώνεται στην ειλικρινή καρδιά, στην καρδιά που αδειάζει από τη φιλαυτία και τον εγωισμό. Και εκδηλώνεται στα πιο απλά και καθημερινά πράγματα, στις καθημερινές μας σχέσεις και συμπεριφορές, όταν μιμούμεθα την ταπείνωση και πραότητα του Χριστού.